Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

να αποχαιρετήσουν τα κλήματα


Ο Γκέκος πήγαινε πάντα πρώτος και ρύθμιζε τα βήματά του
ανάλογα με το κουράγιο των υποζυγίων που ακολουθούσαν.
Αυτό τού έδινε αυταρέσκεια και υπερηφάνεια
λες και ήταν αρχηγός αγέλης λύκων ή λιονταριών.*

Ουρλιαχτά, φωνές και αλαλαγμοί έρχονταν από την πέρα γειτονιά, ορμούσαν σε σπίτια και σοκάκια, τρόμαζαν τούς ξύπνιους και ξεσήκωναν τούς κοιμισμένους. Όλοι έτρεχαν αλαφιασμένοι προς τη βορινή έξοδο τού χωριού. […] Κανείς δεν πίστεψε ότι γινόταν καυγάς και μάλιστα σήμερα, Μεγάλη Δευτέρα, που η αυτοδικία και τα νεύρα νηστεύουν μαζί με τα αφεντικά τους. […] Πολλοί υποστηρίζουν πως ο Σπύρος έγινε έξυπνος εξαιτίας τής απούσας αίσθησης τής ακοής, η οποία μετέφερε τη δύναμή της στις άλλες αισθήσεις.

Για δυό χρόνια πήγε στο δημοτικό τού χωριού του, οπότε και έμαθε να γράφει και να διαβάζει όπως τ’ άλλα παιδιά. Κεντούσε, έραβε και ύφαινε στον αργαλειό της μάνας του. Ήταν τόσο καλός μάγειρας, ώστε και στα πιο απλά φαγητά έβρισκε τη σωστή αναλογία και την παραμικρή λεπτομέρεια που τα έκανε νοστιμότατα.

*

Οι τρεις νεαροί θα αποχαιρετούσαν οριστικά τα αμπέλια τους στο βουνό. Οι περισσότεροι αμπελοκαλλιεργητές το είχαν ήδη κάνει, μερικοί επειδή γέρασαν, άλλοι που δεν μπορούσαν να υποφέρουν τη ζημιά, όταν τα έξοδα καλλιέργειας έγιναν διπλάσια από τα έξοδα κι αμαξιτός δρόμος που θα μείωνε τα έξοδα ανοίχτηκε μετά από 15 χρόνια.

Όσοι τα καλλιεργούσαν ακόμα, το έκαναν στη μνήμη των προγόνων τους, γιατί από αυτά τα αμπέλια έζησαν οικογένειες και σπούδασαν παιδιά.

Οι τρεις από τέσσερις νεαρούς θα πήγαιναν να σκάψουν τα αμπέλια τους στο βουνό για τελευταία φορά από μεράκι και να αποχαιρετήσουν τα κλήματα, διότι μετά από πεντέξι χρόνια θα έχουν γίνει όμορφο πευκοδάσος. […]

*

[…] Όταν έφτασαν στην κορυφογραμμή Κάτω και Πάνω Λάκκας, ο Σπύρος έστριψε δεξιά και πήγε και κατασκήνωσε κάτω από τη μοναδική και τεράστια καστανιά τής περιοχής. Οι άλλοι δεν ήξεραν τι να κάνουν. Τη λύση την έδωσε ο Γκέκος που πήρε στα δόντια του το καπίστρι ενός γαϊδουριού που σερνόταν στο χώμα και παρέδωσε τετράποδο και αναβάτη στο Σπύρο.

Θαμπώθηκαν όταν είδαν τι είχε ο Σπύρος απλώσει για να φάνε. […]

*

[…] και στο Χριστό, που ήταν ήδη πεθαμένος, κέντησαν τα πλευρά του. Στο μεταξύ ο Νίκος πήγε κοντά στον κορμό τής καστανιάς και έβγαλε τα ρούχα του απ’ τη μέση και πάνω. Ο Δημήτρης πήρε ένα μαχαίρι και το άγγιξε στο πλευρό τού Νίκου. Ταυτόχρονα ο Γιώργος είχε κάνει τις παλάμες του γροθιές και είπε στον Σπύρο να σφίξει τη μια του γροθιά με όλες του τις δυνάμεις.

Αμέσως ξεπήδησε νερό και αίμα. Ο Σπύρος έβγαλε μια δυνατή κραυγή και έπεσε λιπόθυμος. Ο Γιώργος τον καθησύχασε λέγοντάς του ότι αυτό που έβγαινε από τη γροθιά του ήταν αίμα και νερό σαν αυτό που βγήκε από τα πλευρά τού Χριστού, όταν τον παρακέντησαν και έγινε τόση ζημιά στα χέρια του, επειδή ήταν τρυφερά και ευαίσθητα και είχε να σκάψει τώρα και έξι μήνες. Ο Σπύρος φιλούσε τα χέρια του Γιώργου […]

Σταμάτης Δανάς, «Άφες αυτοίς» (περ. Απόπλους, τ. 97-98, Φθιν.-Χειμ. 2023-2024, σσ. 105-116 -εδώ αποσπάσματα από σσ. 105, 109-110, 111, 111-112) για την μοναδική ενάργεια με την οποία μεταδίδει εικόνες και νοήματα σαμιώτικης ηθογραφίας! Αφορμή λαβών από το σκάλισμα των ορεινών αμπελιών της νήσου! Και πόσες αρετές κρύβει στην πλοκή του! -Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 110).

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2026

και λίγη ποίησις κ.ά.


Παρά το πλούσιο ιστορικό υλικό δημοσιεύεται στο ίδιο τεύχος (100ο) του σαμιώτικου περιοδικού Απόπλους κι αρκετή ποίηση:

σ. 421: ποίηση Πάνου Κυπαρίσση: «ΑΜΦΙΣΗΜΙΑ / Φοράει πράσινα ο γκρεμός/ και κάποτε μες στ' άνθη // Περιμένει»

σ. 422: ποίηση Γιώργου Γώτη, καβαφικής πνοής, επιλεγομένη «Καλόν εντάφιον...»! «Καλόν εντάφιον η βασιλείη εστί / είπεν η Θεοδώρα απευθυνομένη / στον αυτοκράτορα Ιουστυινιανό / [...] όταν / δειλιάζοντας για να σωθούν [...]».

σ. 508: ποίηση Έλενας Χουσνή, «ΦΟΡΕΙΣ»! «Φορείς ένα σκισμένο νυφικό / σε συνοδεύουνε οι τοπικοί φορείς / Κανείς δεν σού αγγίζει τα μαλλιά / μόνο στο πλάι σου βαδίζει ένα κανίς / Μιλιά δεν βγάζουν ώρα τώρα οι φορείς / [...] / Με νυφικό στο τέλος της πομπής».

σ. 510: γράφει ο Ανδρέας Καπετάνιος, «ΙΧΝΗ»: «Δυόμισι πλάκες του πεζοδρομίου / δρασκέλισα / να μην πατήσω τον έρωτα / που χάραξες στο τσιμέντο // κάποτε».

σ. 563: ποίηση Τζόυ Γαλανός, «ΔΕΝΤΡΑ»! «Δεντρα βάει άλλο, δεντρά βηξε ποτέ, εμείς τα καταφέραμε, ό,τι καταφέραμε. / Δεντρα υμάτισες εσύ την ψυχή μου, μόνο την πληγή μου έξυσες. / Δεντρά πηκα να σού φανερώσω το είναι μου, δεντρά πηκες και εσύ να μη δείς, να δείς ό,τι σού αρέσει, να διαλέξεις και εγώ να στο φωτίσω. / Δεντρά φηκες με τη σάρκα μου, μόνο τη ζωή μου στο πιάτο σού πρόσφερα. / Δεντρα ύλισα μόνο μια φορά τον πόνο, μα πώς να καταλάβει. / [...] / Δέντρα δεν είμαστε να ριζώνουμε στο χώμα, μα στις καρδιές των ανθρώπων βρίσκουμε εύφορο έδαφος, λίπασμα και ζεστασιά.».

*

Ενώ, σσ. 472-488: Werner Transier, «Η Σάμος με τα μάτια ενός ξένου», ένθα (σσ. 474-477) και μπόλικες σημειώσεις έτους 1973, πρώτο ταξίδι του ερευνητή των ελληνιστικών και ρωμαϊκών επιγραφών της νήσου, με πολλές φρέσκιες εντυπώσεις από τα αξιοθέατα μνημεία του νησιού:

σ. 474: «Τη δεύτερη μέρα της παραμονής μας στη Σάμο, η πρώτη μας εκδρομή μάς οδήγησε στην Άμπελο, το βουνό πάνω από το Πυθαγόρειο. Εκεί επισκεφθήκαμε το μοναστήρι της Παναγίας Σπηλιανής. Μπήκαμε προσεκτικά στη σπηλιά στο υγρό έδαφος. Ακόμη και η πρώτη ματιά έδειξε ότι βλέπαμε έναν αρχαίο χώρο λατρείας. Μέσα και κοντά στο μικρό παρεκκλήσι του σπηλαίου χρησιμοποιήθηκαν αρχαίες πέτρες και κολόνες. Η πηγή, από την οποία αναβλύζει φρέσκο και καθαρό νερό, περιβάλλεται επίσης από αρχαίες πέτρες». Και: «Η περιήγηση ολοκληρώθηκε στην Ακρόπολη με τα ερείπια του παλατιού του Αντωνίου και της Κλεοπάτρας, το οποίο κατοικήθηκε επίσης από Ρωμαίους αυτοκράτορες κατά τις επισκέψεις τους στο νησί τον 1ο και 2ο αι. μ.Χ. Πάνω από το ανάκτορο τής ρωμαϊκής εποχής διακρίνονταν τα θεμέλια της πρωτοβυζαντινής βασιλικής, πιθανότατα της εκκλησίας των πρώτων επισκόπων του νησιού. Επισκεφθήκαμε την εκκλησία της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, χτισμένη σε ανάμνηση της νίκης των Σαμιωτών επί των Τούρκων το 1824, και το κάστρο του Λογοθέτη Λυκούργου».

σ. 475: «Συνεχίσαμε στους πρόποδες των αμπελώνων προς το Καρλόβασι, διασχίσαμε το αραιοκατοικημένο δασικό τοπίο προς τον Πύργο και στη συνέχεια φτάσαμε στο μοναστήρι της Μεγάλης Παναγιάς [...]. Εντυπωσιάστηκα από τις εικόνες και τις τοιχογραφίες του ναού, ιδιαίτερα από την απεικόνιση της σταύρωσης του Αγίου Πέτρου στο νάρθηκα [...]».

σσ. 476-477: «Τέλος επισκεφθήκαμε το Ηραίον. Ο μοναδικός κίονας του ναού, η Κολόνα, είναι ορατός από μακρυά. Εκείνη την εποχή, η είσοδος στο Ηραίο ήταν στα δυτικά κοντά στα θεμέλια του μεγάλου ναού της Ήρας από την εποχή του Πολυκράτη. Τα άλλα ερείπια καθιστούν σαφές ότι το Ηραίο ανήκε όχι μόνο στην Ήρα, αλλά και ότι εκεί λατρεύονταν και άλλοι θεοί και θεές. Το Ηραίο δεν ήταν μόνο θρησκευτικό, αλλά και ένα οικονομικό κέντρο του νησιού. Οι πρώτοι χριστιανοί έχτισαν μια εκκλησία από τις πέτρες του ιερού για να αφαιρέσουν τη δύναμη της Ήρας και των άλλων θεοτήτων τού ιερού».

Ενώ κατά την περιπετειώδη αναχώρηση με πλοίο, λόγω σφοδρής κακοκαιρίας από το νησί, στο φθινοπωρινό ταξίδι έτους 1977, καταγράφει: «Η ηρεμία στο θυελλώδες ταξίδι διακόπηκε μόνο όταν περάσαμε από μακριά το νησί της Τήνου με το μοναστήρι της Παναγίας. Πολλοί συνέρρευσαν στο κατάστρωμα στο ύπαιθρο για να χαιρετήσουν τη Θεοτόκο» (σ. 481).

Τέλος, συγκρατώ στην σ. 548: τη σημείωση νο.5 στο άρθρο του Μάριου Βακίρη με τίτλο «Φιλοσοφικές αντιλήψεις στο έργο του Ηροδότου», αναφορικά με το γνωστό περιστατικό του Σόλωνα με τον Κροίσο: «Το περιστατικό που περιγράφει ο Ηρόδοτος δεν είναι πραγματικό. Στην πραγματικότητα ο Σόλων ταξίδεψε πέρα από την πατρίδα του και επέστρεψε στην Αθήνα πολύ πριν από την άνοδο του Κροίσου στην Λυδία», και παραπέμπει στο βιβλίο του James Romm, Ηρόδοτος. Η ζωή και το έργο του (έκδ. Τυπωθήτω 2004, σ. 101).

Επισημάνσεις φυλλομετρώντας το επετειακόν καίτοι θερινό αυτό προ διετίας τεύχος 100 του νησιωτικού Απόπλου! Τόμος 100ος! συλλεκτικός! πολύτιμος! ένα παραθύρι στο Αιγαίο με το εξώφυλλο ολόγιομο πυκνά πυκνά με ξηραμένα τ' άνθη in situ αγριοράδικα του είδους taraxacum officinalis!

