Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2026

έχω πια σιχαθεί τις τακτικές του έρωτα


ΚΟΜΙΣΣΑ ΝΤΕ ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Έχω πια σιχαθεί τις τακτικές του έρωτα, τις διαβολικές ίντριγκες, τα θέατρα των μεταμφιέσεων στα πρότυπα της βασίλισσας Μαργκό, τις κρυφές εκδρομές στις απολαύσεις του υποκόσμου.

Ακόμα και η κακή μου φήμη με κουράζει. Και αμαρτία να το πεί κανείς είναι απλώς και μόνο κάτι που αρχίζει και τελειώνει στην κρεβατοκάμαρα, κι αγάπη να το βαφτίσουμε, έχει μόνο τη γεύση μελιού ανακατωμένου με στάχτη. Αν όμως προσθέταμε στο μείγμα και μία δόση ιερού… […]

[…] Όταν, κυρία, η ηδονή φτάσει στο σημείο να χρειάζεται όλο και πιο πολλά καρυκεύματα, ο νούς γυρίζει στις απολαύσεις που μάς έδιναν οι παιδικές τιμωρίες και νιώθουμε ανικανοποίητοι γιατί κανείς πια δεν μάς τίς επιβάλλει. […]

*

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: […] Παρεξήγησα μάλλον τον μαρκήσιο ντε Σαντ, πίστεψα πως είναι ένας ξανθός τιμωρός με λευκά χέρια, κάποιος που πλαταγίζει ένα μαστίγιο, ένας δήμιος, ένας αντιπρόσωπος του Θεού. Τώρα ξέρω ότι έκανα λάθος. Ο μαρκήσιος είναι απλώς ένας σύντροφος, ένα ακόμα μέλος της αδελφότητάς μου.

Γύρω από τον οκνηρό σκύλο [ενν. τον θεό] που παίρνει το υπνάκι του, εκείνοι που μαστιγώνουν και εκείνοι που μαστιγώνονται, εκείνοι που τιμωρούν και εκείνοι που τιμωρούνται, δεν είναι τίποτε παραπάνω από ευσεβείς προβοκάτορες, ισόβαθμοι μεταξύ τους.

Ο ένας προκαλεί με το να μαστιγώνει, ο άλλος με το να μαστιγώνεται, ο ένας με το χύνει αίμα, ο άλλος με το να χύνει το αίμα του, μα ό,τι και να κάνουν, ο σκύλος δεν λέει ν’ ανοίξει τα μάτια. Ο μαρκήσιος ντε Σαντ και εγώ είμαστε μέλη τής ίδιας αδελφότητας.

ΚΥΡΙΑ ΝΤΕ ΜΟΝΤΡΕΪΓ, ΜΗΤΕΡΑ ΤΗΣ ΡΕΝΕ ΝΤΕ ΣΑΝΤ: Και πώς το ανακαλύψατε αυτό;

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Δεν το ανακάλυψα, το αισθάνθηκα…

ΜΟΝΤΡΕΪΓ: Πότε;

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Πότε το ένιωσα; Όταν έγινα τραπέζι.

ΜΟΝΤΡΕΪΓ: Τραπέζι, είπατε;

Οι δύο αδελφές εκπλήσσονται και
κάτι ψιθυρίζουν μεταξύ τους
.

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Δεν νομίζω πως χρειάζεται μετάφραση, κάθε άνθρωπος μπορεί να γίνει τραπέζι. Για να πώ τα πράγματα με το όνομά τους, αυτό εδώ το κορμί ξεγυμνώθηκε και χρησιμοποιήθηκε ως βωμός για μία λειτουργία.

[…] Με τοποθέτησαν πάλλευκη και γυμνή επάνω σε ένα μαύρο σάβανο. Έκλεισα τα μάτια και ένιωσα το αστραφτερό θαύμα της γύμνιας μου σε όλη τη δόξα τής λευκότητάς της. Κι αυτή η αίσθηση δεν διέφερε πολύ από εκείνη κάθε συνηθισμένης γυναίκας όταν κλείνει τα μάτια και νιώθει τα πάντα μέσα απ’ το γυμνό της δέρμα.

Ανάμεσα στο λαιμό και στην κοιλιά μου απλώθηκε μία μικρή πετσέτα. Ένιωσα τη δροσιά ενός φρεσκοπλυμένου σεντονιού. Ανάμεσα στα δυό μου στήθη τοποθετήθηκε ένας ασημένιος σταυρός. Παρόμοια αίσθηση με εκείνη όταν κάποιος παιχνιδιάρης κύριος μετά τον έρωτα ακουμπάει στο ίδιο σημείο ένα αχλάδι. Στο κενό ανάμεσα στου μηρούς μου τοποθετήθηκε ένα ασημένιο δισκοπότηρο. Η αίσθηση του ψυχρού ήταν ίδια με εκείνη ενός δοχείου νυκτός από Σςεβρ πορσελάνη… Δεν υπήρχε όμως τίποτε που να με κάνει να ριγώ απ’ τη χαρά τής βεβήλωσης.

Όταν πλησίασε η ώρα τής τελετής με έβαλαν να κρατάω στα χέρια μου αναμμένα κεριά. Η φλόγα τους έλαμπε μακρινή και το κερί που έσταζε έμοιαζε κι αυτό ν’ ανήκει σ’ έναν άλλον κόσμο. Την εποχή του Λουδοβίκου του 14ου λένε πως θυσίαζαν πραγματικά νεογέννητα, σήμερα όμως που ακόμα και η μαύρη λειτουργία έχει παρακμάσει, χρησιμοποίησαν ένα αρνάκι.

Τη στιγμή που ο ιερέας πρόφερε τις λέξεις «Ιησού Χριστέ», και πάνω απ' το κεφάλι μου το θλιμμένο βέλασμα του αμνού μετατράπηκε ξαφνικά σε παράξενο βογκητό, πιο καυτό κι από τον ιδρώτα οποιουδήποτε εραστή, πιο πλουσιοπάροχο απ’ τον ιδρώτα που χύθηκε ποτέ επάνω μου από κάποιον άντρα, το αίμα τού αμνού άρχισε να στάζει απ’ το δισκοπότηρο στο στήθος και στην κοιλιά, ανάμεσα στους μηρούς.

Η ψυχρή μου καρδιά, που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν μοιρασμένη ανάμεσα σε μία παιχνιδιάρικη διάθεση και στην περιέργεια, για πρώτη φορά ένιωσε να τυλίγεται από τη φλόγα μιας άγριας χαράς. Πάνω στα τεντωμένα μου χέρια, που έμοιαζαν με αισχρή απομίμηση τής σταύρωσης, έσταζε το καυτό υγρό από τα κεριά που τρεμόσβηναν και κατάλαβα μεμιάς πως η φωτιά στα δυό μου χέρια ήταν ο μυστικός συμβολισμός των καρφιών.

Δεν σάς τα λέω όμως αυτά από ματαιοδοξία. Θέλω μόνο να καταλάβετε ότι εγώ, από έναν δρόμο αντίθετο από εκείνον τού Αλφόνς, έφτασα να γνωρίσω τις εκστάσεις του.

Ο Αλφόνς κατατρύχεται από το πάθος να κοιτάζει, εγώ να με κοιτάζουν. Οι εμπειρίες του καθενός μας διαφέρουν. Όταν όμως το αίμα του αμνού πλημμύρισε το γυμνό μου σώμα σαν βροχή, κατάλαβα ποιός ήταν ο Αλφόνς.

ΡΕΝΕ: Και ποιός ήταν λοιπόν κατά τη γνώμη σας;

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Ο Αλφόνς ήταν εγώ.

ΜΟΝΤΡΕΪΓ: Τί;

[…]

Yukio Misima, Η Μαρκησία ντε Σαντ (μτφρ. Παναγιώτης Ευαγγελίδης, έκδ. Άγρα, Αθήνα 2011, σσ. 75-76, 76, 77-78, 78-80).

Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2026

η δύναμη τής φαντασίας


ΡΕΝΕ: […] Αυτά τα έξι χρόνια η δυστυχία μου κατάφερε τελικά να φτάσει στο ύψος της ακολασίας τού Αλφόνς. Έτσι σκέφτηκα. Ένιωσα την τραγική μοναξιά του στη φυλακή σαν να ήμουν εγώ στη θέση του. Σε όσες ακολασίες κι αν επιδόθηκε, αυτό που έκανε ήταν να αναζητάει κάτι άπιαστο, κι όσες γυναίκες και άντρες κι αν έβαλε στο παιχνίδι, μόνο αυτός συγκρούστηκε κατά μέτωπο με το Αδύνατο. Ο Αλφόνς δεν αγάπησε ποτέ κανέναν. Ούτε κάν εσένα.

ΑΝ, ΜΙΚΡΟΤΕΡΗ ΑΔΕΛΦΗ ΤΗΣ ΡΕΝΕ: Και μάλλον ούτε εσένα, αδελφή μου.

ΡΕΝΕ: Αυτός είναι ίσως κι ο βασικός λόγος που μπορέσαμε κι εμείς να συμφιλιωθούμε.

ΑΝ: Στην πραγματικότητα όμως, αδελφή μου, πιστεύεις ότι εσύ είσαι η μόνη που αγαπάει.

ΡΕΝΕ: Ο καθένας είναι ελεύθερος να φαντάζεται ό,τι θέλει. Η δύναμη τής φαντασίας είναι κάτι που έμαθα από τον Αλφόνς.

ΑΝ: Και με την ευτυχία τί γίνεται;

ΡΕΝΕ: Αυτή ήταν δική μου επινόηση και δεν οφείλει απολύτως τίποτα στις διδασκαλίες του. Η ευτυχία είναι, ας πούμε, μια γυναικεία χειροτεχνία, ένα ατέρμονο κέντημα. Η μοναξιά, η πλήξη, η αγωνία, η θλίψη, οι αποτρόπαιες νύχτες, η φρικιαστική αυγή, όλα αυτά τα υφαίνει βελονιά βελονιά, αφιερώνοντας χρόνο και κόπο, για να κατασκευάσει μια μικρή ταπισερί με θέμα ένα κονό μπουκέτο τριαντάφυλλα. Χάρη στην ικανότητα και την επιμονή της γυναίκας, τα μαρτύρια τής κόλασης είναι δυνατόν να μεταμορφωθούν σε ένα και μοναδικό ρόδο.

ΑΝ: Από δώ και πέρα ο Αλφόνς θα τρώει για πρωινό τη μαρμελάδα τριαντάφυλλο που με τόση φροντίδα ετοίμασε η αδελφή μου.

ΡΕΝΕ: Αχ, αυτή σου η ειρωνεία, Αν.

*

ΑΝ: Δεν έπαιξα ούτε μια φορά τη μάνα μαζί του.

ΡΕΝΕ: Ούτε εγώ, τουλάχιστον με τη θέλησή μου.

ΚΥΡΙΑ ΝΤΕ ΜΟΝΤΡΕΪΓ, ΜΗΤΕΡΑ: Για δες, βλέπω ότι και οι δύο σας κατά παράδοξο τρόπο υποτιμάτε το ρόλο τής μάνας μπροστά στην ίδια σας τη μητέρα. Πείτε ό,τι θέλετε. Η δική μου πικρία για τον Αλφόνς, αυτόν τον άνθρωπο που κακομεταχειρίστηκε τις κόρες που με τόση φροντίδα και αγάπη ανέθρεψα, δεν μπορεί να σβήσει με τίποτα. Θα ήθελα, Ρενέ, αυτό τουλάχιστον να καταλάβεις.

ΡΕΝΕ: Αυτός ο άνθρωπος που λες δεν με κακομεταχειρίστηκε ποτέ.

ΑΝ: Ούτε εμένα.

ΜΟΝΤΡΕΪΓ (Κρύβοντας την πικρία της.): Πολύ ενδιαφέρον. Τί ακριβώς εννοείτε;

ΡΕΝΕ: Ο πόθος του παίρνει φωτιά στην ιδέα τής ιεροσυλίας, ακριβώς όπως το άλογο ερεθίζεται όταν συντρίβει διάφανους κρυστάλλους πάγου κάτω από τις οπλές του. Ακολουθεί πάντα το ίδιο τελετουργικό: Αφήνει το νερό να ποτίσει τη βρόμικη γή μέχρι ο πρωινός παγετός να το μετατρέψει σε εύθραυστους κρυστάλλους, μόνο και μόνο για να τούς ποδοπατήσει στη συνέχεια.