Σάββατο 8 Αυγούστου 2026

από τα Αρχεία ΓΑΚ περί της Σαμιακής Επανάστασης


Απόπλους, τ. 100, σ. 376: αρχειακή εκ των ΓΑΚ Σάμου καταγραφή σε ημερολόγιο από 29 Ιουλίου έως 25 Αυγούστου, σε άρθρο της Κατερίνας Καριωτόγλου (σσ. 373-382), επισημαίνει: «έφθασεν εις την Σάμον ο βυζαντινός στόλος συνιστώμενος από 200 περίπου πλοία μικρά μεγάλα...». Ως βυζαντινός εννοείται εδώ ο οθωμανικός στόλος! Παρακάτω επισημαίνεται: «ενώ στη μικρασιατική ακτή διακρίνεται ένας μεγάλος αριθμός Οθωμανών»!

Ενώ από το μείζον άρθρο (σσ. 392-401) της δ/ντριας των ΓΑΚ Σάμου κ. Αγγέλας Χατζημιχάλη, με τίτλον «Ιστορίες πολέμου. Σάμος 1821-1824)»: αντλώ δέκα (10) κατ' ελάχιστον γλαφυρότατα αρχειακά τεκμήρια, ως επί το πλείστον αντλημένα από την έκδοση του Χρ. Λάνδρου, Αρχείο Σαμιακής Επανάστασης 1821 (έκδ. Απόπλους 2021):

σ. 393: «Ήδη έχει καταγραφεί μια μεγάλη πρώιμη εξέγερση το έτος 1805 που το σημαντικότερο αίτημα ήταν ο έλεγχος της οικονομικής διαχείρισης των προυχόντων. (Σημ. 1: Αλέξης Σεβαστάκης, Το κίνημα των Καρμανιόλων στη Σάμο.)». [...]

σ. 393: «...Η συρροή πολυάριθμων προσφύγων δημιούργησε στη Σάμο που είχε περιορισμένα μέσα διατροφής και πενιχρά οικονομικά οξύτατο επισιτιστικό πρόβλημα. ...Το μαχητικό πνεύμα των Σαμίων δεν δίστασε ούτε μια στιγμή. Θα άρπαζαν την τροφή τους από τον εχθρό κάνοντας επιδρομές στη Μικρά Ασία! (Σημ. 2: Μιχ. Β. Σακελλαρίου, Ένας συνταγματικός δημοκρατικός ηγέτης κατά την επανάσταση του '21. Ο Λυκούργος Λογοθέτης της Σάμου. ΠΕΚ)».

σ. 393: «7 Ιουλίου 1821. Εξεδώσαμεν ένα γράμμα εις τον οικονόμον του θεολόγου Άνθιμον διά να στείλη δύο φορτώματα σιτάρι και άλλα δύο κριθάρι, διά να τρώγη ο κόσμος, οπού εσυνάχθησαν εις την φύλαξιν της πατρίδος μας... Εστείλαμε το αυτό και εις το μετόχιο του αγίου Γεωργίου της Μεγάλης Παναγίας να φέρουν 3 γομάρια σιτάρι διά τους ανθρώπους». Αρχειακό απότμημα εκ των ΓΑΚ Σάμου, δημοσιευμένο από τον Χρ. Λάνδρο, για τον απόηχο τής πρώτης μεγάλης επίθεσης. (Σημ. 3: Χρ. Λάνδρος, Αρχείο Σαμιακής Επανάστασης 1821, Απόπλους 2021)».

σ. 394: «και έφερον γαλήνην εις τα πράγματα τής Σάμου, ώστε ουκ εμολύνθη το έδαφος αυτής με αίμα πατριωτικόν εις το ενιαύσιον εκείνο τής διοικήσεώς μου διάστημα.» (Σημ. 4: Μιχ. Β. Σακελλαρίου, Ένας συνταγματικός δημοκρατικός ηγέτης κατά την επανάσταση του '21. Ο Λυκούργος Λογοθέτης της Σάμου. ΠΕΚ)». Απόλογος του Λογοθέτη για την ευθύνη της Καταστροφής της Χίου.

σ. 394: «Η Τοπική Διοίκησις δίδει την άδειαν εις τον πλοίαρχον [...] να περιέλθη εις πειρατείαν κατά των εχθρών οθωμανών με το πλοίον του [...]. Παρακαλούνται όλαι αι ομογενείς και φιλικαί εξουσίαι να τω αφήσωσιν ελευθέραν την διάβασιν με πάσαν συγχωρημένην και αζημίωτον βοήθειαν. Εκ του Γενικού Διοικητηρίου, Λ. Λυκούργος» (Σημ. 5: Χρ. Λάνδρος, Αρχείο Σαμιακής Επανάστασης 1821, Απόπλους 2021)».

σ. 395: «έφτασαν εδώ έν ρωσικόν βεργαντίνο [...] φορτωμένον από Κουσάντασι διά Κωνσταντινούπολιν, το οποίον η Γουλέτα Κουρσάρικη Γραικική [...] το έφερεν επί λόγω ότι το φορτίον του σιτάρι είναι ιστιράς (αγορά της Υψηλής Πύλης) και εκ τούτου να το κάμη πρέζα» (Σημ. 6: Χρ. Λάνδρος, Αρχείο Σαμιακής Επανάστασης 1821, Απόπλους 2021). Με λίγα λόγια να το πλιατσικολογήσει».

σ. 395: «αν δεν φέρετε γρόσια, γράφουν, σάς λέγομεν ότι τα αρμαμέντα θέλουν εξαρματώσει και θέλει μείνει η Πατρίς αφύλακτος και τότε εμπορεί να εύρη ευκαιρίαν ο εχθρός και να περάση επάνω εις την Σάμον όσα στρατεύματα θέλει, και συλλογισθήτε το καλά» (Σημ. 7: Χρ. Λάνδρος, Αρχείο Σαμιακής Επανάστασης 1821, Απόπλους 2021). Ο λόγος της συλλογής των γροσίων ήταν προφανής».

σ. 397: κι αναφορικά με τις προετοιμασίες για την ναυμαχία: «Επειδή ο εχθρός δεν έρχεται καθώς την πρώτην φοράν αλλά με δυνάμεις μεγάλας και με άλλα μέσα., διά τούτον σάς παραγγέλλομεν να έχητε κάθε υποταγήν, και ευπείθειαν εις όλους τους ανωτέρους σας, και να έχητε τα άρματά σας παστρικά και έτοιμα έχοντες πάντοτε μαζύ σας τουλάχιστον τέσσαρες ή πέντε τζακουμόπετρες και εξήντα φυσέκια τουλάχιστον ο καθένας...» (Σημ. 13: Μιχ. Β. Σακελλαρίου, Ένας συνταγματικός δημοκρατικός ηγέτης κατά την επανάσταση του '21. Ο Λυκούργος Λογοθέτης της Σάμου. ΠΕΚ)».

σ. 397: ένας «Ψαριανός προτιμούσε προτιμούσε να κλέβει το βιός των άλλων χριστιανών. Επτά βόδια μοναστηριακά έκλεψε από τους Λειψούς της Πάτμου «πράγμα ενάντιον και εις την μερικήν ημών πατρίδα». Καλείται να επιστρέψει τα βόδια «διότι αλλέως θα πληρώσει τα διπλά και θα ατιμάσει το υποκείμενόν του» (Σημ. 14: Χρ. Λάνδρος, Αρχείο Σαμιακής Επανάστασης 1821, Απόπλους 2021)».

σ. 398: «Στις 15 Αυγούστου ημέρα Παρασκευή της Παναγίας «υπήγεν ο Διοικητής και αντάμωσεν τους κυρίους ναυάρχους εντός του πλοίου του Ψαριανού ναυάρχου ν. Αποστόλη εις τον Μεσόκαμπον. Τη αυτή ημέρα εδόθησαν προς αυτούς αρκετά βόδια, και κατζίκια σταλθέντα από τα χωρία». (Σημ. 16: Χρ. Λάνδρος, Αρχείο Σαμιακής Επανάστασης 1821, Απόπλους 2021)».

Επισημάνσεις φυλλομετρώντας το επετειακόν καίτοι θερινό προ διετίας αυτό τεύχος 100 του νησιωτικού Απόπλου! με θέμα τα 200 χρόνια της Ναυμαχίας της Σάμου που τής χάρισε μια κάποια, σχετική πάντα, ελευθερία! Τόμος 100ος! συλλεκτικός! πολύτιμος! ένα παραθύρι στο Αιγαίο με το εξώφυλλο ολόγιομο πυκνά πυκνά με ξηραμένα τ' άνθη in situ αγριοράδικα του είδους taraxacum officinalis!

Τρίτη 4 Αυγούστου 2026

στον ‘συνήθη τόπο των εκτελέσεων’ έξω από τα κάστρα...


Φεύγει λοιπόν ο καιρός, οι άνθρωποι πεθαίνουνε-
φαίνεται πήγανε μαζί, μαζί με τόσους άλλους,
δίκαιους και αδίκους, ψηλά, στο χώμα, κόκαλα μονάχα.*

[…] Μετά την απελευθέρωση από τους Γερμανούς, δεν πήγε πολύς καιρός, οργίαζαν οι παρακρατικοί, πάλι· αρχές του ‘47, μια νύχτα μπουκάρανε στο σπιτικό του, τον πήραν, πήραν και άλλα τρία παλληκάρια από διπλανές παράγκες δίχως λόγο εκείνους, και όλους μαζί, έξω από τα τείχη, τούς εκτέλεσαν.

Τούς βρήκαν το πρωί περαστικοί, ειδοποίησαν τα σπίτια τους, οδυρμός. [...]

*

[…] Ο Τάσκος, ο πρωτότοκος γιός, ο πιο ζωηρός, συνδέθηκε με τις πολιτικές οργανώσεις του κόκκινου κόμματος, του εκτός Νόμου· στα δεκαοχτώ του ήταν κιόλας στα μπουντρούμια. Από κεί στη φυλακή της εξορίας, δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος. Αλβανικό μέτωπο, απόδραση και νά τος τώρα, πρώτα χρόνια γερμανικής κατοχής, στέλεχος του Κόμματος κάπου στην περιοχή Πιερίας – Θεσσαλονίκης. Παράτολμος, πανέξυπνος, ρεαλιστής, με πολλά καθήκοντα σε όλα τα παράνομα μερόνυχτά του.

Μετά από δέκα μήνες ριψοκίνδυνων αποστολών, σε κάποιο σημείο έσπασε το «δίχτυ». Κάποιος (μα ποιός;) τον κάρφωσε. Στο σπίτι ενός συντρόφου, κάπου στην περιοχή Δόξα της Σαλονίκης, τον έπιασαν συνεργάτες των Γερμανών. Συνοπτικές οι διαδικασίες, πρόλαβε και τον είδε για λίγο στη φυλακή βουρκωμένη η μάνα, η κυρά-Μαρία. Την άλλη μέρα, 23 του Μάη, τόν πήρε το σκοτάδι. Μαζί με άλλα έξι παλικάρια, στον «συνήθη τόπο των εκτελέσεων» έξω από τα κάστρα του Γεντή Κουλέ, τον εκτέλεσαν.

Η μάνα του δεν εννόησε ποτέ τον θάνατό του. «Γιατί», «γιατί», «γιατί», μονολογούσε πλημμυρισμένη στα δάκρυα. Το κακό ποτέ δεν το συγχώρησε στη ζωή της. Και τότε και αργότερα μηνούσε στον άλλο γιό της, τον Βάσκο, να βρεί οπωσδήποτε το χώμα που σκέπασε, κακήν κακώς, τον αδερφό του, τον πρωτότοκό της.

-Βάσκο, τού μηνούσε, μην ξεχάσεις ποτέ, να βρεις το μέρος που σκότωσαν και θάψανε τον Τάσκο, εκεί ένα κερί ν’ ανάψουμε, η ντούσια [: ψυχή] του να λαφρώσει... [...]

*

κόντευε τα ογδόντα […] Πρώτα πήγαν στο Δημαρχείο του συνοικισμού Συκεών, είχε ορισμένες πληροφορίες για τις εκτελέσεις, τότε. Μπήκαν στη σειρά, ρώτησαν τον αρμόδιο υπάλληλο, άνοιξαν τα κατάστιχα, δεν βρήκαν ίχνος εκεί, τίποτε. Λεπτό προς λεπτό μεγάλωνε η ταραχή του Βάσκου, με προτροπή του υπαλλήλου πήγαν, κατόπιν, στο πιθανό αρμόδιο τμήμα του κεντρικού Δημαρχείου Θεσσαλονίκης, σε κάποια πάροδο της Μοναστηρίου. Εκεί ρώτησαν, από το ένα γραφείο στο άλλο, «ψύλλους στ’ άχυρα» έψαχναν, κάτι όμως άρχιζε να χαράζει.

Στο πρωτόκολλο του έτους 1942, βρέθηκε η σημείωση του γεγονότος εκείνου! Εφτά πολίτες εκτελεσμένοι από τους Γερμανούς, στις 23 Μαΐου του έτους 1942· και τα ονόματά τους, α, β, γ, δ… Πέμπτος στη σειρά Αναστάσιος Καρατζάς – ο Βάσκος κόντευε να λιγοθυμίσει… Για το πού όμως καταχωνιάστηκαν δεν υπήρχε κανένα σημάδι.