Χάρη σ' αυτόν ζητιάνες και πόρνες πήραν το χρίσμα της αγίας, απλώς και μόνο για να μαστιγωθούν στη συνέχεια. Όμως, μονάχα μια στιγμή αργότερα το όνειρο γίνεται κομμάτια και βγάζει απ' την πόρτα ζητιάνες και πόρνες με κλοτσιές στα πισινά… Στη συνέχεια, μη βρίσκοντας κανέναν να προσφέρει το μέλι της τρυφερότητας που έχουν σταλάξει μέσα του αυτές οι στιγμές ηδονής, επιστρέφει και το αδειάζει όλο σε μένα.

Είναι μια μέλισσα εργάτης τής ηδονής· μαζεύει κάθιδρος κάτω απ’ τον αδυσώπητο καλοκαιρινό ήλιο το μέλι τής τρυφερότητας και έρχεται να μού το παραδώσει, σε μένα που περιμένω στη σκοτεινή και δροσερή φωλιά μου.

Τα αιμάτινα λουλούδια απ' όπου μαζεύει το μέλι δεν είναι σίγουρα οι ερωμένες του. Έχουν χριστεί αγίες, έχουν ποδοπατηθεί, το μέλι τους έχει τρυγηθεί… αυτό είναι όλο. Αν κάποιος υπήρξε αντικείμενο κακομεταχείρισης δεν νομίζετε πως είναι εκείνες;

ΑΝ: Καταφέρνεις πάντα να ωραιοποιείς τον Αλφόνς, αδελφή μου, μέσα απ' την κατανόηση και τις ποιητικές σου εικόνες. Κατανοείς μέσα απ' την ποίηση. Ο μοναδικός ίσως τρόπος να κατανοήσει κανείς αυτό που είναι υπερβολικά ιερό ή βρόμικο.

Σίγουρα όμως αυτό δεν είναι μέθοδος γυναικεία. Εγώ δεν δοκίμασα ποτέ να τόν καταλάβω. Γι' αυτό και ήταν χαλαρός μαζί μου, κι όταν με χάιδευε το έκανε σαν ένας ακόμα συνηθισμένος άντρας, κι εγώ ανταποκρινόμουν σαν μία ακόμα συνηθισμένη γυναίκα.

ΡΕΝΕ: Μια και λες αυτά, τότε θα σού πώ κι εγώ κάποια άλλα. Σε χρησιμοποίησα σαν όργανό μου. Από καιρού εις καιρόν ο Αλφόνς επιθυμούσε να ζεί σαν κοινός άντρας. Επειδή όμως δεν ήταν δυνατόν να το κάνει αυτό μαζί μου, μιά κι εγώ ήξερα ποιός ήταν, διάλεξα εσένα.

ΑΝ: Στις αναμνήσεις σου δεν βλέπω να υπάρχει η Βενετία, αδελφή μου. Λυπάμαι πολύ για σένα! Δεν υπάρχει εκείνη η κόκκινη σαν συκώτι Σελήνη που ανεβαίνει από τα ομιχλώδη κανάλια. Το ανάστατο κρεβάτι, μπροστά σ' ένα παράθυρο απ’ όπου φτάνει απ’ τη γέφυρα η γλυκιά φωνή ενός άντρα με συνοδεία μαντολίνου, […].

Yukio Misima, Η Μαρκησία ντε Σαντ (μτφρ. Παναγιώτης Ευαγγελίδης, έκδ. Άγρα, Αθήνα 2011, σσ. 65-67, 70-72).

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2026

σαν να περπατάει φορώντας μονάχα ένα διάφανο ύφασμα


ΚΟΜΙΣΣΑ ΝΤΕ ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: […] Θα μού επιτρέψετε να σάς πώ ότι η οικογένειά σας είναι τώρα σαν να περπατάει φορώντας μονάχα ένα διάφανο ύφασμα. Δεν σάς εκπλήσσει πλέον τίποτεα, έτσι δεν είναι;

ΡΕΝΕ, ΜΑΡΚΗΣΙΑ ΝΤΕ ΣΑΝΤ: Έτσι είναι.

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Οι ερωτήσεις μου θα ήταν αδιανόητες μέσα σε ένα συνηθισμένο σαλόνι τής καλής κοινωνίας, θέλω όμως εσείς να τίς ακούσετε ουδέτερα, σαν να μιλούσαμε για την καλλιέργεια τής αμπέλου και τα σχετικά λιπάσματα.

ΡΕΝΕ: Εντάξει.

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Κατά τη γνώμη μου ο μαρκήσιος ντε Σαντ είναι ένας άνθρωπος για τον οποίο η σκληρότητα είναι συνώνυμο του τρυφερού, και δεν τού είναι δυνατόν να εκφράσει τη γλύκα τής καρδιάς του χωρίς να χρησιμοποιήσει μαστίγιο. (Με αποφασιστικότητα.) Με εσάς τί ακριβώς γίνεται;

ΡΕΝΕ: Ορίστε;

ΣΙΜΙΑΝ: Κυρία ντε Σαιν-Φόν!

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Πώς είναι μαζί σας;

ΡΕΝΕ: Αν σάς απαντούσα πως είναι μονάχα τρυφερός, θα βρίσκετε πως αυτή η τρυφερότητά του εμπεριέχει σκληρότητα, κι αν έλεγα πως είναι σκληρός...

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Μα πόση σοφία πια μπορείτε να κρύβετε!

ΡΕΝΕ: Θα σάς δώσω μιά απάντηση. Είναι ο σύζυγός μου. Με αγαπάει όπως ένας σύζυγος αγαπάει τη γυναίκα του. Και το συζυγικό μας κρεβάτι να σάς έδειχνα, πάλι δεν θα υπήρχε κάτι που θα σάς ζητούσα να κρατήσετε μυστικό.

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Αχ… (Την κοιτάζει με ένταση.) Μα αυτό είναι εξαίσιο. Σ' ένα ζευγάρι με τόσο υπέροχη σχέση η τρυφερότητα είναι περιττή.

ΡΕΝΕ: Ναι, και μ' αυτή την έννοια κι η σκληρότητα επίσης.

[…]

Η Σαιν-Φόν και η Σιμιάν βγαίνουν.

ΡΕΝΕ: Επιτέλους!

ΚΥΡΙΑ ΝΤΕ ΜΟΝΤΡΕΪΓ, ΜΗΤΕΡΑ ΤΗΣ ΡΕΝΕ ΝΤΕ ΣΑΝΤ: Τα έβγαλες πέρα θαυμάσια. Τί υπέροχες απαντήσεις! Ποτέ δεν ήμουν πιο περήφανη για την κόρη μου. Τί έχιδνα όμως! Και να σκεφτείς ότι ζήτησα βοήθεια από μια τέτοια γυναίκα. […]

*

ΡΕΝΕ: […] Ο Αλφόνς είναι μια μουσική που δεν έχει μόνο ένα θέμα. Έχω ορκιστεί πίστη σ’ αυτή τη μουσική. Το θέμα της, τη μια στιγμή ακούγεται τρυφερό και την επομένη το στοιχειώνουν αίμα και μαστίγιο. Ο Αλφόνς δεν μού έχει επιτρέψει ποτέ ν’ ακούσω τον ήχο αυτού τού μαστιγίου. Δεν ξέρω αν είναι από εκτίμηση για μένα ή από περιφρόνηση. Όμως αυτό που έμαθα μια για πάντα από το τελευταίο συμβάν είναι ότι η πίστη τής γυναίκας δεν είναι το αντίτιμο για τούς περιστασιακούς τρυφερούς λόγους ή πράξεις τού συζύγου της, αλλά η άμεση σύνδεσή της με την πεμπτουσία του. Ένα σαρακοφαγωμένο πλοίο μοιράζεται με τα σκουλήκια που το ροκανίζουν την πεμπτουσία τής θάλασσας.

ΜΟΝΤΡΕΪΓ: Εξαπατήθηκες, το ίδιο κι εγώ.

ΡΕΝΕ: Δεν υπάρχει γυναίκα που να εξαπατήθηκε από άντρα, ούτε μία φορά.

ΜΟΝΤΡΕΪΓ: Δεν μιλάμε όμως εδώ για έναν συνηθισμένο άντρα…

ΡΕΝΕ: Όμως εγώ ξέρω ότι ο Αλφόνς είναι κι αυτός άντρας… Όπως είπατε, την εποχή τού γάμου μας, δεν μπορούσα να διανοηθώ τί είδους άντρας ήταν. Και μέχρι πολύ πρόσφατα ακόμα δεν είχα την παραμικρή ιδέα. Πρέπει όμως να πώ πως είχα διαισθανθεί τη φύση του από πολύν καιρό. […]

Yukio Misima, Η Μαρκησία ντε Σαντ (μτφρ. Παναγιώτης Ευαγγελίδης, έκδ. Άγρα, Αθήνα 2011, σσ. 42-43, 52-53).

Κυριακή 11 Οκτωβρίου 2026

μάς δίνεται δώρο εξ ουρανού στη γέννησή μας


ΚΥΡΙΑ ΝΤΕ ΜΟΝΤΡΕΪΓ, ΜΗΤΕΡΑ ΤΗΣ ΡΕΝΕ ΝΤΕ ΣΑΝΤ: […] Όσο για τη μητέρα τού Αλφόνς, τί έκανε γι' αυτόν; Με τέλεια ψυχρότητα και χωρίς το παραμικρό μητρικό αίσθημα έχει αποσυρθεί σ' ένα μοναστήρι εδώ και δώδεκα χρόνια, και ακόμα και για το γάμο τού γιού της δεν καταδέχτηκε να πουλήσει ένα απ’ τα αμέτρητα διαμάντια της.

Έτσι λοιπόν, σαν άλλη παραμάνα ενός, προβληματικού για τούς γονείς του, γιού, όταν ο Αλφόνς ερωτεύθηκε μια ηθοποιό με το όνομα Κολέτ, έγινα εγώ ο πυροσβέστης τού πάθους τους, και όταν πριν από τέσσερα χρόνια είχε τραβήγματα με την υπόθεση τής Αρκέιγ, πάλι εγώ πέτυχα τη χάρη τού βασιλιά και τον έβγαλα μόλις έπειτα από επτά μήνες εγκλεισμού,ενώ στη συνέχεια ξόδεψα ολόκληρη περιουσία για να βουλώσω τα στόματα του κόσμου.

ΒΑΡΟΝΗ ΝΤΕ ΣΙΜΙΑΝ: Και τί ήταν αυτή η υπόθεση της Αρκέιγ;

(Η Κόμισσα ντε Σαιν-Φον πλαταγίζει βίαια το μαστίγιό της.)

ΣΙΜΙΑΝ: Ά, περί αυτού πρόκειται πάλι…

ΜΟΝΤΡΕΪΓ (Πικραμένη): Μού είναι αδύνατον να σάς παραβγώ κυρία Σαιν-Φόν. Ό,τι και να γίνει, είστε πάντα πολύ καλά πληροφορημένη. Η υπόθεση της Αρκέιγ, πριν από τέσσερα χρόνια, με τις φρικτές ακολασίες που επέβαλε σε μια νεαρή ζητιάνα που τη μάζεψε απ' το δρόμο, μοιάζει με πταίσμα μπροστά στην τωρινή ιστορία […]

*

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Αν δεν με απατά η μνήμη μου, το οικόσημο της οικογένειας των Σαντ είναι ένας δικέφαλος αετός. Ο αετός του μαρκήσιου ντε Σαντ έχει πάντα ψηλά και τα δυό κεφάλια. Το ένα είναι το περήφανο κεφάλι ενός οίκου που χρονολογείται από τον 12ο αιώνα, το άλλο είναι το κεφάλι του Κακού που αναδύεται μέσα απ' τη λάσπη των απαρχών τού ανθρώπου.

Εσείς, κυρία μου, εδώ και εννέα χρόνια πολεμάτε ασταμάτητα να σκοτώσετε το ένα κεφάλι για να μπορέσει να ζήσει το άλλο. Ένας πόλεμος που υπερβαίνει τις δυνάμεις σας και είναι απ' την αρχή καταδικασμένος. Γιατί δεν αφήνετε να ζήσουν και τα δύο κεφάλια; Δεν βλέπετε ότι φυτρώνουν από το ίδιο σώμα;

*
[…]

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Πώς μπορεί κανείς να πείσει έναν άρρωστο να γιατρευτεί ενάντια στη θέλησή του από μία αρρώστια που τού δίνει τόσες ηδονές; Η ιδιαιτερότητα τής ασθένειας του μαρκήσιου είναι η ευχαρίστηση που τού προσφέρει. Όσο αποτροπιαστική κι αν μοιάζει στα μάτια των άλλων, η αρρώστια αυτή είναι ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα για εκείνους που έχει μολύνει.

ΜΟΝΤΡΕΪΓ: Τώρα που το σκέφτομαι, τα σημερινά συμπτώματα ήταν ορατά από πολύ παλιά. Οι καρποί που τώρα βαραίνουν τα κλαδιά γεμάτοι ώριμους δηλητηριώδεις χυμούς ήταν εκείνη την εποχή πράσινα φρούτα. Έπρεπε πάση θυσία να τούς είχα κόψει τότε.

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Αν τούς είχατε κόψει ο μαρκήσιος θα είχε πεθάνει. Αυτά τα φρούτα ήταν πορτοκάλια που μέσα τους έρρεε κόκκινο αίμα. Έτσι δεν είναι, κυρία; Είμαι αυθεντία στα θέματα τής ακολασίας γι’ αυτό ακούστε με προσεκτικά.

Αυτό που ονομάζουμε βίτσιο είναι από μόνο του ένα τέλειο βασίλειο εξοπλισμένο με όλα τα χρειαζούμενα, χωρίς να τού λείπει απολύτως τίποτα. […] Με παρακολουθείτε; Αυτό το μεγάλο βασίλειο μάς δίνεται δώρο εξ ουρανού στη γέννησή μας, κι όσα παράξενα κι αν τύχουν στο διάβα μας μετά, δεν υπάρχει τίποτα που να μην προέρχεται από την επικράτειά του.

[…] Το επεισόδιο της Μασσαλίας ήταν ένα φυσικό γεγονός, τόσο φυσικό όσο και όταν ένα παιδάκι ξεκολλάει τα φτερά μιας πεταλούδας. [...]

*

ΜΟΝΤΡΕΪΓ: […] Όπως όμως γνωρίζετε, οι προσπάθειές μου ήταν μάταιες, το Ανώτατο Δικαστήριο της Αίξ καταδίκασε τον Αλφόνς στην ποινή τού αποκεφαλισμού, επειδή όμως ο κατηγορούμενος είχε εξαφανιστεί, στις 12 τού περασμένου μήνα αντί για τον Αλφόνς έκαψαν στην πυρά ένα πορτρέτο του, στη μεγάλη πλατεία της Αίξ. Απ’ το Παρίσι, όπου βρισκόμουν εκείνη τη μέρα, νόμιζα πως έφτανε στ’ αυτιά μου η ηχώ των ιαχών τού όχλου κι έβλεπα τις φλόγες να γλείφουν το τρυφερό χαμόγελο και να καταβροχθίζουν τα χρυσά μαλλιά τού γαμπρού μου…

ΣΙΜΙΑΝ: Οι φλόγες τής κόλασης έκαναν την εμφάνισή τους στη Γή.

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: «Κι άλλα ξύλα!», «Πιό δυνατή φωτιά!», έτσι πρέπει να κραύγαζε το πλήθος. Η πυρά είναι πιο πολύ από κάθε άλλο οι φλόγες τού φθόνου τού λαού. Για τις ακολασίες που τού είναι απαγορευμένες.

[…]

ΣΙΜΙΑΝ: «Πιό δυνατή φωτιά!». Όχι, αυτή ήταν μια πυρά εξαγνισμού. Με το κάψιμο τού πορτέτου τού μαρκήσιου όλα τα εγκλήματά του εξιλεώθηκαν.

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: «Πιό δυνατή φωτιά!». Οι φλόγες θα πρέπει να μαστίγωναν αλύπητα τα λευκά καλοθρεμμένα μάγουλα και τα ξανθά μαλλιά του. […] Είμαι σίγουρη ότι το πορτρέτο του πρέπει να είχε ένα χαμόγελο χαραγμένο στα χείλη. Η παγερή του ηδυπάθεια πρέπει να δίψαγε για φλόγες.

Yukio Misima, Η Μαρκησία ντε Σαντ (μτφρ. Παναγιώτης Ευαγγελίδης, έκδ. Άγρα, Αθήνα 2011, σσ. 29-30, 31-32, 32-33, 33, 34-35, 35, 36).

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2026

ακόμα και το βίτσιο μεταμορφώνεται σε θαύμα


Η πρόθεσή σας να θέσετε το βίτσιο
στην υπηρεσία της αρετής είναι αξιοθαύμαστη.*

ΚΟΜΙΣΣΑ ΝΤΕ ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: […] Διώχνει τις άλλες κοπέλες και μένει μόνος με την κοπέλα και τον υπηρέτη τους, τούς ξαπλώνει και τους δύο στο κρεβάτι και ενώ μαστιγώνει με το ένα χέρι το κορίτσι (πλαταγίζει το μαστίγιο) με το άλλο… καταλαβαίνετε, ερεθίζει τον υπηρέτη. Με το ένα χέρι το κορίτσι (πλαταγίζει εξακολουθητικά το μαστίγιο) με το άλλο τον υπηρέτη…

ΒΑΡΟΝΗ ΝΤΕ ΣΙΜΙΑΝ: Ώ Θεέ μου! (Σταυροκοπιέται και προσεύχεται.)

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Μπορείτε να σταυροκοπιέστε όσο θέλετε. Όταν το κάνετε, τ' αυτιά σας μένουν ανοιχτά, έτσι δεν είναι; (Η Σιμιάν ξαναβουλώνει τ’ αυτιά της βιαστικά.) Όσο τα βουλώνετε παραμελείτε τα χριστιανικά σας καθήκοντα, όπως βλέπετε. (Η Σιμιάν σπεύδει να κάνει το σταυρό της.) Συμπέρασμα, πρέπει να υποταχτείτε στη θέληση τού Θεού που σάς λέει να καλμάρετε και ν’ ακούσετε. (Η Σιμιάν παραιτείται κι ακούει.) … Λοιπόν, ο Αλφόνς, σαν να ήταν ο ίδιος υπηρέτης, αποκαλεί συνέχεια τον υποτακτικό του «Κύριε μαρκήσιε», ενώ οι άλλοι αποκαλούν τον ίδιο «Λαφλέρ».

Στη συνέχεια, αφού παρακαλεί τον υπηρέτη να βγεί έξω, ο Αλφόνς βγάζει μία κρυστάλλινη μπομπονιέρα με χρυσή μπορντούρα και προσφέρει στο κορίτσι κουφέτα με γεύση μάραθου, λέγοντάς του ότι είναι φάρμακο για τα αέρια, γι' αυτό και να μην διστάσει να φάει όσα θέλει.

ΣΙΜΙΑΝ: Αχ…

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Στην πραγματικότητα ήταν αφροδισιακές καραμέλες. Αφροδισιακές καραμέλες με επικάλυψη μείγματος ξερής κανθαριδίνης. Φαντάζομαι πως τις γνωρίζετε…

ΣΙΜΙΑΝ: Μα πώς θα μπορούσα να γνωρίζω εγώ κάτι τέτοιο;

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Θα κάνατε καλά πού και πού να τίς δοκιμάζατε. Η Μαριάν έφαγε επτά-οκτώ από δαύτες. Και αφού τίς έφαγε, ήταν η σειρά τού μαρκήσιου να…

ΣΙΜΙΑΝ: Τί έκανε ο Αλφόνς μετά;

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Τής υποσχέθηκε ένα λουδοβίκι με τον όρο να τον αφήσει να τής κάνει κάποιο πράγμα.

ΣΙΜΙΑΝ: Κάποιο πράγμα;

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: «Κάποιο πράγμα» που είμαι σίγουρη αρέσει και σε σάς. Όταν την ανατολή ο ήλιος φωτίζει το μπροστινό μέρος τού αγάλματος μιας Αφροδίτης, στο κέντρο ενός μεγάλου κήπου, οι αστραφτερές του ακτίνες διαπερνάνε τη σχισμή των χιονάτων μαρμάρινων μηρών. Ποιό είναι τώρα το σημείο στο κορμί της θεάς το οποίο διαπερνάει η τελευταία ακτίνα τού ήλιου όταν έχει κάνει τον κύκλο του γύρω από τον κήπο σε μισή μέρα, και ετοιμάζεται να πλαγιάσει πίσω από το δάσος;

ΣΙΜΙΑΝ (Αφού σκέφτεται για λίγο): Άαα! Άαα! Εννοείτε τη δουλειά τού σατανά. Μα αυτό είναι φρικτό έγκλημα. Οδηγεί αναπόφευκτα στο θάνατο τής πυράς…

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Λίγο αργότερα ο Αλφόνς έβγαλε ένα πολυχρησιμοποιημένο και γεμάτο αίματα μαστίγιο εφοδιασμένο με αιχμηρά δόντια και ζήτησε απ' την κοπέλα ν' αρχίσει να τον χτυπάει.

ΣΙΜΙΑΝ: Να λοιπόν που εν τέλει κάποια ίχνη συνείδησης επιβιώνουν μέσα του. Θέλησε να διώξει τον σατανά επιβάλλοντας μια τιμωρία στον ίδιο του τον εαυτό.

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Μα όχι, πρόκειται μόνο για το ότι μπορούσε να είναι πιο σίγουρος για τον πόνο που ένιωθε ο ίδιος από ό,τι για εκείνον των άλλων. Ναι, αυτός ο άνθρωπος διακατέχεται από έναν ιδιαίτερα ασυνήθιστο πόθο για βεβαιότητα… […]

*

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Τού άρεσαν πάντα οι αριθμού. Τίποτε δεν κατέχει τη βεβαιότητα των αριθμών· εξάλλου όταν οι αριθμοί αυξάνονται και φτάνουν σε ουρανομήκη μεγέθη ακόμα και το βίτσιο μεταμορφώνεται σε θαύμα.

ΣΙΜΙΑΝ: Τί θέση έχει η λέξη θαύμα σε κάτι τέτοιο;

ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Το θαύμα του μαρκήσιου ντε Σαντ είναι αποτέλεσμα τής συσσώρευσης βεβαιοτήτων, και υλοποιείται μόνον όταν οι πέντε γνωστές στον άνθρωπο αισθήσεις έχουν φτάσει στα όριά τους. Καμία σχέση με τα θαύματα που κάθονται και περιμένουν οι οκνηροί. […]

Yukio Misima, Η Μαρκησία ντε Σαντ (μτφρ. Παναγιώτης Ευαγγελίδης, έκδ. Άγρα, Αθήνα 2011, σσ. 16-18, 19). –Στο εκ του ιδίου motto η Κόμισσα ντε Σαιν-Φόν απευθύνεται στην Κυρία ντε Μοντρέιγ, μητέρα της Ρενέ (ό.π., σ. 38).

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2026

μόνο τα ήθη των δημοσίων ανδρών έχουν επίπτωση στη γενική διοίκηση


Προς την Κυρία ντε Σαντ
Αρχές Νοεμβρίου 1783

[…] Αν λοιπόν, όπως διατείνεστε, η ελευθερία μου εξαγοράζεται με θυσία των αρχών μου ή των ορέξεών μου, μπορούμε να αποχαιρετιστούμε για πάντα, γιατί στη θέση τους θα θυσίαζα χίλιες ζωές και χίλιες ελευθερίες, αν τίς είχα. Ακολουθώ αυτές τις αρχές και αυτές τις ορέξεις μέχρι φανατισμού και ο φανατισμός είναι το προϊόν τής καταδίωξης των τυράννων μου.