Νέος γύρος στα γραφεία ενός άλλου ορόφου, κάποιος προϊστάμενος, που ζήτησαν τη βοήθειά του, «έχω εξυπηρετήσει και άλλες παρόμοιες υποθέσεις», τούς είπε, «τότε τους εκτελεσμένους κανείς δεν ξέρει πού τους έθαβαν. Ψάξτε στα νεκροταφεία της Αγίας Φωτεινής, της Αγίας Παρασκευής, της Μαλακοπής, της Ευαγγελίστριας, μάλλον εκεί πηγαίνετε, εκεί ψάξτε στ’ αρχεία τους, ίσως βρείτε κάτι». […] έτρεξαν στην Ευαγγελίστρια. Το νεκροταφείο σήμερα δεν λειτουργεί […].

Ο υπάλληλος προθυμοποιήθηκε κατεβάζοντας παλιά, μεγάλου σχήματος, κιτάπια, πάλι και πάλι. Δυό φορές άνοιξε κρύπτες ντουλάπες όπου φυλούσε, κι εκεί, Αρχεία. Στερνά, σε κάποιο παλιό βιβλίο συμβάντων ενταφιασμού κατά το έτος 1942, βρέθηκεν η άκρη: «Μεταφέρθησαν υπό ειδικής γερμανικής υπηρεσίας επτά πτώματα, ήτοι,» (τα ονόματα των εκτελεσμένων, περί το τέλος της λίστας και ο Τάσκος). «Τα οποία και ενταφιάσθησαν», κατέληγε το κείμενο της αναφοράς.

Ο Βάσκος ετοιμόρροπος, ρώτησε αμέσως τον Σωτήρη, «βρε φίλε, μήπως ξέρεις πού περίπου έθαβαν τους σκοτωμένους τότε;». Σηκώθηκεν εκείνος, έδωσε κι αυτός αντίγραφο της πιστοποίησης και λίγο μετά τούς έδειξε έναν χώρο μακριά από τους επώνυμους τάφους, «να, κάπου εκεί, στα όρια του Νεκροταφείου». […]

Μάρκος Μέσκος, Νερό Καρκάγια. Πεζογραφήματα (έκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2005, σσ. 49, 94-95, 100, 101-103). – Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 106).

Παρασκευή 31 Ιουλίου 2026

νερό του μαύρου βράχου


Συνήθεια ήταν κι αυτή, νά, όπως πίνεις το νερό,
όπως κόβεις μ’ ευλάβεια τη φέτα του ψωμιού
για να μην πεινάς.*

Νερό Καρκάγια, νερό καρά-καγιά, νερό του μαύρου βράχου – δυό συνθηματικές λέξεις που δηλώνουν τα μυστικά θεμέλια της μικρής πόλης (και εκτός των ορίων της) παρατεταμένα.

*

[…] Τότε που κλείνουν οι μέρες λίγο λίγο, οι νύχτες μαυρίζουν πολύ. Μετά βροχές, αέρηδες, παγωνιά. Και χιόνι. Κύκλος και πάλι κύκλος, επάλληλα· κι ο ένας μέσα στον άλλον καθώς οι κορμοί των δέντρων, σφαγμένοι εγκάρσια.

*

[…] απέναντι από την άλλη πλευρά του ποταμού, πάνω στο μονοπάτι που οδηγούσε στο πάρκο, υπήρχε ένα θεόρατο πλατάνι (νερά, χώμα, κορμός δέντρου, μπράτσα, φύλλα· και ήλιος και συννεφιά και άνεμος, νύχτα-μέρα. Και ίσκιος ζωής).

Κάποιος το είχε ανοίξει, τό ‘χε ξεκοιλιάσει μα γύρω γύρω ο κορμός, με τα νερά της χοντρής του φλούδας, στήριζε το δέντρο· και κείνο κρατούσε, ήταν ζωντανό σε όλο το ύψος.

Τώρα, εκεί, στη βάση, μια χωμάτινη φωλιά, ένας κύκλος διαμέτρου δύο μέτρων και. Τον χώρον αυτόν επέλεξεν ο Λάκης για υπνωτήριο, μια σιωπηλή στέγη που μιλούσε στο λήθαργό του. Εκεί το ξαπόσταμά του, ο ύπνος του κάθε νύχτα, «θα περάσει κι αυτή». Τον χωρούσε η «φωλιά» [...]

*

Πρακτικός γιατρός […] (γιατροπόρεψε πολλές νύχτες Αντάρτες, ήταν λοιπόν «συμπαθών»). Καλός Σαμαρείτης εκείνος πήγαινε όπου τού ζητούσαν, δεν κοίταγε προηγουμένως την ταυτότητα κανενός πληγωμένου, κανενός!

Πιο πολύ δεν εννόησεν κι ο αρμόδιος Ιατρικός σύλλογος Θεσσαλονίκης, του Ορθοπεδικού τμήματος κυρίως, που ανησύχησε, για λόγους ανταγωνιστικούς, από την παρουσία και το «κύρος» ενός φυλακισμένου χωρικού, δήθεν γιατρού.

Τον επισκέφθηκαν λοιπόν στο κελί του, να δούνε από κοντά το «φαινόμενο», εκείνος τούς υποδέχτηκε χαμογελώντας, «καλώς τα παιδιά», αμέσως η Επιτροπή των Θεσσαλονικέων ιατρών ζήτησεν εξηγήσεις, ιδίως να τούς δείξει τί και πώς ακριβώς «δουλεύει».

Τί να σάς δείξω, ρώτησε ο κυρ-Χρήστος, να… Στο περβάζι του παραθύρου κούρνιαζε ένα γατί που τού ‘καμνε συντροφιά· το πήρε, το εξάρθρωσε τελείως, εκείνο «νιάου», και το απίθωσε χαλάκι στα πόδια τους.

Κοιτάχτηκαν τα μέλη της Επιτροπής μεταξύ τους, «πάρτε το γατί και κάντε το να περπατήσει πάλι» ξαναμίλησε ο Ρουσουλέντσης, «θέλουμε καιρό, χειρουργείο, γύψο» ψέλλισαν οι άλλοι, δεν άφησε το γατί να υποφέρει περισσότερο ο μπαρμπα-Χρήστος, το πήρε μαλακά, ξανάβαλε τα πάντα στη θέση του σώματός του και το άφησε να φύγει από το παράθυρο.

Η Επιτροπή, περίπου ντροπιασμένη, γύρισε πίσω άπρακτη· ο Ρουσουλέντσης οχτώ μήνες μετά αποφυλακίστηκε […].

*

[…] χελώνες, λαγοί· κι όλα τα πουλιά! Αετοί, πελαργοί, γκαβράνια, κάργες, γκουγκούφες, χελιδόνια, τρυγόνια, πάπιες, χήνες, λαϊνάρια, σπίνοι, σουσουράδες, κότσυφες, συκοφάγοι, κίσσες, καρδερίνες, γαρδέλια, σπούργοι. Και δρυοκολάπτες - «πώς χτυπούν τον κορμό των δέντρων σημαίνοντας συναγερμό, ανήσυχα τα μερμήγκια πανικοβάλλονται τρέχοντας πάνω κάτω και τότε ο δρυοκολάπτης αμολάει τη γλώσσα του στις κρύπτες των μερμηγκιών, εκείνα διστάζουν στην αρχή μα σε λίγο, τί ωραίος μεζές, λένε, πλησιάζουν, ο δρυοκολάπτης απ’ έξω ακίνητος, εκείνα ανεβαίνουν στη γλώσσα πίνοντας πρώτα την υγρασία της και τότε το φτυάρι της γλώσσας, σαν ένα τεράστιο φορτωμένο βαγόνι με μυρμήγκια, βρίσκεται αστραπιαία στον οισοφάγο τού πουλιού· έτσι ο κατεργάρης, ο δρυοκολάπτης, γεμίζει το στομάχι του». Μάς μάγευε ο κυρ-Γιάννης!

Μάρκος Μέσκος, Νερό Καρκάγια. Πεζογραφήματα (έκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2005, σσ. 11, 14, 55, 42-43 87). – Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 13).

Δευτέρα 27 Ιουλίου 2026

δεν γνωρίζαμε ακόμη τα κατοπινά αίματα


Αν υπάρχουν θεοί, μαζί σου θα είναι πάντα,
γιατί είσαι δίκαιος άνθρωπος. Αν δεν υπάρχουν,
τότε τί νόημα έχει αυτός ο μόχθος
που ονομάζουμε ζωή;*

[…] Η απελευθέρωση ήταν πρόσφατη, δεν ήταν μακριά. Μόλις είχεν τελειώσει εκείνη η Κατοχή, δεν γνωρίζαμε ακόμη τα κατοπινά αίματα και τ’ αλλεπάλληλα συρματοπλέγματα. Πιστεύαμε, άκαιρα, ότι τώρα πια καλοσύνεψε ο κόσμος, το κακό χάθηκε πολύ μακριά…

Έτσι ξεθαρρεύαμε.
Σιγά σιγά στήνονταν πάλι οι δουλειές, έστω του ποδαριού και της παράγκας, ξεχέρσωναν οι ξωμάχοι τα κτήματά τους και προπαντός ελευθέρωναν τη γή από τις πάμπολλες νάρκες. Σακατεύτηκαν βέβαια πολλοί, κάποιοι νέοι, όταν βοσκούσαν τα λιγοστά τους ερίφια σε μακρινότερες περιοχές, πατούσαν τις νάρκες και τα σημάδια από τις ανατινάξεις μια ζωή στη γωνιά μαζί τους μαράζι (όταν δεν τύχαινε ο ακαριαίος θάνατος, ο πιο συχνός). […]

*

[…] Απρίλης ήταν. Η νάρκη σκότωσε τον ξάδερφο μια κι όξω, έγινε κομμάτια, μέρες τά ‘ψαχναν για να κάνουν την κηδεία του. Λίγο πιο πέρα από το παραμεθόριο χωριό του Καϊμάκτσαλαν, βοσκώντας λιγοστά γίδια, ο Λιαλιάς ο Αχιλλέας κι ο ξάδερφός του, συνέβη το κακό.

Ο ξάδερφος πάτησε τη νάρκη κι έγινε κομμάτια, ο Λιαλιάς ο Αχιλλέας μετά την έκρηξη έσκουζε στην ερημιά μισοπεθαμένος, έτρεξαν κάποιοι, τελικά τον σήκωσαν, ο πατέρας του όσο γρήγορα μπορούσε τον πέρασε από την άλλη μεριά του βουνού, εκεί τον γιατροπόρεψαν, σταμάτησαν τις αιμορραγίες, σ’ ένα πρόχειρο χειρουργείο έγινε ό,τι έγινε.

Όταν πατέρας και γιος καβάλα στο άλογο γύρισαν πίσω, ο Λιαλιάς ο Αχιλλέας είχε ένα χέρι μόνο, το δεξί, το άλλο σχεδόν σύρριζα κομμένο από τον ώμο· και το ένα μάτι το αριστερό υπήρχε αλλά ήταν γκρίζο, σαν γκαζιά, σαν λευκό κουινάκι, δεν έβλεπε από κεί. […]

*

Ο μπαρμπα-Τρύφων ο Βλαντοβίτης είχε κι άλλον γιο στο Αντάρτικο. Δεν τό ‘παμε τότε. Τυχερός ήταν αυτός, δεν σκοτώθηκε, όπως ο αδερφός του, στον Εμφύλιο· μετά την ήττα οι γνωστοί δρόμοι, μαζί μ’ άλλους συναγωνιστές πέρασε στην Αλβανία, λίγο μετά στο λιμάνι, στην Αυλώνα, και εν συνεχεία στ’ αμπάρια των καραβιών, στριμωγμένοι μέρες και νύχτες αμίλητοι, είχαν εντολές να μην ακούγονται και να μη βλέπονται κυρίως, πέρασαν το Ιόνιο, πέρασαν όλο το Αιγαίο πέλαγος κι όταν έφτασαν στα Δαρδανέλια τότε μόνο ξετρύπωσαν, ξεθάρρεψαν κι ανάψανε τσιγάρο στο κατάστρωμα. Πού πήγαιναν;

Πιάσαν λιμάνι ψηλά στον Εύξεινο Πόντο τριάντα μέρες μετά, άλλες τόσες περίπου χρειάστηκε αλλάζοντας τρένα, προς Ανατολάς πάντα, για να καταλήξουν στην Τασκένδη.

Στην τρίτη πολιτεία έμεινε κάπου εννιά μήνες, ανάγκη να μπεί στο Νοσοκομείο εξαιτίας της παλιάς πληγής από τον όλμο στο Βίτσι, τού άνοιξε η οβίδα τα σπλάχνα στην κοιλιά και μπόρεσε κρατώντας τα, παραζαλισμένος, στα χέρια του να τα σώσει· να σώσει και τη ζωή του όταν μετά τη μάχη έτρεξαν οι σύντροφοι και τον σήκωσαν με προσοχή και τον πήγαν στ’ ορεινό, μα τώρα πάλι εξετάσεις πάλι γιατρούς· τον πήγαν στη Μόσχα, γλίτωσε πάλι, από κεί στο Βουκουρέστι, στο Βελιγράδι με άδεια, λίγο λίγο κατέβαινε πιο κοντά στο γεωγραφικό σημείο του χωριού του, ζήτησε να καταλήξει στα Σκόπια· και πήγε τελικά. […]

*

[…] και πέρασαν τα σύνορα, μετά την ήττα, κάπου στην Αλβανία, στην Αυλώνα κατόπιν και στ’ αμπάρια των πλοίων το ταξίδι από το Ιόνιο και το Αιγαίο πέλαγος, τα Δαρδανέλια, τον Βόσπορο· στον αέρα της Μαύρης Θάλασσας αναπνέοντας είδαν τον ήλιο ύστερα από τόσες ημέρες και πέταξαν τα δίκοχά τους ψηλά, τώρα ασφαλείς, τώρα χωρίς χτυποκάρδια στη νέα ζωή, έστω, μακριά από την Πατρίδα – μήτε τώρα…

Έπειτα το αναγκαστικό ταξίδι προς Ανατολάς, προς την έρημο των Ουζμπέκων, στην Τασκένδη καταλήξανε, συμμαζεύτηκαν, άρχισε η ζωή, για πολλούς, από το μηδέν. Σε πολιτείες εμιγκρέδων ζούσαν, το Κόμμα πάντα παρόν, άγρυπνο. Που δεν τού ‘δινε του Βάσκου την έγκριση να σπουδάσει Φιλολογία – μήτε τότε.