Όσο συνεχίζουν τις διώξεις τους τόσο ριζώνουν στην καρδιά μου αυτές οι αρχές, και διακηρύσσω ανοιχτά ότι δεν χρειάζεται να μού μιλήσουν ποτέ για ελευθερία, αν η ελευθερία μου δεν εξαγοράζεται με το χαμό τους. Το δηλώνω σε σάς. Θα το δηλώσω στον Κύριο Λε Νουάρ. Θα το δηλώσω σε όλο τον κόσμο. Ούτε μπροστά στο ικρίωμα δεν θα αλλάξω γνώμη.

Αν οι αρχές και οι προτιμήσεις μου δεν συμβιβάζονται με τους γαλλικούς νόμους, δεν ζητώ κάν να μείνω στη Γαλλία. Υπάρχουν στην Ευρώπη συνετές κυβερνήσεις που δεν ταπεινώνουν τους ανθρώπους για τις προτιμήσεις τους και δεν τούς φυλακίζουν για τις απόψεις τους. Εκεί θα πάω να ζήσω και θα είμαι ευτυχής.

Το κράτος δεν το βλάπτουν οι απόψεις και τα ελαττώματα των ιδιωτών, μόνο τα ήθη των δημοσίων ανδρών έχουν επίπτωση στη γενική διοίκηση. Αν ένας ιδιώτης πιστεύει ή δεν πιστεύει στον Θεό, αν σέβεται και τιμά μια πουτάνα ή τής δίνει εκατό κλοτσιές στην κοιλιά, τούτη ή εκείνη η συμπεριφορά ούτε θα διαφυλάξει ούτε θα καταστρέψει τη συγκρότηση του κράτους.

Αν όμως ο άρχοντας που πρέπει να μεριμνά για τον εφοδιασμό μιας πρωτεύουσας διπλασιάσει τις τιμές των τροφίμων επειδή οι προμηθευτές τού δίνουν μέρος των κερδών, αν ο υπεύθυνος τού δημοσίου ταμείου αφήνει να υποφέρουν εκείνους που θα έπρεπε να μισθοδοτεί επειδή εκμεταλλεύεται ο ίδιος τα χρήματα, αν ο διαχειριστής μιας πολυάνθρωπης οικίας που ανήκει στο κράτος αφήσει να πεθάνουν της πείνας οι δύστυχοι στρατιωτικοί που μένουν σ’ αυτή επειδή θέλει να οργανώσει ο ίδιος για την οικογένειά του ένα πλουσιοπάροχο γεύμα την Τσικνοπέμπτη, το παράπτωμα αυτό θα συγκλονίσει το κράτος από τη μία άκρη στην άλλη· τα πάντα αλλοιώνονται, τα πάντα υποβιβάζονται.

Παρ’ όλα αυτά ο καταχραστής θριαμβεύει, την ώρα που ο άλλος σαπίζει στη φυλακή: Ένα κράτος πλησιάζει την καταστροφή του, έλεγε ο καγκελάριος Ολιβιέ, στο παρλαμέντο του Ερρίκου Β΄, όταν τιμωρεί μονάχα τον αδύναμο, και ο νεόπλουτος κακοποιός μένει ατιμώρητος με το χρυσάφι του.

Ας διορθώσει πρώτα ο βασιλιάς τα δεινά τής κυβέρνησής του, ας ξεπληρώσει τις καταχρήσεις της, ας κρεμάσει τους υπουργούς που τον εξαπατούν ή τον κλέβουν, προτού καταστείλει τις απόψεις ή τις προτιμήσεις των υπηκόων του!

Επαναλαμβάνω ακόμη μια φορά αυτές οι προτιμήσεις, αυτές οι απόψεις δεν πρόκειται να κλονίσουν το θρόνο του, ενώ οι αχρειότητες εκείνων που βρίσκονται κοντά του αργά ή γρήγορα θα τόν ανατρέψουν. […]

Μαρκήσιος ντε Σαντ, επιστολή «προς την Κυρία ντε Σαντ», εν Yukio Misima, Η Μαρκησία ντε Σαντ (μτφρ. Παναγιώτης Ευαγγελίδης, έκδ. Άγρα, Αθήνα 2011, σσ. 165-167).

Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2026

κριτική απέναντι στην εκάστοτε εξουσία


«Αυτός που δεν βοηθά μόνο αυτούς που αδικούνται,
αλλά και φροντίζει να μη τούς αδικήσει κανείς,

αυτός σωστός θα ήταν να ονομάζεται όχι μόνο άρχοντας δραστήριος
αλλά και σοφός νομοθέτης,
γιατί το ένα το κάνει με αρχηγική δύναμη,
ενώ το άλλο με ψυχική σύνεση».*

Αν κάτι τον κάνει [ενν. τον Ισίδωρο Πηλουσιώτη] να ξεχωρίζει, αυτό είναι σίγουρα η ακούραστη γραφή του. Για παράδειγμα, κάνει λόγο γι’ αυτόν ο Μέγας Φώτιος και αναφέρει ότι είναι κορυφαίος στην επιστολογραφία, καθώς οι επιστολές του είναι παραδείγματα προς μίμηση, όσον αφορά τη φρασεολογία και το ύφος γραφής [πβ. το 2.44 της επιστολής του Φωτίου στο PG 102:861].

Νωρίτερα από αυτή την αναφορά, όμως, υπάρχει μεγάλο αίνιγμα για το πώς γνωρίζουν και για ποιον λόγο τον Ισίδωρο τον Πηλουσιώτη οι χριστιανοί στην Κωνσταντινούπολη. Το αινιγματικό της προσωπικότητας του Πηλουσιώτη μεγαλώνει ακόμα περισσότερο καθώς συνειδητοποιεί κανείς το γεγονός ότι ανά τους αιώνες έχουμε χτίσει ένα corpus πάνω από 3000 επιστολών, γραμμένων από τον ίδιο. Εντούτοις, γνωρίζουμε ελάχιστα γι’ αυτόν.

Για την ευρεία και αντιφατική χρήση τού έργου τού Πηλουσιώτη θα φέρω μόνο το εξής παράδειγμα. Μια πλειάδα επιστολών του αναφέρεται ενάντια στο ζήτημα τού Νεστοριανισμού. Εντούτοις, χρησιμοποιήθηκε ο λόγος του, συγχεόμενος με το θεολογικό πνεύμα τού Σεβήρου Αλεξανδρείας, εναντίον τού Ιωάννη Γραμματικού κατά την Εικονομαχία.

Με τη σειρά του τον χρησιμοποίησε και ο Ιωάννης ο Γραμματικός για να καταδικάσει τις εικονόφιλες απόψεις. Αυτό δε σημαίνει ότι θεολογικά ο Ισίδωρος Πηλουσιώτης ήταν σε σύγχυση, αλλά ότι ένα απαράβατο τμήμα της πνευματικής του ιδιοσυγκρασίας ήταν η κριτική απέναντι στην εκάστοτε εξουσία.

Εξ άλλου, είναι γνωστή η ιστορία ότι, παρόλο που αντίκρουσε θεολογικά τον Νεστόριο, προσπάθησε να πείσει τον Κύριλλο Αλεξανδρείας να μην τού φερθεί σκληρά, στέλνοντάς τον εκτός Εκκλησίας και να αναθεωρήσει.

Αυτό το βασικό χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς του, δηλαδή η κριτική στην εξουσία, διαπερνά, αν διαβάσουμε προσεκτικά, όλο του το έργο και ειδικά τις επιστολές του, που αναφέρονται σε παιδαγωγικά ζητήματα.

Το δεύτερο, για εμένα, σημαντικό χαρακτηριστικό τής πνευματικής του προσωπικότητας, είναι η δύναμη που δίνει στο Λόγο αλλά και στην απλή αλήθεια. Σε μια από τις επιστολές του θαυμάζει τον Φίλωνα τον Αλεξανδρέα, καθώς, παρότι ήταν ζηλωτής Εβραίος ο ίδιος, επειδή αναζητούσε την αλήθεια και μέσα του μιλούσε ο Λόγος -άρα αναγνώριζε την Αγία Τριάδα- στο έργο μετά θάνατον που άφησε πίσω του φτάνει να στέκεται κριτικός απέναντι στην ίδια του την θρησκεία.

*

Το βιβλίο […] αναγνωρίζει τις παραπάνω αρετές του Ισίδωρου Πηλουσιώτη και κινείται πάνω σε αυτές. Δίνει μεγάλη σημασία ο συγγραφέας στην ανάδειξη της πλευράς τού κοινωνικού αγωνιστή ερημίτη, ειδικά στα ζητήματα που σχετίζονται με τον πλούτο, την αποστέρηση τού μισθού αλλά και τη σχέση τής ιεραρχίας με τη δημοκρατία. […] εκδίδεται σε μια εποχή πνευματικής κρίσης, στην οποία οι αξίες τής πνευματικότητας και τής κοινωνικής προσφοράς έχουν αντικατασταθεί από έναν εμμονικό, κακώς εννοούμενο, «γεροντισμό», ο οποίος αρνείται την προς τα έξω προσφορά και στρέφεται σε έναν διαρκή αναστοχασμό τού ανθρώπου με τον εαυτό του […].

Νίκος Βασιλόπουλος, «Πρόλογος», εν Γεώργιος-Νεκτάριος Παναγιωτίδης, Πολιτική Θεολογία και Κοινωνική Διδασκαλία Αγίου Ισιδώρου του Πηλουσιώτη. Στον κορμό της Ορθόδοξης Κοινωνικής Παράδοσης (έκδ. Χριστιανική, Αθήνα 2019, σσ. 8-9, 9-10). – Στο motto απόλογος (ΕΠΕ 3, Επιστολή 133, σ. 314) του Πηλουσιώτη (ό.π., σ. 29).

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2026

δάκρυ


Μειλιχίη τε χάρις τε μισέει δύστλητον ανάγκην
Η Αγάπη (ή Χάρη) μισεί το αδυσώπητο Πεπρωμένο *

Το μίσος έχει εισχωρήσει και κόβει τους ερωτικούς δεσμούς που κρατούσαν δεμένη τη σφαίρα. Τα μεγάλα μέλη του κόσμου, τα Στοιχεία, φρίσσουν κι αποχωρίζονται: στην αρχή το πιο αλαφρό, ο αέρας, αρχίζει να περιστρέφεται· έπειτα η φωτιά29. Οι μεγάλες των μάζες, που σχηματίζουν δυό ημισφαίρια με διαφορετική βαρύτητα και πυκνότητα, γεννούνε μια κίνηση στροβιλισμού, που συμπαρασύρει τους ουρανούς.

Η γη, παραμένει στη μέση, συγκρατημένη από την κεντρομόλο δύναμη. Ο ήλιος, μάζα αέρος καμωμένη γυαλί από την ενέργεια της φωτιάς, τη σκεπάζει και τη πυρώνει· κι η προστριβή της ουράνιας σφαίρας, που τη συμπαρασύρει μια ιλιγγιώδης περιστροφή, κάνει να διαρρέει από τη γή το νερό, που ήταν αναμιγμένο μαζί της: γής ιδρώτα θάλασσαν.

Στον ωκεανό, εξατμίζεται ο αέρας που περιείχεν ακόμα, κι η αναθυμίαση αυτή αποτελεί την υγρή ατμόσφαιρα -υγρός αήρ- ξεχωριστή απ’ τον ουράνιον αιθέρα -τιτάν αιθήρ […] (Απ. 38)- κι οπού βαρύτερη απ’ αυτόν, γιατί είναι ανάμιχτη με νερό, κατέχει το διάστημα αναμεταξύ ουρανού και γής.

Τέλος, απάνω στο σύμπαν αυτό ξεπετιέται η βλάστηση της οργανικής ζωής. Στην αρχή, όπως είδαμε, στο περαστικό στάδιο μεταξύ της βασιλείας του Μίσους και της βασιλείας του «Σφαίρου», η ζωή είχεν ήδη εμφανισθεί. Αλλ’ η γένεση τότε ήτανε διαφορετική. Παραγόταν μ’ εκρήξεις κομματιασμένων μαζών, σε τερατώδεις μορφές, άσωτες κι απειρόκαλλες, μέχρις ότου αναπήδησαν οι μορφές που θα μπορούσαν να ζήσουν.

Στο νέο στάδιο, που είναι το δικό μας, η ζωή βλασταίνει και μεγαλώνει με τρόπο αντίθετο, σ’ εξέλιξη συνεχή. Στην αρχή τα φυτά, που είναι πλησιέστερα στην ενότητα του εξαφανισμένου «Σφαίρου»· γιατί τα φύλα, σ’ αυτά, είναι ενωμένα ακόμα. Έπειτα τα ζώα κι ο άνθρωπος.

*

[…] Όπως λέγει ο μύθος των Πυθαγορείων, ο ανθρώπινος άργιλλος είναι μουσκεμένος με τα δάκρυα του Προμηθέα. Νήστις η δακρύων τέγγει κρούνωμα βρότειον.

σημ. 39: Η Νήστις που βρέχει (μουσκεύει) με τα δάκρυά της την ανθρώπινη κρήνη (τον άνθρωπο). - «Νήστις», στον Εμπεδοκλή, είναι το νερό (ή μάλλον, Σικελική θεότητα που παριστάνει το νερό). Κι οι Πυθαγόριοι αποκαλούσανε το νερό «δάκρυ».

*

Η ανάμνηση όμως του «απωλεσθέντος Παραδείσου» του «Σφαίρου», δεν μάς δίνεται ατιμώρητα. Η Κόλαση δεν είναι για τον Εμπεδοκλή, καθώς για τους χριστιανούς, ένας εφιάλτης του μέλλοντος· η Κόλαση είναι παρούσα εδώ, είναι η ζωή μας. Ζούμε στον «άχαρο τόπο, όπου η Σφαγή και το Μίσος και τα σμήνη των άλλων κακών, οι αρρώστιες που μαραζώνουν κι οι σήψεις, όλα τα έργα τής αποσυνθέσεως, τριγυρνάνε μέσα στο σκοτάδι, στο λιβάδι της Δυστυχίας» (Απ. 7).

Η επίγεια ζωή είναι ο θάνατος. Και το σώμα είναι η σάρκινη φασκιά, που μ’ αυτήν η Φυσώ, η Νεράΐδα της Γένας, μάς έντυσε. Το σώμα είναι η αμφίβροτη χθών, η γή που μάς περισκεπάζει σαν ένα σάβανο.

Το Μίσος μάς διώλεσε, μάς έχει κάμει νεκρούς.

Σκέψη συντριπτική και αφόρητη, αν δεν ξέραμε ότι ο θάνατος αυτός δε θάναι παντοτεινός.

Ο Χρόνος, που μάς κατέβασεν εδώ, θα μάς ξανανεβάσει. Στην Αιώνιά του Επιστροφή, ο παράδεισος του Εμπεδοκλή, δεν είναι μονάχα στο παρελθόν, είναι και στο μέλλον: πίσω από μάς ο χρυσός αιώνας, μπροστά μας οι ουρανοί που ανοίγονται. -Ναι, αλλά πόσο μακρυά μπροστά μας! Κι εδώ κάτου, πάντα

το νοσηρό και καταραμένο λιβάδι της Δυστυχίας, ο Άτης λειμών, το κοσμικό Έλος, με τα μιάσματα της σήψεως!...

Στην ιλιγγιώδη μας πτώση δεν έχουμε αγγίξει ακόμα τον βυθό της αβύσσου. Η πίστη σε μια μέλλουσα ανάσταση της θαμμένης ψυχής αρκεί άραγε για να γλυκάνει τον πόνο εκείνων που έχουνε τη δυστυχία ν’ ανήκουν, καθώς εμείς, σ’ έναν αιώνα που όλο και καταπέφτει;

Κι έπειτα, δεν μάς έχουνε πεί ότι τη νέαν άνοιξη θα τη διαδεχθεί μια νέα κατάπτωση, και το γύρισμα του αδυσώπητου τροχού δεν ανακατεύει στις προσφιλέστερες ελπίδες μας μια γεύση πικράδας;

Ρομαίν Ρολλάν, Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (μτφρ. Τάκης Μπαρλάς, έκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη Αθήνα 1989, σσ. 47-48, 53, 79, 53-54). –Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 56).

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2026

το ποίημα του Εμπεδοκλή


Το ποίημα του Εμπεδοκλή περιέγραφε, σα μιαν εκτεταμένη Εγκυκλοπαιδεία, τον σχηματισμό του δικού μας ζωντανού κόσμου: τις εκλείψεις του ηλίου, τις φάσεις της σελήνης, τις εποχές, τη μετεωρολογία, τον σχηματισμό των κρυστάλλων και των βράχων, που είναι έργο του πυρός, και τη ζωογονία.

Προ πάντων εμελέτησε κατά προτίμηση, ως μαθητής του Αλκμαίωνα, και με αστραπιαίες εκλάμψεις του πνεύματος ανάμεσα από μιαν ομίχλη πλανών, που πολλές ήταν γόνιμες, την ανατομία και τη φυσιολογία του ανθρώπου, τη χημική σύνθεση των οστών, την αναπνοή και την κυκλοφορία του αίματος, τις εκκρίσεις και τους πόρους, τη γένεση των φύλων και την εμβρυολογία, την κατασκευή των αισθητηρίων και ειδικά του οφθαλμού, τη θεωρία των αισθήσεων, την έλξη των ομοίων, την ηδονή και τον πόνο, τέλος τη διανόηση, που την εξηγούσε με το όργανό της, το αίμα: αίμα γαρ ανθρώποις περικάρδιον εστί νόημα, τις πολυποίκιλες σχέσεις του φυσικού και του ηθικού κόσμου – τη μεγαλοφυΐα ακόμα (την καλλιτεχνική, τη ρητορική), καθορισμένη από τα δώρα τα φυσικά, τα όνειρα και την τρέλλα.

[…] Θέλει να μάς κάμει να εννοήσουμε πως η άπειρη ποικιλία του κόσμου μπορεί να παραχθεί από το συγκέρασμα των τεσσάρων μόνο Στοιχείων; Καταφεύγει στην τέχνη των ζωγράφων της εποχής του, ανθρώπων σοφών κι επιδέξιων στο έργο τους (ανέρες αμφί τέχνης από μήτιος ευ δεδαώτες), που για να «ποικίλουν τα αναθήματα», μεταχειρίζονται μια πυξίδα με τέσσερα μόνο χρώματα -άσπρα, μαύρο, κίτρινο και κόκκινο- διαλύουν τεχνικά τα «πολύχρωμα φάρμακα», τ’ ανακατεύουν αρμονικά, τα μεν πλέω, άλλα δ’ ελάσσω, και κατασκευάζουν μ’ αυτά εικόνες όμοιες με κάθε πνεύμα -είδεα πάσιν αλίγκια-, τα δέντρα και τους άντρες και τις γυναίκες και τα θηρία, και τους υδατοθρέμμονας ιχθύς και τους θεούς τους δολιχαίονας, τους τιμήσι φερίστους.

Θέλει να εξηγήσει γιατί η γη παραμένει μετέωρη μέσα στο στροβιλισμό του αέρος και του ελαφρότεροτ πυρός, που την περιστοιχίζει; Θυμάται τους ταχυδακτυλουργούς που περιστρέφουν μικρά δοχεία γεμάτα νερό, χωρίς το νερό να χύνεται.

[…] το έργο της Φιλίας, που αναμιγνύει και συμπυκνώνει τα διαχωρισμένα Στοιχεία, παρομοιάζεται με την αγροτική εικόνα της πιτυάς που πήζει το γάλα -ός δ’ ότ’ οπός γάλα λευκόν, εγόμφησε και έδησε.

Πολλές φορές η ενόραση του καλλιτέχνη υποβάλλει στον σοφό τη γόνιμη διαίσθηση: «Οι τρίχες και τα φύλλα και τα πυκνά φτερά των πουλιών και τα λέπια, είναι ένα και το αυτό» (Ταυτά τρίχες και φύλλα και οιωνών πυκνά πτερά και φλονίδες γίγνονται επί στιβαροίσι μέλεσσιν. Απ. 82). […] Στο βλέμμα του ποιητή της Σικελίας αρχίζει να σχεδιαγράφεται η συγκριτική μορφολογία.

σημ. 29: Ο Αριστοτέλης, στο σύστημα του Εμπεδοκλή αποδίνει επικρατέστερη θέση στη φωτιά. Λέγει ότι τα τέσσερα στοιχεία περιορίζονται σε δύο, γιατί η φωτιά αντιπαρατάσσεται πάντοτε στα άλλα δύο, ενωμένα.

Ρομαίν Ρολλάν, Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (μτφρ. Τάκης Μπαρλάς, έκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη Αθήνα 1989, σσ. 48-49, 50-51, 51, 52, 78, 79).

Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου 2026

οι τέσσερες πράξεις του δράματος σ’ έναν ρυθμό κυματιστόν


Το ποίημα του Εμπεδοκλή αρχίζει από την περίοδο του Μίσους. Ο Κόσμος έχει απονεκρωθεί· τα Στοιχεία [σημ. 22: «ριζώματα πάντων» (οι ρίζες κάθε ζωής)], ξένα το ένα προς το άλλο, δεν έχουν αναμεταξύ τους καμμιά συναλλαγή, καμμιά επικοινωνία. Κατά συνέπεια, ούτε ίχνος ζωής. […]

Καθένα από τα διαχωρισμένα Στοιχεία σχηματίζει μια μάζα ομοιογενή. Τα μεν αποφεύγουν τα δε. Κι η Αγάπη, αποκηρυγμένη, σχηματίζει την εξωτερική ζώνη του Χάους και το πολιορκεί.

Αλλά να, που με το πέρασμα του καιρού κάποια ρωγμή σχηματίζεται στο κλεισμένο δοχείο του κόσμου, γεμάτο από το Μίσος. Στάζει απ’ έξω και διαρρέει βραδύτατα. Αλλ’ όσο η στάθμη του κατεβαίνει «τόσο εισρέει ολοένα ορμητικά το καθάριο κύμα του αθάνατου Έρωτα». Στο πέρασμά του, τα διαχωρισμένα Στοιχεία συμπλησιάζουν και σμίγουνε.

Ένα αυλάκι ζωής ανοίγει κάτω απ’ το υνί. Η αμοιβαία πίεση των δυό αντιπάλων Δυνάμεων μεταδίνει στο αδρανές χάος τον στροβιλισμό της κινήσεως. Στην αρχή, ο Έρωτας διευθύνεται κατ’ ευθείαν στο κέντρο του κόσμου, απ’ όπου το Μίσος αποσύρεται· κι από τον αρχικό αυτό πυρήνα, πρώτη εστίαν ενότητος, ανακτά λίγο-λίγο, βήμα προς βήμα, όλη την άλλη του επικράτεια. Μεταξύ των δυό κοσμικών δυνάμεων αρχίζει μια πάλη γιγαντιαία.

Οι αντίπαλοι πότε συσφίγγονται και πότε αποχωρίζονται, για να πάρουν αναπνοή. Ο κόσμος που σχηματίζεται έτσι, μέσα στη σύρραξη, συμμερίζεται τα ελαττώματά της· τα πρώτα δημιουργήματα διατηρούν για πολύ τη διπλή σφραγίδα της λύσσας των παλαιστών που συμπλέκονται. […] το Μίσος παραμένει ακόμα κυρίαρχο, αναπηδούν στην αρχή τερατώδη σχεδιαγράμματα ζωής […].

Τ’ απροσάρμοστα αυτά τέρατα που, βροντομαχώντας, ανοίγουν ψηλαφητά νέους δρόμους μέσα στη ζωή, εξαφανίζονται. Νέα σχήματα τα διαδέχονται, ανεξάντλητα· η Αρμονία, νικήτρια, απλώνεται στον κόσμο και τα παρασκευάζει· κι αιφνίδια αναπαράγονται οργανισμού καμωμένοι για να ζήσουν και να διατηρηθούν. […]

Και τώρα το Μίσος έχει φύγει στα ακρότατα όρια του κύκλου. Η νίκη είναι πλήρης. Ο Έρωτας βασιλεύει. Είναι ο θεϊκός «Σφαίρος», ο κόσμος τέλειος. […]

Γεμίζει το σύμπαν, που στα σύνορά του απωθημένο το Μίσος, συμμαζεύει μάταια τις κομμένες κλωστές από το αραχνένιο του υφάδι.