Τολμηρός όμως εκείνος πήγε στους Ρώσους διοικητές των Σχολών κι αυτοί τον πέρασαν στις τάξεις των πολιτικών μηχανικών, το Κόμμα τού ‘κανε αυστηρή επίπληξη γιατί παράκουσε τις δικές του διαταγές που τού απαγόρευαν (σχεδόν) να σπουδάσει -πόσες φορές δεν καταράστηκε εκείνο το ντουβαράκι στο χωριό του! [ενν. όπου μετά την απελευθέρωση κατέβηκε στο χωριό του «και μίλησε στη γλώσσα των πατέρων του», ήτοι τα εντόπια!].

Μάρκος Μέσκος, Νερό Καρκάγια. Πεζογραφήματα (έκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2005, σσ. 25-26, 66-67, 58-59, 97). –Για την οδό διαφυγής από Αλβανία ίσαμε την Τασκένδη!


-----

* Ευριπίδη, Ιφιγένεια εν Αυλίδι (μτφρ. Παναγιώτα Πανταζή, έκδ. 5η εποχή τέχνης για το Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου, Αθήνα 2022, σ. 87).

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2026

ένα μουσουλμανικό μαυσωλείο


Να η είσοδος του κοιμητηρίου. Ακόμη καμιά εικοσαριά βήματα
κι ο νεκρός θα είναι στι σπίτι του. Καθόλου δάκρυα. Έρχεται
από μόνος του με γρήγορο βηματισμό και μ’ εκείνο το λουλουδάκι στο πέτο.
[…] Θολωτά κτίσματα με ένα προσκυνητάρι, το μικρό κιγκλίδωμα
και λίγα λουλούδια τριγύρω.
Για τους νεκρούς είναι ακριβώς μια αξιοζήλευτη κατοικία αυτό το κοιμητήριο.
Μακριά από το χωριό, οι ζωντανοί έρχονται σπάνια. […] *

Φθάσαμε στην Άγκρα. Τυχαία σχηματισμένα περίχωρα, διαφορετικά από οπουδήποτε αλλού, με αποικιακά δημόσια κτίρια ενός μόνου ορόφου, άσπρα και εγκαταλελειμμένα μέσα στην λέπρα και τις τρώγλες.

Μπουλούκια γυναικών ντυμένων σε πράσινο Σάρι, βιολεττί Σάρι, κόκκινο Σάρι, όλες με βραχιόλια στους καρπούς και στους αστραγάλους οι οποίες δούλευαν μανιωδώς στο μέσον πένθιμων σκονισμένων τετραγώνων. Μικρές γέφυρες πάνω από ποτάμια Γένεσης με τις κοίτες τους στεγνές και στρωμένες με ρούχα κάθε χρώματος, που γυάλιζαν σε ένα πνιγηρό χειμωνιάτικο ήλιο πάνω στις πέτρες, πάνω στο καμμένο χορτάρι.

Αποβλακωμένες αγελάδες, ομάδες μαθητών, άνδρες πάνω σε μεγάλα ποδήλατα με ένα σεντόνι ανάμεσα στα πόδια τους που φτερούγιζε θλιβερά στον άνεμο.

Στην Άγκρα υπάρχει το Τατζ Μαχάλ. Ο Άγιος Πέτρος της Ινδίας. Στην πραγματικότητα είναι ένας ναός ή καλύτερα ένα Μουσουλμανικό -όχι Ινδουϊστικό- μαυσωλείο. Αλλά αποτελεί ωστόσο την εθνική αρχιτεκτονική φιγούρα, το έμβλημα της Air India, το όνειρο των Εγγλέζων άγαμων κυριών.

Εκεί βγάζεις τα παπούτσια σου στην αχανή αυλή μπροστά, και με τον μόλις και μετά βίας θυμό που προκάλεσε η αφαίρεση των παπουτσιών σου για εκατοστή φορά, εισέρχεσαι ανάμεσα σε ομάδες τουριστών που είναι ντυμένοι σαν ζητιάνοι -και σε ζητιάνους που είναι σοβαροί σαν τουρίστες.

*

[…] στις πλευρές, κατά μήκος των μαρμάρινων τοίχων οι τέσσερις πόρτες από μάρμαρο και απέναντι το μεγάλο μαρμάρινο οικοδόμημα ανάλογο με τα δικά μας βαπτιστήρια με ένα μιναρέ μαρμάρινο. Ολόκληρο ακτινοβολεί, άσπρο και ψυχρό, με φόντο τον ουρανό που πίσω του ξεχύνεται πάνω από την στροφή του μεγάλου ποταμού.

Ένα αληθινό παγωμένο παλάτι. Η μουσουλμανική ποίηση, πρακτική και ανεικονική την ίδια στιγμή, πραγματική και αντιρεαλιστική την ίδια στιγμή, μοιάζει σαν να βρίσκεται στην Ινδία σε ένα κόσμο που δεν είναι δικός της. Ο πτωματώδης αισθησιασμός του Ινδικού τοπίου ανέχεται σαν ξένο σώμα στους Σαλγάρειους χώρους του μνημεία των Μουσουλμάνων κατακτητών, κλεισμένα στην αφηρημένη λειτουργική γεωμετρία τους, σαν εξωραϊσμένες φυλακές.

Ακόμη και μέσα στους Ινδούς Μουσουλμάνους υπάρχει κάτι το διχασμένο. Σαν ένα ξένο σώμα να έχει μπεί μέσα τους, η ζωή μιάς άλλης φύσης να έχει κεντρωθεί στη φύση τους. […] Εάν ο Ινδός χάσει την ανασφάλειά του, την ευγένειά του, το εύθραυστό του, την παθητικότητά του, τί θα απογίνει; Το Κοράνι σκληραίνει. Αποκαλύπτει βεβαιότητες, ενισχύει την ταυτότητα. Γι’ αυτόν τον λόγο δεν αισθάνομαι άνετα με τους Ινδούς της Μουσουλμανικής Θρησκείας […].

*

Κάθε φορά που κάποιος πηγαίνει να επισκεφθεί ένα μνημείο στη Ινδία, πέφτει δέσμιος του ξεναγού και ακολούθως τού πλήθους των ζητιάνων. Ένας ειρηνικός ταραξίας των ρουπιών και των ψιλών νομισμάτων. Στην «νεκρούπολη» της Άγκρας πέσαμε δέσμιοι του Abdullah, ενός μικρόσωμου Ινδού έφηβου Μουσουλμάνικου θρησκεύματος. Έπειτα προστέθηκε σ’ αυτόν, καθώς περνούσαμε κατά μήκος των αυλών και των προαυλίων, από τις εξωτερικές σκάλες και τα σκαλοπάτια, ένας Ινδουϊστής συνάδελφος, ο Bupati.

Ο Abdullah ήταν αναίσχυντος, ο Bupati συνεσταλμένος· ο Abdullah ένοιωσε κούραση από το να μάς ακολουθεί και ο Bupati δεν θα μάς είχε ποτέ εγκαταλείψει. Ο Abdullah έδειξε μια κάποια ειρωνεία για τον απροκάλυπτο θαυμασμό μας και ο Bupati ήταν πάντοτε δίπλα μας· στο τέλος ο Abdullah ζήτησε φιλοδώρημα, για εκείνον και για μια γυναίκα που ήρθε να μάς προσφέρει μερικά αρωματικά φρύγανα· ο Bupati εντούτοις δεν ζήτησε τίποτε και χαμήλωσε τα μάτια του εκτείνοντας απλώς ένα ευγενικό χέρι.

Πιέρ Πάολο Παζολίνι, Το Άρωμα των Ινδιών (έκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 1986 (β΄), σσ. 114-116, 116-117, 118-119).

-----
* Το motto εκ του Luigi Pirandello, Από μόνος του (έκδ. manifesto, Αθήνα 2024, σσ. 18, 19).

Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

ακτινοβολούν φώτα


Παρατηρήσαμε τα παιδιά που μάζευαν την κοπριά των αγελάδων απ’ τον δρόμο, τοποθετώντας την σε επίπεδα πλατιά καλάθια… Παρατηρήσαμε τις ομάδες των νεαρών Μουσουλμάνων με τα βιβλία τους κάτω από τα μπράτσα τους… Παρατηρήσαμε ένα αποχωρητήριο, δύο ψηλούς τοίχους μισό μέτρο πάνω από τις παρειές του αυλακιού, ανάμεσα στους οποίους οι Ινδοί κατουρούσαν καθισμένοι όπως είναι η συνήθειά τους… Παρατηρήσαμε τα κοράκια, πανταχού παρόντα στην Ινδία, με το ανώφελο σκούξιμό τους… Διασχίσαμε ολόκληρη την πόλη που όπως όλες οι Ινδικές πόλεις, είναι μια αδιαμόρφωτη μάζα γύρω από μία αγορά.

*

Καθώς η βάρκα απομακρύνεται φανερώνεται η όχθη στην ολότητά της. Ψηλά πάνω σε απόσταση ακτινοβολούν φώτα και εκεί υψώνεται το περίγραμμα ενός είδους πολιτείας του Άδη αλλά σε σεμνότερες αναλογίες, σχεδόν επαρχιώτικη. Είναι οι τοίχοι από τα παλάτια που οι μαχαραγιάδες και οι πλούσιοι κτίζουν για τον εαυτό τους με σκοπό να έρθουν να πεθάνουν στον Γάγγη.

Είναι οι ναοί, οι καλύβες, τα προστατευτικά τείχη. Αλλά όλα σκαρφαλωμένα με το ζόρι, συσσωρευμένα σε ένα απερίγραπτο χάος. Κάτω χαμηλά λάμπουν οι φωτιές πάνω σε μία άλλη αποβάθρα όμοια με εκείνη που μόλις αφήσαμε. Τώρα την πλησιάζουμε. Ένα κομμάτι μαύρης κεκλιμένης όχθης γεμάτης πλεούμενα.

Φθάνουμε κάτω από τις φωτιές. Είναι νεκρικές πυρές. Τρεις, δύο ψηλές όσο το ύψος μιας κινητής σκάλας και μία χαμηλότερη, λίγα μέτρα από την επιφάνεια του νερού.

Κατεβαίνουμε από την λικνιζόμενη βάρκα και περνώντας από τις καρίνες των άλλων πλεούμενων περιφερόμαστε ανάμεσα στην τέφρα και τα καμίνια, ακολουθώντας ένα τοίχο που μοιάζει να επέζησε σεισμού. Φθάνουμε από δύο σκάλες σε ένα ορθογώνιο χώρο όπου καίνε δύο πυρές.

Γύρω από τις πυρές βλέπουμε πολλούς Ινδούς να κάθονται συσπειρωμένοι με τα συνηθισμένα τους κουρέλια. Κανείς δεν κλαίει, κανείς δε λυπάται, κανείς δε νοιάζεται να συνδαυλίσει την φωτιά. Μοιάζουν όλοι να περιμένουν απλώς να τελειώσει η φωτιά μόνη της, χωρίς ανυπομονησία, χωρίς τουλάχιστον ένα αίσθημα πόνου, σκοτούρας ή περιέργειας.

Περπατούμε ανάμεσά τους κι εκείνοι ήσυχοι, ευγενικοί και αδιάφοροι μάς αφήνουν να περάσουμε μέχρι την άκρη τής πυράς. Δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τίποτε, μόνο μία ποσότητα ξύλων, καλοκομμένων και καλοστοιβαγμένων στο μέσον της οποίας βρίσκεται ξαπλωμένος ο νεκρός.

Αλλά τώρα καίγεται ολόκληρος και τα μέλη δεν διακρίνονται από τα μικρά κλαδιά. Δεν υπάρχει κανένα άρωμα εκτός από εκείνο το λεπτό της φωτιάς.

Επειδή ο αέρας είναι κρύος πλησιάζουμε ενστικτωδώς με τον Μοράβια τις πυρές και καθώς προχωρούμε συνειδητοποιούμε ότι καταλαμβανόμαστε από το ευχάριστο αίσθημα που έχουν οι άνθρωποι όταν στέκονται γύρω από μια φωτιά τον χειμώνα, με δάκτυλα μουδιασμένα, απολαμβάνοντας το να στέκονται εκεί με μια ομάδα περιστασιακούς φίλους στα πρόσωπα των οποίων, στα ρούχα των οποίων, ατάραχα η φλόγα ζωγραφίζει την βαρειά της αγωνία.