Τίποτε όμως δεν είναι τόσο αιώνιο σαν τον αιώνιο Νόμο, τον αδυσώπητο, που κάνει να γυρίζει η ρόδα του κόσμου. Έπειτα από ένα όνειρο, δέκα φορές χιλιόχρονο, ολυμπιακής χαράς, όπου οι πνοές της ζωής φαίνονται μετεωρισμένες, κι έχει πάψει ν’ ακούεται το εκκρεμές του χρόνου, η σιωπηλή βελόνα συνεχίζει το δρόμο της […].

Η τέταρτη περίοδος του κόσμου αρχίζει: η περίοδος της κατακτήσεως του κόσμου από το Μίσος. Έχει για μάς μια μελαγχολική γοητεία. Είναι η περίοδος που ζούμε.

*

[…] Την περιγράφει δυό φορές, στα δυό του ποιήματα
– εξωτερικά, με την αδιάφορη γαλήνη του σοφού που εποπτεύει θεωρητικά τη ζωή
- εσωτερικά, με τη φρίσσουσα συγκίνηση της καρδιάς που νοιώθει να συμπαρασύρεται από τον αδυσώπητο νόμο.

Ρομαίν Ρολλάν, Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (μτφρ. Τάκης Μπαρλάς, έκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη Αθήνα 1989, σσ. 42-43, 76, 43, 43-44, 45, 46, 47).

Πέμπτη 17 Σεπτεμβρίου 2026

ο τραγικός κύκλος του κόσμου


[…] το υπερφυσικό συμπόσιο της Ιωνίας προεδρεύεται από την ωραία θεότητα της Χάρης και της Αρμονίας (Χάρις, Φιλότης, Αρμονία)· κι ολόγυρα, ίδιο ουράνιο τόξο, όλες οι ποικιλόχρωμες δυνάμεις της Φύσεως, όλες οι ψυχές, όλοι οι «δαίμονες», ίσαμε χθες εχθρικοί μεταξύ τους, ενώνονται τώρα για να φωτοστεφανώσουν την ωραία θεά «συνυφαίνοντας με τις αντιθέσεις των την ωραιότερην αρμονία» -«εκ των διαφερόντων καλλίστην αρμονίην», όπως λέγει ο Ηράκλειτος.

*

Δύο Ποιήματα. Οι δύο όψεις της ίδιας τραγωδίας. […] Τα πρόσωπα του δράματος: τα Στοιχεία της φύσεως, και οι κοσμικές Δυνάμεις.
Τέσσερα Στοιχεία: ο Αϊδωνεύς (η Γη), η Νήστις (το Νερό, η Ήρα (ο Αέρας), ο Ζευς (η Φωτιά).
Δυό Δυνάμεις: η Αγάπη (Φιλία, Φιλότης, Χάρις, Αρμονία) και το Μίσος (Κότος, Νείκος, Έρις).

- Όλα εξ ίσου συνειδητά, όπως και η ουσία ολόκληρη. Όλα, πρωταρχικές μορφές ξεχωριστών και γιγαντιαίων προσωπικοτήτων. Τιτάνες, πνεύματα (δαίμονες), αθάνατοι θεοί (θεοί δολιχαίονες).
- Το σύνολό τους, που οι συνδυασμοί του κι οι αριθμητικές αναλογίες του ποικίλουν στο άπειρο, συναπαρτίζει το «θείον ζώον», τον κόσμο, που αποτελούν τα φρίσσοντα μέλη του […].

Το δράμα:
Ο εξοντωτικός αγώνας των δύο Δυνάμεων που εξεγείρουν, αποσυνθέτουν, διαλύουνε τα Στοιχεία. Ο σκοτεινός νόμος που κυβερνάει τους γίγαντες αυτούς· και η διαμαρτυρία της παγκόσμιας ψυχής εναντίον της αδυσώπητης Ανάγκης, που την αποστρέφεται και την υφίσταται· η αιώνια προσμονή της για μιαν υπέρτατη λύτρωση· η αιώνια λαχτάρα της για την Αγάπη και την Ειρήνη. […].

*

«Είναι κάποιος χρησμός της Ειμαρμένης, πανάρχαιο και αιώνιο ψήφισμα των θεών, σφραγισμένο με μεγάλους όρκους, αν κάποια ψυχή, που τής έλαχεν ο κλήρος της ζωής, αμαρτήσει και μιανθεί με φονικό αίμα ή γίνει επίορκη, να περιπλανιέται για δέκα χιλιάδες χρόνια μακρυά απ’ τους Μακαρίους, και να ξαναγεννιέται μέσα στο χρόνο παίρνοντας όλες τις θνητές μορφές και αλλάζοντας όλους τους πολυστέναχτους δρόμους της ζήσης.

Γι’ αυτό η δύναμη του Αιθέρα τη βυθίζει μέσα στη θάλασσα, η θάλασσα την ξερνάει απάνω στη Γη, η Γη τη ρίχνει μέσα στις φλόγες του πύρινου Ήλιου, που την ξανατινάζει μέσα στην άβυσσο του Αιθέρα· ο ένας την παίρνει από τον άλλο κι όλοι την αποδιώχνουν με βδελυγμία.

Μια τέτοια ψυχή είμαι τώρα κι εγώ, εξόριστος από τους θεούς και πλάνητας, γιατί παρασύρθηκα από το μαινόμενο Μίσος...». [σημ. 18: Το θαυμάσιο αυτό απόσπασμα, με τους παθητικούς τόνους, αναφέρεται συχνά από τους αρχαίους συγγραφείς. Το βρίσκουμε ολόκληρο, πλατειά σχολιασμένο στον Πλούταρχο].

Και να οι τέσσερες πράξεις, με τις οποίες, σαν ένα κυκλοτερό κύμα, από τη μια στην άλλη θάλασσα, ο τραγικός κύκλος του κόσμου κυλάει παντοτεινά.

[…] ένας ρυθμός κυματιστός ισορροπεί αναμεταξύ τους τη διάρκεια των τεσσάρων περιόδων και τις αντιπαρατάσσει κατά ζεύγη.
- Δυό περίοδοι πληθώρας: η βασιλεία του Μίσους, και η κυριαρχία της Αγάπης.
Και δυό μεταβατικές: από το Μίσος στην Αγάπη, κι από την Αγάπη στο Μίσος -που αποτελούν μια διπλή Γένεση. […]

Ρομαίν Ρολλάν, Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (μτφρ. Τάκης Μπαρλάς, έκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη Αθήνα 1989, σσ. 69, 41, 42-43).

Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2026

δυό όψεις της ίδιας τραγωδίας


τα ορφικά μυστήρια γιορτάζανε την ονειρευτήν αυτή επικοινωνία,
το Μυστικό Δείπνο των ψυχών του σύμπαντος απολυτρωμένου.*

Δυό ποιήματα. Οι δυό όψεις της ίδιας τραγωδίας. Το ένα – το Περί Φύσεως: το φτερούγισμα του πνεύματος που ολογυρνά αποπάνω, που δεσπόζει το δράμα και το κατοπτεύει από ψηλά.

Το άλλο – οι Καθαρμοί: η ανάταση της ψυχής που παλεύει κι απολυτρώνεται.

*

Η ψυχή! Τί παράξενο μυστήριο, αλήθεια, στη θεωρία του Εμπεδοκλή. Καθώς παρατηρεί ο Μπινιόνε, η ψυχή δεν παρουσιάζεται παρά μια μόνη φορά στα δυό ποιήματά του, με το ομηρικό νόημα «ζωή».

Η ζωϊκή αυτή και συνειδητή ψυχή, είναι μια ψυχή φυσική, που όργανό της είναι το αίμα, κι οπού πεθαίνει συγχρόνως μ’ αυτό, ή καλλίτερα μετασχηματίζεται, γιατί:

«Δεν υπάρχει ούτε γέννηση ούτε θάνατος κανενός όντος θνητού, αλλά μόνο ανάμιξη και διαχωρισμός των αναμιγμένων· κι αυτό οι άνθρωποι το ονόμασαν γέννηση». ([…] μόνον μίξις τε διάλλαξίς τε μιγέντων / εστί, φύσις δ’ επί τοις ονομάζεται ανθρώποισιν […] Απ. 8).

Κι αλλού: «Όταν τα Στοιχεία σμίγουνε κι ανεβαίνουνε στο φώς του αιθέρα σε σχήματα ανθρώπων ή δέντρων ή πουλιών, αυτό το λένε γέννηση· κι όταν πάλι αποχωρίζονται, αυτό το καλούνε ανάρμοστα κακορίζικο θάνατο· μονάχα για ν’ ακολουθήσω τη συνήθεια, μεταχειρίζομαι κι εγώ τους όρους αυτούς». […] Απ. 9.

*

Αλλά υπάρχει για τον Εμπεδοκλή, καθώς για όλους τους μεγάλους διανοητές κι οραματιστές του καιρού του, προ πάντων για τους Πυθαγορείους, μια άλλη ψυχή υπερφυσική, μυστική, που την καλεί «δαίμονα».

Είναι ξεχωριστή από την απλή συνείδηση των αισθήσεων και του νού, που αποτελεί ένα παγκόσμιο χαρακτηριστικό της ουσίας και μετασχηματίζεται στο άπειρο.

Οι δαίμονες, οι μυστικές ψυχές, επιζούν πέρα από τον θάνατο· κι ο θάνατος είναι γι’ αυτές μια μεταμόρφωση· τότε ενώνεται με την «ιεράν φρένα», το άγιον Πνεύμα που γεμίζει το σύμπαν
 -με την Αγάπη που αγωνίζεται, μ’ αυτές και διά μέσου αυτών, να πραγματοποιήσει την πανευτυχισμένη ενότητα του «Σφαίρου»- τον «ευδαίμονα θεόν», όπως τον καλεί ο Αριστοτέλης.

*

[…] Οφείλουμε όλοι να αγωνισθούμε για ν’ απολυτρωθούμε από το Μίσος -ρύσον ημάς από του πονηρού- και να κατακτήσουμε την ειρήνη. Γιατί η θεία ενότητα δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί παρά μόνον απ’ όλους.

Γι’ αυτό ο Εμπεδοκλής αναρριπίζει επίμονα ό,τι μπορεί ν’ ανάψει μέσα στις καρδιές το πάθος της Αγάπης -από τις μορφές τις πιο στοιχειώδεις, τον ερωτικό Πόθο της σαρκικής ενώσεως δύο όντων σε ένα- ως το ιδανικό όραμα της παγκόσμιας αδελφότητας και του βασιλείου της Ουρανικής Αφροδίτης.

[…] Στην αδελφότητα αυτή όλα τα όντα έχουνε δικαιώματα, γιατί για τον Εμπεδοκλή κανένα ζώο δε στερείται λογικού. Τα φυτά ακόμα «έχουν επιθυμίες, αισθάνονται, χαίρουν και πονούν». Γι’ αυτό απεχθάνεται κάθε προσβολή της ζωής. Καταδικάζει τον πόλεμο, όσο και τις αιματηρές θυσίες, το παγκόσμιο αυτό μακελειό.

[…] Στη λατρεία που ονειρεύεται της ιδανικής Κύπριδος «οι βωμοί δε μιαίνονται με αίμα… κι οι άνθρωποι θεωρούν ανόσιο ν’ αποσπάσουν από το σώμα την ψυχή και να καταβροχθίσουν τα μέλη του» […] Απ. 129.

Εγκωμιάζει, σύμφωνα με τους θεσμούς των Πυθαγορείων, τις αθώες θυσίες με «ζώα γραπτά», (Εικόνες [αγάλματα] ζώων) με άκρατη σμύρνα, με μοσκολίβανο, με τους καρπούς της γής και το ξανθό μέλι.

*

Είναι φυτοφάγος, ή τουλάχιστον έγινε αργότερα, κι είναι μετανοημένος που μίανε με αίμα το στόμα του.

Στους μυημένους φαίνεται πως δίδασκε την εγκράτεια των σαρκικών ηδονών. Η ηθική του, ηθική απόλυτης «αυταπαρνήσεως» απ’ αγάπη, είναι το πέρασμα από τον ανατολικόν ασκητισμό στο χριστιανισμό.

Κι όπως στις δυό απολυτρωτικές θρησκείες, που αναπήδησαν από τις απέραντες καρδιές του Βούδα και του Ιησού, η πίστη του Εμπεδοκλή γκρεμίζει τα τείχη της Πολιτείας, εξαλείφει τις θρησκείες τις εθνικές, κι αγκαλιάζει την οικουμένη σε μιαν αδελφότητα δοκιμασίας κι αγάπης.

Ρομαίν Ρολλάν, Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (μτφρ. Τάκης Μπαρλάς, έκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη Αθήνα 1989, σσ. 41, 64-65, 66, 66-67, 67, 68, 68-69). -Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 69).

Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2026

να επικοινωνήσει πραγματικά και σαρκικά με κάθε τι που ζεί και πονεί και πεθαίνει...


Αλλ’ ο Εμπεδοκλής δεν είναι μονάχα ένας επιστήμονας κι ένας σοφός, είναι κι ένας απόστολος. Πιστεύει στην αποστολή του. Και δεν την εγκαταλείπει ποτέ. Ανοίγει τα χέρια του σ’ όλους· στον πολυαγαπημένο του μαθητή, καθώς και στον ταπεινόν όχλο.

«Όταν μπαίνω στις θαλερές πολιτείες, άντρες και γυναίκες με δοξάζουνε και μ’ ακολουθάνε αμέτρητοι, ρωτώντας με με δίψα για τον δρόμο που φέρνει στη σωτηρία· άλλοι ζητάνε χρησμούς· κι άλλοι, καρφωμένοι από καιρό στον αβάσταχτο πόνο, λιτανεύουν το λόγο που θεραπεύει τους άρρωστους» ([…] αν ίκωμαι ες άστεα τηλεθόωντα / ανδράσι ηδέ γυναιξί σεβίζομαι [...] Απ. 112).

*

[…] περιγράφει με αυταρέσκεια την θριαμβευτική είσοδό του σε κάποια πόλη, τις ομόθυμες αυτές τιμές, για τις οποίες κρίνει τον εαυτό του άξιο, και την ενθουσιαστική υποδοχή των μαθητών του, που τον εξυψώνει στην ίδια του συνείδηση, και τού δίνει την εντύπωση ότι δεν είναι πια θνητός, αλλά θεός -χαίρετ’ εγώ δ’ ύμμιν θεός άμβροτος, ουκέτι θνητός («Χαίρετε! Δεν είμαι πια θνητός, αλλά θεός αθάνατος» Απ. 112).

*

[…] πιστεύει, όπως ο Πυθαγόρας και οι Ινδοί, στην μετεμψύχωση, στη μεταμόρφωση της ψυχής, διά μέσου των αιώνων, από ένα είδος σε άλλο, από τη μια ζωή σε μιαν άλλη ζωή, χωρίς να συναποκομίζει μαζί της παρά τις αρετές της και τα ελαττώματα,

εξαγοράζοντας τη σωτηρία της με δοκιμασίες χιλιόχρονες, κι υποχρεωμένη, στο δρόμο αυτό του σταυρού, τον ατερμάτιστο, να επικοινωνήσει πραγματικά και σαρκικά με κάθε τι που ζεί και πονεί και πεθαίνει μέσα στο Σύμπαν.

Ήδη γάρ ποτε γενόμην κούρος τε κόρη τε, θάμνος τ’ οιωνός τε και είν’ αλλί έλλοπος ιχθύς. «Υπήρξα κιόλας κάποτε και κορίτσι κι αγόρι και δέντρο και πουλί και άφωνο ψάρι στη θάλασσα» Απ. 117).

*

[…] δεν ανοίγει μονάχα στους ανθρώπους τη βασιλεία των ουρανών, αλλά προσπαθεί συγχρόνως να τούς κάμει πιο κατοικήσιμη τη βασιλεία της γής. Καταστέλλει τον λιμό· καθαρίζει από τα έλη την περιφέρεια του Σελινούντος· προστατεύει τον Ακράγαντα από τους ανέμους· […]

Το στοργικό πνεύμα του Εμπεδοκλή είναι καταδεχτικό προς τους αδυνάτους. Όπως ο Πυθαγόρας κι ο Ιησούς, δεν αποκλείει τις γυναίκες από την πολιτεία του, κι είναι μαθήτριές του. […]

[…] έχουν παρατηρήσει ότι κι ο Θεός του Εμπεδοκλή -εκείνος που σώζει τον κόσμο- είναι μια γυναίκα. Παντού αντικαθιστά τον Έρωτα των Ορφικών με μια γυναικεία προσωποποίηση: Φιλία, Φιλότης, Αρμονία, Χάρις, Αφροδίτη, Κύπρις.

*

Για το μεγάλο πλήθος των «πολυδάκρυτων» (ανδρών τε πολυκλαύτων τε γυναικών Απ. 62) ανθρώπων, και για να σώσει το πλήθος αυτό, έγραψε το ποίημά του «Καθαρμοί».

Ο επιστήμονας, ο μύστης, που στο «Περί Φύσεως» αποκαλύπτει τα μυστικά του σ’ ένα μονάχα μαθητή, απευθύνεται τώρα, από το υψηλότερο βήμα του ελληνικού κόσμου, από την Ολυμπία, όπου το ποίημά του τραγουδήθηκε από τον ραψωδό Κλεομένη, σ’ όλη την ανθρωπότητα.

Ρομαίν Ρολλάν, Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (μτφρ. Τάκης Μπαρλάς, έκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη Αθήνα 1989, σσ. 62, 60, 60-61, 63, 64).

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2026

κατά το ήμισυ θρυλικός


Ο ήλιος της Ελλάδας πλησίαζε στο ζενίθ, όταν ήταν παιδί. Η νεανική καρδιά του λαχτάρισε με τις ενδοξότερες συγκινήσεις της ελληνικής πατρίδας. Ήταν δώδεκα χρονών όταν νίκησε την Ασία στη Σαλαμίνα και την Αφρική στην Ιμέρα (480) –η παράδοση, που αναφέρει ο Ηρόδοτος, θέλει να πιστεύει ότι συντελέσθηκαν κι οι δυό την ίδιαν ημέρα-, κι η απήχηση των επικών αυτών αγώνων χύθηκε αργότερα σ’ ένα από τα ποιήματά του αφιερωμένο στην εκστρατεία του Ξέρξη.

Η μια από τις δυό δίδυμες νίκες, εκείνη της Ιμέρας, είχε θριαμβευτή της τον ηγεμόνα του Ακράγαντος, τον σοφό τύραννο Θήρωνα, και γέμισε την πολιτεία με λάφυρα και με σκλάβους.

Η νεότητα του Εμπεδοκλή, καταγομένου από λαμπροτάτη γενηά, άνθισε στις μεγαλειώδεις ώρες που η πόλη του, γιομάτη από πλούτη και φδόξα, μεθυσμένη από ηδονή, «φίλη της αίγλης» -φιλάγλαος Ακράγας- καταχτούσε την ελευθερία και σφυροκοπούσε, με τα χέρια μυριάδων σκλάβων από την Καρχηδόνα, τη διακοσμητική των ναών της, κι ο Πίνδαρος την τραγουδούσε ως «την ομορφότερη από τις πολιτείες των ανθρώπων» -βροτεάν πολίων καλλίστην (Πύθια, ΧΙΙ).

*

[…] είναι σα μιαν αψίδα μαγική που ενώνει την Ανατολή με τη Δύση, και το παρόν με το παρελθόν. Αγγίζει όλους τους κόσμους και μετέχει σ’ αυτούς: Είναι κατά το ήμισυ θρυλικός· η σκέψη του έχει τις ρίζες της μεσ’ στα όνειρα της Ασίας, στις κοσμογονίες του Ιράν, στο μαζδεϊσμό και τη λατρεία του Μίθρα· συγγενεύει με τον ορφισμό της Μεγάλης Ελλάδας, το χειμωνιάτικο αυτό έαρ (έαρ Φεβρουαρίου) του χριστιανισμού, που αγνοείται ακόμα· έχει την ηχώ του ώς μέσα στις Ινδίες […].

Κι είναι συγχρόνως ισορροπημένος καλά πάνω στο έδαφος της επιστήμης· είν’ ένας πρόδρομος του ατομισμού του Επίκουρου, ανοίγει το δρόμο στη σύγχρονη βιολογία· θέτει τα πρώτα αξιώματα του δαρβινικού μεταμορφισμού […]. Σ’ αυτόν συναπαντιούνται τα δυόμεγάλα ρεύματα της επιστήμης του καιρού του: η Πειραματική επιστήμη, που την εγκαινίασε ο γιατρός Αλκμαίων ο Κροτονιάτης,αι η μυστικιστική επιστήμη του Πυθαγόρα, που την εδοξολόγησε κατανυχτικά στο ποίημά του «Καθαρμοί». (Εμπεδ., Απ. 129).

*

Οι βιογράφοι του μάς θυμίζουνε, αλληλοδιαδόχως, με τις διάφορες απόψεις της πολύμορφης μεγαλυφυΐας του, τον Πλάτωνα του Τιμαίου, τον Λουκρήτιο, τον Ιταλό σκαπανέα της νέας επιστήμης του Βάκωνα και του Γαλιλαίου, τα μυστικιστικά φτερουγίσματα της επιστήμης του Νεύτωνα, τον Λεονάρδο, τον Γκαίτε, τον Σλέγκελ, τον Νοβάλις, προ πάντων τον Σοπενχάουερ, που ο τελευταίος και τελειότερος ιστορικός του Εμπεδοκλή, ο Έκτωρ Μπινιόνε, φέρνει περιέργως στο φώς τις γραμμές της πνευματικής του συγγένειας με τον σικελό διανοητή, δείχνοντας το παράλληλο της φιλοσοφικής των θέσεως στην ιστορία του πνεύματος. […]

*

Είναι άνθρωπος πίστεως και θέτει το ποίημά του Περί φύσεως κάτω από την αιγίδα της Ευσέβειας (Εμπεδ., Απ. 4). Είναι θαυματουργός και κάνει μαγικούς εξορκισμούς· διηγούνται ότι ανέσταινε τους νεκρούς κι ότι, όπως ο Πρόσπερος, μπορούσε να επιβάλλεται στα στοιχεία. Αλλ’ είναι συνάμα γιατρός και μηχανικός, προσεχτικός παρατηρητής της πραγματικότητας, σε τρόπο που να την κυριαρχεί, ένας από τους πρώτους πού ‘καναν χρήση του επιστημονικού πειραματισμού.

Είναι ρήτορας ισχυρός και λαοπρόβλητος: ο Αριστοτέλης τον θεωρεί ως τον εισηγητή της σικελικής ρητορικής, που ο Γοργίας μετέφερε στην Αθήνα. Τέλος μετέχει δραστικά στους αγώνες της πολιτείας, και μ’ ένα πνεύμα εντελώς νεωτεριστικό, αποφασιστικά δημοκρατικό […].

*

Ο Εμπεδοκλής έλεγε για τους συμπολίτες του: «Είναι ακόρεστοι για χαρά σαν να επρόκειτο να πεθάνουν αύριο και χτίζουνε τα μέγαρά τους σαν να επρόκειτο να ζήσουν αιώνια».

Ο ίδιος συμμεριζότανε τη μανία τους για την επιδειχτική χλιδή και την πολυτέλεια· έβγαινε στους δρόμους του Ακράγαντος, δορυφορούμενος από νεαρούς δούλους, με χρυσό ανάδεμα στην κόμη του, στεφανωμένος με δάφνη, φορώντας μπρούτζινα σανδάλια, με ύφος ατάραχο κι ηγεμονικό.

Εβδομήντα χρόνια μετά τον θρίαμβό του στην Ιμέρα,
ο Ακράγας καταστρεφόταν από την Καρχηδόνα, με τη σειρά της νικήτρια.*

Ρομαίν Ρολλάν, Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (μτφρ. Τάκης Μπαρλάς, έκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη Αθήνα 1989, σσ. 34-35, 31, 31-32, 32-33, 36). Κι η κατακλείδα εκ του ιδίου (ό.π., σ. 37).