Κι έτσι άνετα, μέσα στην ζεστασιά, βλέπουμε τον φτωχό νεκρό από κοντά να καίγεται εκεί, χωρίς να στενοχωρεί κανένα. Ποτέ, σε κανένα μέρος, σε καμιά χρονική στιγμή, σε κανένα συμβάν κατά την παραμονή μας στην Ινδία δεν νοιώσαμε τέτοια βαθειά αίσθηση επικοινωνίας, γαλήνης και -σχεδόν- χαράς.

Πιέρ Πάολο Παζολίνι, Το Άρωμα των Ινδιών (έκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 1986 (β΄), σσ. 79, 130-133).

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2026

εκφρασμένη η αληθινή καλωσύνη


Το ταβάνι είναι είκοσι μέτρα ψηλά και όλο είναι διάτρητο από συμμετρικά παράθυρα, ορθογώνια ή σχήματος ημισελήνου, ανοιχτά. Μέσα στο κρύο της νύχτας… Από κάτω σχεδόν θλίψη. Μια μεγάλη αίθουσα αναμονής, άσπρη, με ένα πορτραίτο του Γκάντι στον τοίχο.

Ενός Γκάντι γυμνού σαν σκουλήκι, με ένα πολύ καθαρό κομμάτι λινού υφάσματος γύρω από το ισχύο και γυαλιά στην φάτσα, ελκυστικός όσο μια χελώνα.

*

Η αδελφή Τερέζα είναι μεγάλη στην ηλικία, με σκούρο δέρμα, διότι είναι Αλβανή, ψηλή, στεγνή, με δύο σχεδόν ανδρικά μήλα στο πρόσωπο και μια ευγενική ματιά που «βλέπει» τα πάντα καθώς κοιτάει. Μοιάζει εντυπωσιακά με μια διάσημη Αγία Άννα, τού Μιχαήλ Άγγελου. Και στα χαρακτηριστικά της είναι εκφρασμένη η αληθινή καλωσύνη, όπως περιγράφτηκε από τον Προυστ για την γριά Φρανσουάζ. Καλωσύνη χωρίς συναισθηματικά πρόσθετα, χωρίς προσδοκίες, ήσυχη συνάμα και εφησυχαστική, δυνατή και χρήσιμη.

*

Οι άνθρωποι της Ινδίας που εντρύφησα, ακόμη κι αν έχουν στην κατοχή τους κάτι ή εκτελούν εκείνο το λειτούργημα που καλείται «διακυβέρνηση», γνωρίζουν πως δεν υπάρχει ελπίδα. Μόλις και μετά βίας βρήκαν κάποια ελευθερία από την κόλαση με την βοήθεια μιας σύγχρονης πολιτιστικής χειραφέτησης, αλλά γνωρίζουν πως πρέπει να παραμείνουν στην κόλαση.

Ο ορίζοντας και τής πιο ασαφούς αναγέννησης δεν είναι ορατός σ’ αυτήν την γενιά ούτε κάν στην επόμενη και ποιός ξέρει σε ποιά από τις επόμενες. Η απουσία κάθε πραγματοποιήσιμης ελπίδας ωθεί την Ινδική μεσαία τάξη όπως είπα προηγουμένως, να κλείνεται σ’ εκείνη την μικρή βεβαιότητα που κατέχει. Την οικογένεια. Στριμώχνονται σ’ αυτήν για να μην βλέπουν ή να μην βλέπονται.

*

Μέσα σε ατμόσφαιρα Λεοπάρδαλης μερικά παιδιά παίζουν μπροστά από το σπίτι των γονιών τους. Ένα πολύ μικροκαμωμένο παιδί κρύβεται μέσα σε ένα υπόστεγο και γρήγορα το βρίσκουν. Το άλλο, λίγο πιο μικροκαμωμένο, μάς κοιτάζει γεμάτο γλυκύτητα. Κοντά υπάρχουν επίσης μια κατσίκα με μικρά που ακόμη θήλαζαν, ένα σκυλί και ένας μικρός παπαγάλος σε ένα κλουβί κρεμασμένο στα κλαδιά του banjan μπροστά από το σπίτι.

Ο Μοράβια δεν κρύβει την έντονη συμπάθειά του για ένα από τα μικρά κατσίκια που πηδάει τριγύρω όλο ζωντάνια φωνάζοντας την μητέρα του. «Μα, Μα...»

Θα ήθελα να το πιάσω για να το χαϊδέψω αλλά ξεφεύγει. Έπειτα το κυνηγάει το παιδί που επιστρέφει σ’ εμάς με το κατσικάκι στην αγκαλιά του. Το κατσίκι είναι πολύ άσπρο, το παιδί πολύ μαύρο. Και τα δύο έχουν το ίδιο ευγενικό βλέμμα στα μάτια τους.

Πιέρ Πάολο Παζολίνι, Το Άρωμα των Ινδιών (έκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 1986 (β΄), σσ. 124-125, 52, 81, 126).

Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

άπειρη πλαστικότητα των πραγμάτων


Οι ναοί μπροστά μας με τα δύο τμήματά τους,
(το ένα μεγάλο με το ingam μέσα,
το άλλο αντιμέτωπο και μικρότερο,
κάτι περισσότερο από μία σκεπή,
για να καλύψει την φοβερή αγελάδα από πέτρα
που αντικρύζει το ingam),
απλωμένοι στο χρυσό φώς τού ήλιου, ήσαν μιας ανεξάντλητης ομορφιάς.*

Αληθινά δεν γνωρίζω τί μπορεί να είναι η Ινδική θρησκεία. […] Γνωρίζω πως στο βάθος ο Βραχμανισμός μιλάει για μια αρχική ζωϊκή δύναμη, μια δυνατή πνοή «ανέμου» που ύστερα εκδηλώνεται και συγκεκριμενοποιείται στην άπειρη πλαστικότητα των πραγμάτων. Με άλλα λόγια είναι λίγο σαν την ατομική θεωρία. […]

Προσπάθησα να μιλήσω γι’ αυτό με πολλούς Ινδουϊστές, αλλά κανένας δεν έχει και την πιο παραμικρή ιδέα περί τούτου. Ο καθένας έχει την δική του λατρεία, Βισνού, Σίβα ή Κάλι και με πίστη ακολουθεί τα τελετουργικά της.

Για τα τελευταία, μπορώ απλά και μόνο να περιοριστώ σε μερικές περιγραφές, σαν εκείνες που έχω κάνει. Ωστόσο ένα πράγμα μπορώ να πώ. Ότι οι Ινδουϊστές είναι οι πιο καλωσυνάτοι, γλυκείς και πράοι άνθρωποι που είναι δυνατόν να ξέρω.

Καμιά βία δεν υπάρχει στις ρίζες τους, ο λόγος ακριβώς τής ύπαρξής τους. Ίσως μερικές φορές να υποστηρίζουν την αδυναμία τους με θεατρινισμό ή ανειλικρίνεια.

*

[…] Την επόμενη μέρα στο Κατζουράχο είχαμε την ευκαιρία να δούμε άλλον ένα απ’ αυτούς τους αγίους. Το Κατζουράχο είναι το πιο όμορφο μέρος της Ινδίας, στην πραγματικότητα το μόνο ίσως μέρος που μπορείς να πείς όμορφο με την δυτική αντίληψη της λέξης.

[…] μια καλύβα σε καλή κατάσταση, κατασκευασμένη από πέτρες. Μέσα στην καλύβα μια φωτιά και μερικά έπιπλα. Κάποιος έκανε βιαστικές κινήσεις σαν να κατατρυχόταν βασανιστικά από καθήκοντα. Ήταν ένας άνδρας γύρω στα σαράντα με περιποιημένη μαύρη γενειάδα και ένα μαύρο μουστάκι σε στυλ ντ’ Αρτανιάν.

Το παρουσιαστικό του αμέσως με απώθησε. Παρατηρώντας τον καλά έβλεπες πως στην ουσία δεν έκανε τίποτα, δεν ασχολείτο μες το άναμμα της φωτιάς, με μαγείρεμα φασολιών ή οτιδήποτε άλλο. Ακόμη πως με προσοχή, ακρίβεια και αφοσίωση κάποιου που κάνει μια δουλειά που θεωρείται απαραίτητη, έπαιρνε μέρος σε μια ιεροτελεστία. Κινείτο σαν τρελλός γύρω στην καλύβα, σταματούσε, άγγιζε αντικείμενα, έκανε χειρονομίες, έσκυβε προς τη γή.

Τον αφήσαμε εκεί παγιδευμένο στην μανιακή του συγκέντρωση, στην ατέλειωτη υπομονή του.

*

Αλλά είναι ελάχιστες σκιές στα άκρα ενός τόσο άπλετου φωτός, μιας τόσο μεγάλης διαφάνειας. Είναι αρκετό να δείς πώς λένε ναι. Αντί να συμφωνούν όπως εμείς ανεβοκατεβάζοντας το κεφάλι τους, το γυρνάνε γύρω όπως εμείς λέμε όχι. Ωστόσο η διαφορά στην κίνηση είναι τεράστια. Το όχι του που σημαίνει ναί συνίσταται στο να ταλαντεύουν το κεφάλι (το καστανόχρωμο, κατσαρό τους κεφάλι με το φτωχό μελαμψό δέρμα, στο ωραιότερο χρώμα που μπορεί ακόμη ένα δέρμα να έχει) τρυφερά. Μια κίνηση που αμέσως γίνεται γλυκειά: «Φτωχέ μου, λέω ναί χωρίς να ξέρω αν μπορεί να γίνει». Και αμήχανη: «Γιατί όχι;». Δειλή: «Είναι τόσο δύσκολο». Και συγκαταβατική: «Είμαι όλος δικός σου». Το κεφάλι πάει πάνω κάτω σαν να κόπηκε ευγενικά από τον λαιμό και οι ώμοι ανεβαίνουν λίγο με τον τρόπο ενός νέου κοριτσιού που υπερνικά την ντροπή του και που τώρα δείχνεται στοργικό.

Ειδομένες από απόσταση οι Ινδικές μάζες είναι καρφωμένες στην μνήμη μ’ αυτή την κίνηση τής επιδοκιμασίας και το παιδικό και ακτινοβόλο χαμόγελο στα μάτια που την συνοδεύει.

Είναι η θρησκεία τους σ’ αυτήν την κίνηση.

πρόκειται για το Πύθιο των επιγραφών που μάς πληροφορούν ότι
στον εσωτερικό θάλαμο, ο οποίος είχε άνοιγμα στη στέγη,
υπήρχε ένας φοίνικας χάλκινος (;) και τρία αγάλματα·
υπήρχε επίσης μια κιονοστοιχία εσωτερική σε σχήμα Π
και φωτιά μόνιμα αναμμένη, από την οποία κάθε χρόνο
έρχονταν οι Λήμνιοι κ.ά. να πάρουν το ιερό φώς
για να ανανεώσουν την φωτιά στην εστία της πόλης τους.**

Πιέρ Πάολο Παζολίνι, Το Άρωμα των Ινδιών (έκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 1986 (β΄), σσ. 40, 46, 47, 41). -Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 47).

-----

** Το καταληκτικό όμως motto εκ της Φωτεινής Ζαφειροπούλου, Δήλος. Τα μνημεία και το Μουσείο (έκδ. Κρήνη, Αθήνα 2008, σσ. 27).

Τρίτη 7 Ιουλίου 2026

μικρό μου κρινάκι στη γλάστρα


ΣΧΟΛΕΙΟ

Μικρά παιδάκια
μπλε οι ποδιές,
άσπροι γιακάδες,
τσάντες, βιβλία,
χαρτιά, μολύβια,
πολύ χαρά,
όλο παιχνίδι,
άλφα και βήτα,
ένα και ένα
και ξενοιασιά.

Θέλω κι εγώ σχολείο να πάω
νάχω εκείνη την ξενοιασιά
[...]

*

ΦΙΛΙΑ ΧΩΡΙΣ ΧΡΙΣΤΟ


Βαδίζουμε οι δυό σιωπηλοί
ο αγέρας είναι κρύος το βράδυ,
τα σύννεφα μαύρα, καμμιά αναλαμπή
το φεγγάρι κι αυτό έχει χαθεί.

Ερείπια πολλά, δεξιά-αριστερά μας.
Ερείπια πολλά απλωμένα βαθειά
στην καρδιά.

Βαδίζουμε οι δυό σιωπηλοί
το κρύο το νιώθουμε πολύ
το κρύο του αγέρα,
το κρύο πούν’ μες στην ψυχή.

[…]

*

[…]
Το χέρι του άπλωσε ο ήλιος
και με αποχαιρέτισε.
-Θα φύγω, μούπε, για να ξεκουραστώ.
Το μικρό μου κρινάκι στη γλάστρα
έκλαιγε για τον αποχωρισμό,
και το δάκρυ του γύρω σκόρπισε ευωδία.
[…]

Γιώργος Β. Μαυρομάτης, Εσχάτη Ώρα. Στοχασμοί (Ν. Σμύρνη 2024 (β’ - α΄ Ξάνθη 1965), σσ. 44, 48, 61).

Παρασκευή 3 Ιουλίου 2026

μα δεν μπορώ...


ΧΩΡΙΣ ΦΙΛΟ

Το πρόσωπό μου ακουμπισμένο
σε ένα βράχο,
έχει παγώσει.
Σύγνεφα δεν θωρείς στον ουρανό,
μονάχα τ’ άστρα και το φεγγάρι.
Είμαι μοναχός.
Φυσάει ο αγέρας,
το χέρι πάγωσε να προσμένει
ένα άλλο χέρι.
Κρύο το σώμα μου.
Κρύα η ψυχή μου.
Βράχοι οι φίλοι μου
στη νύχτα τούτη την παγωμένη.

*

Μια αγκαλιά ζητώ
για το κορμί μου
.
Ένα χέρι ζεστό
για το δικό μου.
Ζητάω μια ψυχή
που να με νιώθει,
που να ζεστάνει την ψυχή μου.
Είμαι μονάχος μέσα στη νύχτα
την παγωμένη.
Το χέρι άπλωσα και περιμένω
κάποιον να ‘ρθεί.

*

ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΑΩ


Ακούω τη φωνή πολλών
με περιμένουν, με φωνάζουν,
σκιρτά η ψυχή μου,
θέλω να πάω,
θέλω να πάω,
θέλω να λυθώ,
είμαι δεμένος.
Μού σφίγγουν πιο πολύ τις αλυσίδες
μ’ απομακρύνουν.
Θέλω να πάω,
με περιμένουν.
Είναι ο λαός μου
αυτοί οι διωγμένοι
οι κατατρεγμένοι,
ένας αλήτης,
ο γιός της πόρνης,
ο γιός της χήρας,
το ορφανό,
ο υβρισμένος,
ο νηστικός,
…………..
…………..
Με περιμένουν
είναι λαός μου
είν’ αδελφοί μου,
μα δεν μπορώ.
Είμαι δεμένος
βαριά δεμένος
θέλω να πάω,
θέλω να πάω...

Γιώργος Β. Μαυρομάτης, Εσχάτη Ώρα. Στοχασμοί (Ν. Σμύρνη 2024 (β’ - α΄ Ξάνθη 1965), σσ. 51, 60).

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026

γενιά που μάς έχεις προδώσει...


ΚΡΑΥΓΗ ΤΗΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ

Γενιά, που τη σκυτάλη έρχεσαι
σε μάς να παραδώσεις,
πώς έχεις πέσει έτσι τόσο χαμηλά
κι απεγνωσμένα με τα χέρια αψηλά
θες να μάς φτάσεις;

Γενιά, όπου το τρέξιμό σου
προς την ηθική είναι αργό
στο λίγο δρόμο που σού έχει μείνει,
έχεις πέσει...
Τί θα μάς δώσεις τώρα
μια, και δεν μάς έχεις φτάσει;
Μη θέλεις να γυρίσουμε πίσω εμείς;
Αυτό είναι αδύνατο!

*

Γι’ αυτό, χωρίς ιδανικά και ηθική
χωρίς τα παραδείγματα
εμείς οι νέοι πάμε.

*

Γενιά, που τη σκυτάλη έρχεσαι
σ’ εμάς να παραδώσεις
τίποτε δεν μάς έδωσες.
Μάς άφησες χωρίς βοηθό,
και μάς έχεις προδώσει...

*

ΜΙΛΑΕΙ Ο ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ


[…]
Μη κυττάξεις το ρούχο μου
πούναι ραμμένο
με μόδα παλιά,
ασιδέρωτο,
μ’ ένα κουμπάκι σπασμένο.
Πόσοι είναι γυμνοί!
Μη μού πείς «δεν κοιμάσαι πολύ...»
Είναι τόσοι που χρόνια ξαπλώνουν

μα το μάτι δεν κλείνουν
από πόνο, από θλίψη.
Μη μού πείς το «Σταμάτα,
πρέπει λίγο να ξαποστάσεις»
γιατί έχω βαριά προσταγή
να βαδίζω συνέχεια.

*

[…]
-Έλα μαζί μου
μάς προσμένουν οι άνθρωποι.

*

ΤΟ ΒΡΑΔΥ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ

[…]

*

Αν το βράδυ περάσεις στο δρόμο
και δείς τα παράθυρα νάχουνε φώς
και είναι μακρυές οι κουρτίνες
μη φύγεις, μη σταθείς από έξω
σε προσμένει ο ανθρώπινος πόνος
που είν’ δικός σου αδελφός.

Γιώργος Β. Μαυρομάτης, Εσχάτη Ώρα. Στοχασμοί (Ν. Σμύρνη 2024 (β’ - α΄ Ξάνθη 1965), σσ. 29, 64, 65).

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2026

μετανιώνω θα πεί επαναστατώ


Μετανιώνω θα πεί επαναστατώ.
Κόβω τα πόδια μου για να σταθώ.*

Η ΑΡΧΗ ΗΜΙΣΥ ΤΟΥ ΠΑΝΤΟΣ

Η αρχή ανηφόρα ώς τη μέση του παντός.
Ύστερα ο δρόμος γίνεται πιο βατός.

Όπως το φώς που εσχίσθη απ' το σκοτάδι
κι η Περσεφόνη αντίκρυσε τον Άδη.

Ή ο Προμηθέας που πρόταξε το στήθος
κι απ' το συκώτι του επλάσθη ο μύθος.

Και βέβαια του Αχιλλέα η απόφαση
που έκανε τη ζωή μια πρόφαση.

Ως κι ο Σίσυφος ίδρωνε ώς τη μέση
προτού κατρακυλώντας πίσω πέσει.

*

ΓΕΥΣΗ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟΥ

Λιγόστεψε, εσώθη μου η φωνή.
Καταλαβαίνω τη γλώσσα μου ωμή.

Τώρα το λόγο έχει η νύχτα.
Τα δόντια της δείχνει και τα νύχια

σαν πάει μία λέξη να χαράξει.
Έτσι, έχω στα μάτια σου αράξει.

Το είδωλό μου μέσα τους μισό.
Τα λόγια που θα σού 'λεγα μασώ.

Έχω το βλέμμα ερωτευμένου
που γεύεται μια δόση πεπρωμένου.

Ευσταθία Δήμου, Απώλεια λήθης (έκδ. Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 2019, σσ. 26, 10). -Το motto της ιδίας (ό.π., σ. 11) από το ποιημάτιο «Μοίρα».

Κυριακή 21 Ιουνίου 2026

ο κόσμος του 'Υπογείου' και ο 'Έφηβος'


Ο άνθρωπος του υπογείου στον Ντοστογιέφσκι διαθέτει ισχυρή συνείδηση τού εαυτού του, ταυτόχρονα, όμως, στερείται τού μεγάλου δημιουργικού χαρίσματος και ως εκ τούτου ξοδεύεται σε μικρές και μεγάλες αθλιότητες προς τους άλλους, οι οποίες τού προκαλούν και τα μεγαλύτερα δεινά.

Η Ρωσία είναι ένα κράτος τού «υπογείου» και δεν είναι τυχαίο πως ήταν από τα πρώτα που δημιούργησε την πολιτική παρανομία («Γή και βούληση», «Λαϊκή βούληση») και στη συνέχεια, στον 20ο αιώνα πλέον οδήγησε την πολιτική παράνομη δράση στην κορυφή της εξουσίας. Στη συμπεριφορά της Ρωσίας στη διεθνή σκηνή ανιχνεύονται τα χαρακτηριστικά του ανθρώπου του υπογείου που έχει απόλυτη αυτοπεποίθηση, η νέα ενσάρκωση του οποίου κατά τον 21ο αιώνα, ήταν ο πρώτος πολίτης του κράτους.

Μιχαήλ Επστάϊν, «Ο ρωσικός αντι-κόσμος. Πολιτική στα όρια της Αποκάλυψης», εν Ανθίβολα (μτφρ. Δημ. Β. Τριανταφυλλίδης, τεύχος 6, Δεκέμβριος 2024, σ. 87).

*

[…] με αφορμή την παλαιότερη διάκριση του Τζωρτζ Στάϊνερ κατά την οποία ο Ντοστογιέφσκι μπορεί να θεωρηθεί ως μεγάλος δραματουργός, ενώ ο Τολστόι ως μεγάλος επικός, νομίζω ότι και στον Έφηβο το δραματουργικό στοιχείο είναι εντονότατο τόσο στην εξέλιξη όσο και στην τελική, αριστοτελικής καταγωγής, κάθαρση.

[…] στον Έφηβο ο Ντοστογιέφσκι προσεγγίζει ζητήματα ανθρωπολογικά, το ζήτημα της ύπαρξης του Θεού και της ελευθερίας του ανθρώπου, μέσα από τις θυελλώδεις σχέσεις των μελών (και κυρίως του πατέρα και του γιού) μιας ρωσικής οικογένειας των τελευταίων δεκαετίας του 19ου αι., ενώ παράλληλα ενδιαφέρεται να επανεξετάσει και τη σχέση της Ρωσίας με την Ευρώπη, αφού κάθε ανθρωπολογικός τύπος, κυρίως δε ο Βερσίλωφ και ο Μακάρ, φαίνεται να εκφράζει τους δύο αυτούς γεωγραφικούς-πολιτισμικούς χώρους.

Σε όλα λοιπόν αυτά, και βεβαίως και σε άλλα, νομίζω ότι βρίσκεται αυτός ο θησαυρός του Εφήβου για τον οποίο μίλησε ο Νικολάε Στάινχαρτ.

«Είναι αλήθεια ότι ο Έφηβος, ως λογοτεχνικό έργο,
δεν είναι το καλύτερο στη σειρά των αριστουργημάτων του Ντοστογιέφσκι.
Κι όμως, σ’ αυτή τη δευτερεύουσας σημασίας θέση,
έκρυψε ο Ντοστογιέφσκι τον θησαυρό του»
Νικολάε Στάινχαρτ, Το Ημερολόγιο της ευτυχίας
(έκδ. Μαΐστρος, Αθήνα 2006, σ. 266) *


Δημήτρης Μπαλτάς, «Η ανθρωπολογία του Εφήβου του Ντοστογιέφσκι», εν Ανθίβολα (μτφρ. Δημ. Β. Τριανταφυλλίδης, τεύχος 6, Δεκέμβριος 2024, σσ. 182, 187). - Κι η κατακλείδα εκ του ιδίου (ό.π., σ. 187).

Τετάρτη 17 Ιουνίου 2026

μια υπαρξιακή ματιά


Οι λέξεις είναι πράξεις.
{Φιλοσοφικές έρευνες, παρ. 546}
Γύρω στα 1945 *


[…] Η χριστιανική αγάπη δεν ενώνει την ανθρωπότητα αθροιστικά, αλλά μέσα από τη δημιουργία μιας κοινότητας, η οποία αντιστέκεται στη λογική του κόσμου και της φίλαυτης ιδιοτέλειας, γίνεται έτσι η αυθεντική εκκλησιαστική ανθρωπότητα και κατ’ ελπίδα θείας οικονομίας σώζει εντέλει ως «μικρά ζύμη» τη σύνολη ανθρωπότητα. [...]

[…] Η Σάντρα απλώς δεν θέλει η ευτυχία της να είναι βασισμένη πάνω στη δυστυχία ενός άλλου ανθρώπου. Τελικά προτιμά να χάσει αυτή τη δουλειά της εντελώς. Φεύγει, όμως, ευτυχισμένη γιατί έδωσε έναν αγώνα και γιατί έλαβε την υποστήριξη των μισών συναδέλφων της, οι οποίοι έβαλαν την αγάπη πάνω από τη φιλαυτία, πράγμα που ήταν πάρα πολύ δύσκολο και μάλλον ενάντια στις πιθανότητες.

Η ταινία δείχνει πώς θα ήταν ένα χριστιανικό «happy ending». Η ηρωΐδα έχει ηττηθεί μέσα στην ιστορία, έχει χάσει την παρτίδα του παιχνιδιού. Όμως ο αγώνας την έχει αλλάξει. Από εκεί που ήταν μία αδύναμη γυναίκα με ψυχολογικά προβλήματα έχει αποκτήσει ψυχικό σθένος. Είναι ηττημένη αλλά όχι απελπισμένη. Λέει ότι είναι ευτυχισμένη […].

[…] οι αδελφοί Νταρντέν εκφεύγουν από ένα κοσμικό αριστερό όραμα εγκαινιασμένης εσχατολογίας και διανοίγονται περισσότερο προς μια χριστιανική εσχατολογική διαλεκτική μεταξύ ήττας στον κόσμο και νίκης στην αγάπη. […] Κατά έναν χριστιανικό τρόπο η αξία του προσώπου τίθεται πάνω από αυτήν της προόδου μέσω ανηλεούς απρόσωπου ανταγωνισμού. Οι αδελφοί Νταρντέν καταθέτουν έτσι μια υπαρξιακή ματιά στα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα της σύγχρονης Ευρώπης.

Η μεγαλύτερη ευτυχία του ανθρώπου είναι η αγάπη.
Λέμε για το σχιζοφρενή: δεν αγαπάει,
δε μπορεί ν’ αγαπήσει, δε θέλει ν’ αγαπήσει·
και πού είναι η διαφορά;
1948 **


Διονύσιος Σκλήρης, «Ο υπαρξιακός κοινωνικός χριστιανισμός των αδελφών Νταρντέν», εν Ανθίβολα (τεύχος 6, Δεκέμβριος 2024, σσ. 225, 226, 227).

-----
* Το πρώτο motto εκ του Ludwig Wittgenstein, Πολιτισμός & Αξίες (μτφρ. Μ. Δραγώνα-Μονάχου – Κ. Κωβαίος, έκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1986, 2000β, σ. 76). Το δεύτερο motto επίσης του ιδίου (ό.π., σ. 116). Συνομιλεί εγκάρδια μετά τούτου εδωδά.

Σάββατο 13 Ιουνίου 2026

κάποτε πετούσαν σαν πουλιά


Όταν στερέψουν οι πηγές
η λέξη «νερό» δεν θά 'χει πλέον σημασία.*

Τα λόγια κάποτε πετούσαν σαν πουλιά.
Και κάποιοι τότε σκέφτηκαν
να στήσουν ξόβεργες επάνω στο χαρτί
και να τα φυλακίσουν
στο σώμα των γραμμάτων και των λέξεων
στα τείχη των γραπτών κειμένων
για να μη φύγουν πια ποτέ ξανά.

*

Μ' αυτό το ποίημα πλαγιάσαμε μαζί
άπειρες νύχτες του χειμώνα.
Την ώρα που έσβηνα το φώς
το αγκάλιαζε η σκέψη μου
κι ύστερα ένιωθα την κάθε λέξη του
να με χαϊδεύει μέσα στο σκοτάδι.

*

Έγραφαν κάποτε οι ποιητές
με μια γραφίδα από φτερό τις λέξεις
και μερικές φορές περνούσαν
από τον ουρανό στη γή
κι απ' τον αέρα στη γραφή
η απόλαυση της πτήσης
ένας διάχυτος φόβος της πτώσης
και μια κρυμμένη μες στα γράμματα
πνοή ελευθερίας
.

*

Από κάθε δέντρο που έβλεπα
στη σχεδόν έρημη διαδρομή
έκοβα κι ένα φύλλο.
Τα άφησα όλα μαζί να στεγνώσουν
σε ένα παλιό βιβλίο.
Εκεί ξεχάστηκαν για χρόνια
ώσπου ήρθες και άνοιξες το βιβλίο.
Γέμισε το δωμάτιο λέξεις.
Το κάθε φύλλο έλεγε την ιστορία του
κι εμείς ακούγαμε σιωπηλοί.

Κάποτε άνοιγαν οι λέξεις μας
όλες τις πόρτες του σπιτιού.**


Διονύσης Στεργιούλας, Ακραία λεκτικά φαινόμενα (έκδ. Νησίδες, Θεσ/νίκη 2025, σσ. 26, 29, 29, 15-16). -Το motto αλλά και η κατακλείδα εκ του ιδίου (ό.π., σ. 17).

Τρίτη 9 Ιουνίου 2026

ψηλότερη απ' τα Μετέωρα


ΘΕΟΦΙΛΟΣ, Ι

Μα ναί. Ψηλότερη απ' τα Μετέωρα
η λεβέντισσά μου η Σαρακατσάνισσα
.
Δεν ψήλωσε από λάθος ή από τύχη.
Έτσι την είδα κι έτσι τη ζωγράφισα.

Λέω ψηλότερος ο άνθρωπος κι από βουνό
αν μέσα του φυσάει αέρας
, τον σηκώνει,
δροσίζει το μυαλό του, τον φτερώνει,
και φτάνει πια ν' αγγίξει ουρανό.

Τα δάχτυλά μου σκέφτονται και νιώθουν.
Τον κόσμο που ιστορούν τον αναγνώθουν
συλλαβή τη συλλαβή. Γράμμα το γράμμα.
Μ' ευλάβεια και σέβας. Σαν το Θείο Δράμα.

Ένα πρωτάκι πάντα μου στης πλάσης το σχολείο.
Θαυμάζω και απορώ. Και αγαπάω.
Τα πάντα και τους πάντες αγαπάω.
Καίει η καρδιά μου, χώρο δεν έχει για το κρύο.

*

ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ, ΙΙ


[...]
Ο πιο μικρός;
Ο Γιάννης Βλαχογιάννης.
Εκ Ναυπάκτου.
Ναι, πλην Επαχτίτης.
Διορθωτής αυτός. Ξεφτέρι.
Δεν είχε ακόμα εικοσιπενταρίσει,
κι ας έλεγε ότι γεννήθηκε το 1821.
Ανάμεσά μας στα σκαλιά του χρόνου,
που κατεβαίνουν, μόνο ματεβαίνουν,
οι δυό μας χρονογράφοι.
Συνομήλικοι σχεδόν.
Ο Κονδυλάκης στα τριάντα του
κι ο Παλαμάς ετών τριανταδύο.
[...]
Ώσπου έσπαγε τη σιωπή ο πιο μικρός
[...]
να μάθει κιόλας θέλοντας
απ' την Αρτία Τριάδα.

Παντελής Μπουκάλας, Τρείς επί τρία. Εννιά ποιήματα για τον Χαλεπά, τον Θεόφιλο, και τον Παπαδιαμάντη (έκδ. Άγρα, Αθήνα 2025, σσ. 19, 28, 29).

Παρασκευή 5 Ιουνίου 2026

στα οστά και τα δόντια καθενός μας


Ένα πολύτιμο αρχείο των εμπειριών μιας ζωής, ακόμη και πριν από τη γέννηση, καταγράφεται στα οστά και τα δόντια καθενός μας. Γραμμένα στα οστά και στα δόντια μας είναι η ηλικία, το φύλο, το ανάστημα, η διατροφή, οι ασθένειες, τα τραύματα, οι ιατρικές παρεμβάσεις, οι κακουχίες και πολλά άλλα.

Οι ανώνυμοι σκελετοί από το προϊστορικό παρελθόν έχουν να διηγηθούν ενδιαφέρουσες ιστορίες που μπορούν να διαβαστούν και να ερμηνευτούν από τους φυσικούς ανθρωπολόγους.

*

Το 1990 στην Ελεύθερνα βρέθηκε ακόμη ένα υποτιθέμενο θύμα ανθρωποθυσίας από τον καθηγητή Σταμπολίδη [...]. Επρόκειτο για έναν ακέφαλο ανδρικό σκελετό σε ταφικό πλαίσιο, δίπλα στην πυρά ενός πολεμιστή, που χρονολογήθηκε τον 8ο αιώνα π.Χ. Το κλειδί για την απόδειξή του ήταν ανατομικό.

Το αφύσικο σχήμα C του προφίλ τής σπονδυλικής στήλης τού ακέφαλου θύματος ερχόταν σε αντίθεση με το επιπεδωμένο σχήμα S ενός φυσιολογικού προφίλ μιάς σπονδυλικής στήλης.

Αποδείκνυε, πέρα από κάθε αμφιβολία, ότι ο άνδρας είχε καθηλωθεί με τα χέρια και τα πόδια δεμένα πίσω από την πλάτη του. Το σώμα είναι παραμείνει δεμένο και μετά την εκτέλεση, διατηρώντας έτσι αυτή την αφύσικη σωματική στάση. Ήταν η αδιαμφισβήτητη απόδειξη ότι ο άνδρας είχε εκτελεστεί δίπλα στην πυρά.

Η περίπτωση αυτή έγινε καλύτερα αποδεκτή χάρη σε ένα καλοδιατυπωμένο σενάριο. Ήταν θυσία στην κηδεία ενός ήρωα, θαμμένου με το σπαθί του, με παραλληλισμούς από την περιγραφή τής πυράς τού Πατρόκλου στα ομηρικά έπη. [...]

*

Η αρχαιοβοτανική μελέτη από τη Δρ Σαρπάκη παρείχε σημαντικές και γοητευτικές πληροφορίες που υποδείκνυαν ότι τα φρέσκα σταφύλια και τα σύκα, που είχαν καεί στην πυρά, προσδιόριζαν εποχικά το γεγονός μεταξύ τέλους Αυγούστου και αρχών Σεπτεμβρίου, όταν αυτά τα φρούτα είναι στην εποχή τους.

Πέρα από αυτό, το αποτύπωμα των φλογών υποδείκνυε ένα μελτέμι, τον βορειοανατολικό άνεμο που φυσά τον Αύγουστο, δημιουργώντας έτσι μια ζωντανή και πειστική εικόνα του συγχρονισμού αυτού του δραματικού γεγονότος.

P.J.P. McGregor, Ανθρωποθυσία. Το αρχαιολογικό πλαίσιο της ελληνικής μυθολογίας (έκδ. Κέδρος - Εταιρεία Μεσογειακής Ανθρωπολογίας, Αθήνα 2024, σσ. 7-9, 41-45, 45).

Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

πόσο τ' αθάνατο πονεί


Η ΜΑΝΑ ΤΟΥ ΙΟΥΔΑ

Την άφησαν να σούρνεται στ' ανώνυμο
της ερημιάς το πλήθος.

Παρών κανείς, να μοίραζε τ' αβάσταχτο
μαζί της που την έσφαζε μαντάτο
για τον υγιό που γίνηκε κλαρί
κι ο δάσκαλος πάνω σ' αυτό ένα φύλλο.

Θρηνούσε και τους δυό σαν την αμνάδα
κι άπλωνε τα μαλλιά της ώς τα σύννεφα
πλεγμένα μ' αστραπόβροντα π' ανοίγουν
δρόμο για την ανάσταση νεκρών.

-Γυναίκα, η θεία μάνα του Σωτήρος
τ' αμαρτωλό σπλαγχνίζεταί σου σπλάχνο,
που σ' έχει παραδώσει και προδώσει.

2015

*

ΔΕΛΦΟΙ


Καλέ μου εξηγητή, παρακαλώ σε, πες μου
γιατί ο Απόλλων εισέ τούτη τη σπηλιά
είχε σαράντα κόρες ανυφάντρες
και διατί σιμά στην Κασταλία
ο Αγαμέμνων φύτεψε πλατάνια;

Το λέω αυτό, καθώς σάμπως απρόθυμη
μού φάνηκε η Πυθία.
Σε ξεσκισμένα εγώ θωρώ πανιά
πιασμένη την ανάσα της
και στην τραυλή της τη φωνή
το χθόνιο φώς σαπίζει
.

Εκείνος χαμογέλασε και είπε:
«Αν ίσως και οι θεοί
γίνουν κοινοί θεοί,
θα νιώσουν κι αυτοί πόσο
τ' αθάνατο πονεί

2011

Κυριάκος Χαραλαμπίδης, Ηλίου και Σελήνης άλως (έκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2017, σσ. 53, 75).

Πέμπτη 28 Μαΐου 2026

πλήρως αρεστή στους ουρανούς


Συνήθιζε να τη φιλά συχνά στο στόμα
για να βεβαιωθεί εκ του σύνεγγυς αν είναι
τα χείλη πόσιμο νερό κι οι οφθαλμοί αμπελώνας.*

ΚΑΡΠΟΛΑΤΡΕΙΑ

Θωμάς, του Διδασκάλου ζηλωτής,
τού μπήκε ο πειρασμός να ονειρευτεί
το στήθος
της Μαγδαληνής.

Χάρη σ' αυτό θ' ακολουθούσε εις τέλος
τον αρχηγό του Μαρτυρίου, θα έχυνε
υγρά οφθαλμών σ' ανείπωτη λατρεία,
ποθώντας να συνήρμοζε τη «συνουσία»
στο «καθ' ομοίωσιν» - αλλιώτικα, τη «μέθεξη»
με την εικόνα Εκείνου, που την ταύτιζε
μετά της γυναικός την οπτασία
.

Αλλ' όταν η οσία παρουσιάστη
ολόγυμνη έμπροσθέν του
,
ευτύς αυτός τής είπε πως επείσθη
και ούτε που την άγγιξε είν' αλήθεια.

Το θείο εφηβαίο της τού χαμογέλασε
κι από εφτά τον πέρασε ουρανούς
αμόλυντης, αδιάφθορης θυσίας.

Πέτρος που το κατάλαβε βγάνει μαχαίρι
σαν έτοιμος από καιρό και πάντα πρώτος.
Κάνει να κάνει θρύψαλα τ' ανόσιο πάθος
μά τονε πρόλαβε του Διδασκάλου βλέμμα.

Κι αν ερωτάς τί έπραξε η οσία
Μαγδαληνή, δεν ξέρω, δε διασώζεται
στον Κώδικα ντα Βίντσι τι το σχετικό.
Πέρ' απ' αυτό, τ' Απόκρυφα Ευαγγέλια
του Ψευδαριστοφάνους και των άλλων
τα σύλησαν στις μέρες μας οι τυμβωρύχοι.

2014

*

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ

Γυναίκα πλήρως αρεστή στους ουρανούς.
Στη λάμα των ματιών της γράφονται τα χείλη της,
οι συλλαβές, τα σύμφωνα, ο μυστικός
συσχετισμός ημίρρευστων εικόνων,
το βόδι π' αγκαλιάζει το μουλάρι,
η φλόγα, η τρυφερότητα του κόρφου.
τ' αργό της βλέμμα, ο τόνος των αισθήσεων.

Φεγγάρι που ξεπρόβαλε με μίσχο από δαντέλα,
και τ' αργυρό του πρόσωπο τρίβεται στις μασχάλες
αγαπημένης γυναικός. Εγώ ειμί.

2015

Κυριάκος Χαραλαμπίδης, Ηλίου και Σελήνης άλως (έκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2017, σσ. 50-51, 52). -Το motto εκ του ιδίου από το ποίημα «Μαγδαληνή μαθήτρια» (ό.π., σ. 40).

Κυριακή 24 Μαΐου 2026

πέφτει τόπι


Πέφτει τόπι στην παγίδα
και το έφαγε μια γίδα.
Πέφτει κι ένα περιστέρι
και το έφαγε τ' αστέρι.

Θά 'θελα πολύ να ξέρω
τι καλό να περιμένω.

Αν σού δώσω ένα τραγούδι
θα μού πείς ένα λουλούδι;
Αν ψαρέψω δυό λιθάρια
θα ζηλέψουνε τα ψάρια;

Περιπλέκοντας τις λέξεις
θσ σ' αφήσω να διαλέξεις.

(2015)

Κυριάκος Χαραλαμπίδης, Σαλιγκάρι και Φεγγάρι (έκδ. Καλειδοσκόπιο, Αθήνα 2018, σ. 29).

Τετάρτη 20 Μαΐου 2026

να γλειφτούν οι γλώσσες


///Μπέβερλυ Χιλς///

βραδυκαρδία εμβρυοκαρδία
σκληροκαρδία ταχυκαρδία]
χτυποκάρδια στον Ψηλορείτη
σπαραξικάρδια]θελξικάρδια
περικάρδια φυλλοκάρδια]

*

///τα ένδοξά μου τα Παρίσια///

μελόχυμα]φυλλόχυμα]σκατόχυμα]
ζήλεψες και τά 'κανες δικά σου]
σκατόχυμα]μελόχυμα]φυλλόχωμα]
κουκιμπιμπέρισσα εφάνης]ήρθες]
φυλλόχωμα]σκατόχυμα]μελόχυμα]
κουκιμπιμπέρισσα εχάθης]πήγες

*

///καμτσίκι///

πώς συσπώνται οι μυώνες]
κάθε που με μείωνες

*

///νάνι///

ζήσαμε κάτι όμορφες ημέρες]
νάζι τη λέγαμε τη ρίμα]και σού
'λεγα είναι ρήμα όχι ρίμα]και μού
'λεγες το επίθετο]το δικό μου
πρώτο θα μπεί επίθετο]το όνομα
μετά]το επίθετο για να κάνει
ρίμα και μετά]το επίθετο το
δικό σου μαζί]και σού 'λεγα
με νάζι]δε με πειράζει με χάζι
αρκεί]το παιδί μόνο με νοιάζει]
ό,τι θέλει ας διαλέξει
το παιδί]ας αποφασίσει μη]
βιαζόμαστε]και τι μάς νοιάζει
η ρίμα στο ρήμα]έχεις πεθάνει
ή θα πεθάνεις]εσύ κι ο σκύλος
γαβγίζετε εδώ μέσα]σε κάθε ξένο]
σε κάθε τι ξένο]γαβγίζετε μαζί]
naζί ή να μη ζεί κανείς τέλος
πάντων]να πετρώσουν οι πέτρες]
να ξυλωθούν τα ξύλα]να ραφτούν
οι κλωστές
]να ρευτούν τα ρέματα]
να γλειφτούν οι γλώσσες]ρίμα στο
ρήμα]naζί μαζί]επίθετο κι όνομα]
ρήμα επίθετο ρίμα όνομα
μαζί]

*

///νυχτερίδες///

η γλώσσα νυστέρι σαν
χτυπά στον ουρανίσκο
σου]και ορμά η φωνή
σου από τα έγκατα]

*

///γεωμετρία///

η γλώσσα δεν υπακούει στη
γεωμετρία]της λογικής το
νόημα τετραγωνίζεται]πριν
διαφύγει μηδέν εις το πηλίκο

*

///ρεπερτόριο///

[...]
στο κρεβάτι κοιμούνται]ξύπνα με]
δε γαμιόμαστε πλέον]πουθενά]
χώροι αποκλειστικοί]όργανα
αρμόδια]για κάθε λογής
δωμάτιο και επαφή]

*

///τέχνη///

παρενδύσιο πουλί με
τις γλώσσες σου]έτσι
ntekavle]σε ημιστύση
γαλλικά να μην τγομάζω]
σε ημιστύση ισπανικά
να μη φωνάδω]δεν ξέρω
τι έχω πάθει]μάλλον πάθη
έχω]

*

///αλφαβήτα///

γάμα μέχρι το δέλτα]
και τις εκβολές του]

*

///υστερόγραφο ένα///

πώς να πώ]και να με πιστέψεις]πως
σε σκέφτομαι όλη την ημέρα]και τη νύχτα
το δειλινό]και το σούρουπο σε φαντάζομαι]να
με κοιτάς όλα τα δευτερόλεπτα
]που
χτυπούν στους δείχτες στο δεξί σου χέρι]και
έτσι απλώς σε ρωτώ την ώρα
]

Ευά Παπαδάκης, μερακλίνα κουκιμπιμπέρισσα ομπλαντί (έκδ. Στιγμός - αλλότρια, Αθήνα 2021, σσ. 56, 57, 61, 62, 63, 64, 65, 82, 83, 82). - Στην συλλογή προτάσσονται τα καταστατικά της motto εκ του Νίκου Ξυλούρη, Γιώργου Χειμωνά and The Beatles (ό.π., 9), ορίζονται δε τα άλλως αφανή Πρόσωπα: Ι. μερακλίνα, ΙΙ. κουκιμπιμπέρισσα και ΙΙ. ομπλαντί (ό.π., 11). Ίσως οι τρείς όψεις (προσόψεις) του γράφοντος. Στην κλειστή κάθετο το φερόμενο ως 'ανάσα', 'σημείο στίξης' ή 'caesurae της κάθε φωνής' υφέν (Βλ. Οδηγίες ανάγνωσης, ό.π., 95).

Σάββατο 16 Μαΐου 2026

τι ωραία τα κύματα


///θάρρος ή αλήθεια///

έχεις παρατηρήσει]οι πεταλούδες
πως είναι αναποφάσιστες κοντά
στη θάλασσα]

*

///μαυσωλείο///

τι ωραία τα κύματα
για να πνίγονται]μέσα
οι αγαπημένοι μας]
τι ωραίος ο ωκεανός]

*

///αχινός///

[...]

πριν από εμάς ήταν εδώ
κι άλλοι]με μελιά μαλλιά
μέλι στα χείλη μέλισσες]
μη με κοιτάς σαν ξένο]
κι ας είναι τα μάτια μου
άδεια]δεν μπορώ να σε θυμηθώ
γυμνή]ξεχνώ τη σκιά που κάνει
ο λαιμός στους ώμους σου]
σταμάτα για λίγο να μιλάς
κι άκουσέ με] άκου σού λέω]
πως ακόμα είναι φυσιολογικό]
φυσικά και τελειώνει]όπως
ξεκίνησε απότομα]ακαριαία]
δε σε σκοτώνω]ας μοιάζει
με βία όλο αυτό] όλο
[...]
δικά-μου είχες πει]τα φυτά
στο μπαλκόνι]κι ας είχαν
μείνει από τους προηγούμενους
ένοικους]εξώστης και σκηνή
η πόλη]εγκαταλελειμένη η
εκκλησία]φτύναμε το σταυρό
στην ταράτσα]ξελευτερία και
τα σκατά απ' τα πουλιά]δέκα
δευτερόλεπτα κράτησαν οι
πυροβολισμοί]η ηχώ-σου
στο αυτί-μου δέκα
χρόνια μετά]θηρίο
η αγάπη]σε αγαπάω
που με αγαπάς]
αγαπώ που αγαπάς]
που σε αγαπάω]
κι αγαπάς που
σε αγαπώ αγαπώντας σε]
αγαπιόμαστε αγαπημένα]
κι ως αγαπημένες]
αγαπιέται η πλάση
όλοι]

*

///καθρεφτάκι///

το πρόσωπο στον καθρέφτη το ξέρω]
αλλά δεν ξέρω το όνομα του]
ένα όνομα που δεν είναι θηλυκό]
δεν μπορεί να είναι το όνομά του]

*

///μωρό μου///

ένα μωρό αποτελείται
από 78% νερό]αυτό δε
σημαίνει πως πρέπει
να κλάψεις]78 λίτρα
δάκρυα για να μου
τραβήξεις την προσοχή]

*

///γιάντα///

gιατί με]gιάντα με]
gιατί με
νταgιαντίζεις]

*

///καθώς πρέπει///

μια ας πούμε ωραία παρουσία]σε ένα
βουβωνικό μελίσσι]υποτίθεται ότι κάνει
κάτι καλό]με κατανυκτική από υποτίθεται
γύρη]μέχρι το υποτίθεται πρωί]που θα
ξημερώσει και θα φανεί]η ας την πούμε
κάπως περασμένη γοητεία]του κηφήνα
που υποτίθεται επέστρεψε χωρίς κεντρί]
στην βασίλισσας σς την πούμε το πλάι να πεθάνει]

Ευά Παπαδάκης, μερακλίνα κουκιμπιμπέρισσα ομπλαντί (έκδ. Στιγμός - αλλότρια, Αθήνα 2021, σσ. 18, 19, 20, 21-22, 41, 46, 47). - Στην συλλογή προτάσσονται motto εκ του Νίκου Ξυλούρη, Γιώργου Χειμωνά and The Beatles (ό.π., 9), ορίζονται δε τα άλλως αφανή Πρόσωπα: Ι. μερακλίνα, ΙΙ. κουκιμπιμπέρισσα και ΙΙ. ομπλαντί (ό.π., 11). Ίσως οι τρείς όψεις (προσόψεις) του γράφοντος. Στην κλειστή κάθετο το φερόμενο ως 'ανάσα', 'σημείο στίξης' ή 'caesurae της κάθε φωνής' υφέν (Βλ. Οδηγίες ανάγνωσης, ό.π., 95).

Τρίτη 12 Μαΐου 2026

κανείς δεν είναι απρόσβλητος από δεινά που δεν περίμενε


στ΄

Κοίταζα, κοίταζα μέσα στο σούρουπο
Και σκεφτόμουν πως κανείς δεν είναι απρόσβλητος
Από δεινά που δεν περίμενε

Κοίταζα, κοίταζα μες [σ]το αστραποβρόντι και δεν ήξερα
Αν ποτέ θα κατάφερνα να γυρίσω ξανά

Στην έδρα του τόπου που αγάπησα και πόνεσα τόσο

Φέξε, φέξε, αστραπή, βλέμμα, έλεγα, θεού, να μην χάσω το μονοπάτι
Και να φτάσω εκεί όπου πάντα ποθούσα να είμαι
και να μην είμαι μονάχος,
Αλλά να είναι όλοι μαζί μας εκεί λυτρωμένοι κι αδέσμευτοι πια

Μα ήταν οι λαβωματιές πολλές και κόντεψα συχνά
Να χάσω τον δρόμο, να σωριαστώ σε μια γωνιά
Και να σβηστεί εκεί η ζωή και το φώς μου

Αλλά ένα κρυφό μυστήριο και μια ορμή με σήκωνε πάλι
Και μ' έσπρωχνε μπροστά
, σαν να είχα αόρατο παραστάτη
Που δεν είχε χάσει την πίστη του σ' εμένα

Ούτε γλυκιά χαραματιά στον ουρανό μετά το σκοτάδι,
Ούτε πνοή του ανέμου στη θάλασσα, δεν είχε τόση δύναμη
Όσο η προσμονή να γυρίσω και να βρώ αυτά που είχα κοντέψει να χάσω

Δεν ήταν μνήμη απατηλή, μα ζωντανή, ζεστή κι ωραία
Αυτή που μ' έκανε τον δρόμο να μην λαθέψω.

Αντώνης Μακρυδημήτρης, Μέρες 2020 (έκδ. Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα 2020, σ. 14). -Το εντός της αγκύλης γράφημα όλο δικό μου.

Παρασκευή 8 Μαΐου 2026

η αληθειακότητα τού βιώματος


Ζούμε μια εποχή που η μετανεωτερική ιδεολογία αποδομεί τη συλλογικότητα προωθώντας τον λόγο αναρίθμητων μειονοτήτων στο όνομα ενός απόλυτου και δογματικού δικαιωματισμού που μάς οδηγεί σε καινούργιες και μάλιστα ενδεδυμένες με κινηματικά και ακτιβιστικά χαρακτηριστικά περιχαρακώσεις.

Παρατηρούμε πως διαμορφώνεται ως πρώτιστο κριτήριο η αληθειακότητα τού βιώματος και όχι η λογοτεχνική αξία.

Και μετά από τον χώρο της πεζογραφίας αυτό εφόρμησε και στον χώρο της ποίησης.

Βλέπουμε να προβάλλονται ολοένα και περισσότερο ποιητικά κείμενα νέων ποιητών -και κυρίως θα έλεγα ποιητριών- τα οποία διαθέτουν τη γνησιότητα ενός autofiction βιώματος αλλά ο λόγος τους έχει χάσει τον ποιητικό βηματισμό, τη γοητεία της συμβολιστικής φόρτισης, το αναγκαίο εκείνο μέρος της σιωπής που ο αναγνώστης θα συμπληρώσει με τη δική του συγκίνηση...

Φαίνεται πως ξεχνάμε ότι στο πεδίο της λογοτεχνίας κρινόμαστε όχι με όρους «δημοσιογραφικής γνησιότητας», αλλά με τους όρους της «λογοτεχνικής αξίας».

Άννα Αφεντουλίδου, στην Βιβ
λιοπαρουσίαση του περ. Απόπλους (τ. 100, Σάμος, Καλοκαίρι 2024, σ. 501).