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2026

να ενώσουν και να εναρμονίσουν όλες τις δυνάμεις της ψυχής


[…] τα μεγαλειώδη εκείνα πνεύματα, οι ημίθεοι αυτοί της σκέψεως, όπου αντιφεγγίστηκε το νόημα των εθνικών αυτών δραμάτων, ο ρυθμός των λαοκυμάτων αυτών που αλληλοσυγκρούονται, αλληλοθραύονται, και χύνονται τέλος μέσα στον ωκεανό της ζωής: - ο Ηράκλειτος της Εφέσου, ο Παρμενίδης ο Ελεάτης, ο Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος, ο Δημόκριτος ο Αβδηρίτης.

Επραγματοποίησαν το ιδανικό που ονειρευόμαστε: να ενώσουν και να εναρμονίσουν όλες τις δυνάμεις της ψυχής, τον ορθολογισμό και την πίστη, τη διπλή παρατήρηση των αισθήσεων και του εσωτερικού οφθαλμού.

Τον ίδιο καιρό που οι σκλάβοι και τα λάφυρα των νικημένων γέμιζαν τις πολιτείες των, αυτοί επλούτιζαν τη σκέψη τους μέσα στους θησαυρούς των αιώνων της Αιγύπτου με τις αλαργινές ανταύγειες, και της μυστηριώδους Ανατολής.

*

Υπήρξαν συγχρόνως ποιητές, μηχανικοί, γιατροί, επιστήμονες, άγιοι θεόπνευστοι και απόστολοι· κι η ενέργεια της ψυχής τους, σαν μια υπόγεια φωτιά, άνοιξε πυραχτωμένο δρόμο μέσα στην πράξη.

Ο Θαλής ήτανε μηχανικός, ο Μέλισσος ναύαρχος, ο Αναξίμανδρος κυβερνάει μιαν αποικία, ο Πυθαγόρας αναδιοργανώνει την κοινωνία, ο Ζήνων χτυπάει την τυραννία που τον έκανε μάρτυρα. Ο Εμπεδοκλής συνεργάζεται στην κατάρριψη των Βαστιλλών της εποχής του.

Δεν είναι γι’ αυτούς αρκετό να ατενίζουν μέσα στα μάτια τη Σφίγγα, την πιάνουν απ’ το λαιμό· θέλουν να λύσουνε πραχτικά τα προβλήματα της ζωής πού ‘χουνε αναφανεί στο στοχασμό τους. Γιατί γι’ αυτούς τον παν κρατιέται στην ταυτότητα: διανόηση = πράξη.

*

Απ’ τον Θαλή ώς τον Εμπεδοκλή, οι ήρωες της ελληνικής διανοήσεως επιδοθήκανε ακάματα στην κατάχτηση του άγνωστου Θεού, του απόκρυφου Αξιώματος που κυβερνάει την ψυχή και τους κόσμους.

Πρώτος ο Αναξίμανδρος, στοχαστής, μελετώντας ανάμεσα στον ορυμαγδό των πτώσεων της Νινευΐ, των Σάρδεων, του βασιλείου του Κροίσου και των πρώτων συνταραγμών που σάλευαν συθέμελα τις πολιτείες της Ελλάδας και της Μεγάλης Ελλάδας, γίνεται ο κήρυκας της Δικαιοσύνης, που σα μια Νέμεση μυστική και αλύγιστη κάνει να επιστρέφουν αιωνίως μέσα στο Άπειρο τα όντα και τα πράγματα που, αποσπώμενα απ’ αυτό, διαπράξανε την αδικία […].

*

Περισσότερο ανυπόταχτος από τον Αναξίμανδρο και μεθυσμένος από ηρωισμό, ο μοναστής της Εφέσου, προφήτης από φυλή ιεροκρατική και βασιλική, ο Ηράκλειτος, αρνείται τον εμηδενισμό μεσ’ στο Άπειρο. Γι’ αυτόν η Δικαιοσύνη είναι η σύγκρουση των αντιθέσεων, η πάλη· είναι ο αιώνιος πόλεμος με τον αιώνιο πόνο του, απ’ όπου ανθίζει το μεγαλείο της ηθικής.

*

Ανάμεσα στη μεγαλειώδη αυταπάρνηση του Αναξίμανδρου που χάνεται μεσ’ στο Άπειρο και την τραγική φαιδρότητα του Ηρακλείτου που βυθίζεται στην αιώνια σύρραξη, ο Εμπεδοκλής αφήνει ν’ ακουστεί το τραγούδι του γεμάτο ελπίδα κι ειρήνη, η όλο αίγλη συμφωνία της παγκόσμιας Ζωής, που οι σκληρές παραφωνίες της λύνονται περιοδικά σε αρμονίες φωτός. […] είναι ο πιο ανθρώπινος και οι τόνοι του έγιναν πια ολοκληρωτικά σύγχρονοί μας. Τον έχει άλλωστε σχετικά σεβαστεί το πέρασμα των αιώνων. Από πέντε χιλιάδες περίπου στίχους που περιείχαν τα δυο μεγάλα φιλοσοφικά του ποιήματα, μάς μένουν τετρακόσιοι πενήντα. Πολλοί όμως, συγκριτικά με τους άλλους Προσωκρατικούς. Ας μην περιφρονούμε τ’ αποσπάσματα· έχουν το μυστηριώδες θέλγητρο των ωραίων σπασμένων μαρμάρων.

Ρομαίν Ρολλάν, Εμπεδοκλής ο Ακραγαντίνος (μτφρ. Τάκης Μπαρλάς, έκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη Αθήνα 1989, σσ. 26, 26-27, 27, 28, 28, 30-31).

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2026

αν έμενε υπόλοιπον τον τρίτον χρόνο


ΓΕΝΕΣΙΣ

Εν αρχή ήταν η αρχή
βγαίνοντας διστακτικά μεσ’ απ’ το τίποτα
από ένα στρώμα σκοταδιού παχύ

με κηλίδες κόκκινες εδώ κι εκεί
όπως τα τοπία του Οιδίποδα.

Κι έπειτα η Σφίγγα με φτερά
αδαμαντοκόλλητα
-πριν ακόμα τρέξουν τα νερά-
καταστρώνοντας νοερά
όλα τα υπόλοιπα
.

του Νάσου Βαγενά

*

ΣΑΝ ΟΡΦΑΝΟ

Τα κουμπιά τα φιλντισένια
τις βεντάλιες και τα χτένια
στον Τσεσμέ τ’ αφήσαν όλα,
πάνω στην παλιά κασέλα.

Κι ένα φεγγάρι ολόιδιο
σε όλη τη Μεσόγειο
κι ένα φεγγάρι ολόγιομο
στη Σμύρνη και την Πέργαμο,
σαν ορφανό.

Τη ροδιά και το καΐκι
τά ‘δεσαν κοντά στο σπίτι,
να τα πάρει το φεγγάρι,
να τα βγάλει στο Πλωμάρι
.

του Γκανά

*

«Οι όροι των εκδόσεων ήταν απλοί», αναφέρει ο Δροσίνης (ΣΦΖ, Άπαντα, τομ. Ζ΄, ό.π. (σημ. 16), σελ. 152): «Θα τυπώνουνταν πεντακόσια αντίτυπα και θα τα φύλατταν στα Καταστήματα Κορομηλά. Στον συγγραφέα έδιναν εκατό να τα κάνη ό,τι θέλει. Τα άλλα θα τα πουλούσαν τα Καταστήματα και θα τα πίστωναν. Έτσι αυτά σιγά θα ξεπληρώνουνταν τα έξοδα του τύπου και του χαρτιού, κι ό,τι κέρδος άφηναν θα τού το μετρούσαν. Αν έμενε υπόλοιπον τον τρίτον χρόνο, θα επιβάρυνε τον συγγραφέα. Άμα το εξωφλούσε, μπορούσε να παραλάβη κι όσα βιβλία του δεν θα είχαν πουληθή».

Γιάννης Παπακώστας, Δημήτριος Βικέλας - Σαιντ Ιλαίρ – Άντονι Ρουβιό – Εμίλ Λεγκράν. Το βιβλίο ως μέσο διαπολιτισμικής επικοινωνίας (έκδ. Σύλλογος προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων, Αθήνα 2022, σσ. 391, 393, 265, σημ. 231).

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2026

να τον προσλάβει ως μαθητή έναντι αμοιβής


Ο Αμβρόσιος Διδότος (1790-1876), γόνος της γνωστής οικογένειας των Διδότων, […] υπήρξε ελληνιστής και θερμός φιλέλληνας, ο οποίος στα νεανικά του χρόνια, με γραπτή παρέμβαση του πατρός του Φιρμίνου Διδότου πρότεινε στον Αδαμάντιο Κοραή να τον προσλάβει ως μαθητή έναντι αμοιβής.

Την απάντηση του Κοραή ενδεικτική και του ήθους του ανδρός, ο Σαιντ Ιλαίρ την εντόπισε στο αρχείο της οικογένειας Διδότου και περιλαμβάνεται σε γενικότερη μελέτη του, απ’ όπου και το απόσπασμα:

Κύριε,
εάν επιθυμήτε, ίνα η υμετέρα προσφορά αποβή αληθώς αγαθή υπέρ του υιού σας και υπέρ εμού, πρέπει ν’ απογυμνώσητε αυτήν παντός συμφέροντος. Εγώ ούτε δίδω, ούτε δέχομαι χρήματα. Θα πληρώσω τον νεόν Διδότον μεταδίδων αυτώ ό,τι γνωρίζω μετά της αυτής στοργής, ής τυγχάνει παρά των αξίων αυτού γονέων·

ο δε νέος Διδότος το καθ’ εαυτόν θα πληρώση αρκούντως τον Κοραήν, εάν προς αυτόν φέρεται ευπειθώς όπως και προς τον ίδιον πατέρα. Θα μοί χρησιμεύση (πάντοτε δε ως υιός προς πατέρα) ως γραμματεύς, έργον πάροχον μεγάλης εις αυτόν ψφελείας, διότι συνίσταται ολόκληρον εις το να ασκήται γράφων την αρχαίαν και την νεάν ελληνικήν.

Ιδού, κύριε, ο πρώτος των όρων, όν ενόμισα αρμόδιον να υποβάλλω προς αποδοχήν της προσφοράς σας· ελπίζω ότι δεν θ’ απαρέση εις υμάς, ουδέ εις τον υιόν σας. Ο δεύτερος και τελευταίος είναι συνέπεια φυσική του πρώτου· αλλά περί τούτου εγγυάται εμοί η ανατροφή, ήν έλαβε παρ’ υμών ο υιός σας.

Πάσας τας εργασίας μου, δηλαδή παν ό,τι αδοκίμως χαράσσω επί του χάρτου είτε ελληνιστί, είτε εις άλλας γλώσσας, πρέπει ο υιός σας να θεωρή ιερόν· διότι όπως δεν αναμιγνύομαι εις τα έργα των άλλων, ούτως επιθυμώ και ουδείς να γινώσκη περί τί ασχολούμαι. Ο νέος λοιπόν Διδότος θα είναι ο φύλαξ παντός ό,τι πράττω, καθώς και παντός, όπερ προτίθεμαι να πράξω.

Παρακαλώ υμάς, κύριε, να δεχθήτε την διαβεβαίωσιν του άκρου προς υμάς σεβασμού.

Τη 24 Μαρτίου 1808.

ΚΟΡΑΗΣ

Γιάννης Παπακώστας, Δημήτριος Βικέλας - Σαιντ Ιλαίρ – Άντονι Ρουβιό – Εμίλ Λεγκράν. Το βιβλίο ως μέσο διαπολιτισμικής επικοινωνίας (έκδ. Σύλλογος προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων, Αθήνα 2022, σσ. 236-237).

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2026

και τα λόγια νερουλά...


Δυό αξιολογικές κρίσεις περί δημοτικισμού: «και μέσα στο ίδιο στρατόπεδο, βλέπετε, οι αντιζηλίες είναι αντιζηλίες»:

i. του Αλέξανδρου Πάλλη (για τον Οιδίποδα τού Ζήσιμου Σίδερη) επιστολή προς Γ. Καρατζά: «Τί να σού πώ, συντεκνούλη μου, η μετάφραση τού Σίδερη δεν μ’ αρέσει. Το μέτρο πολύ ακατάλληλο, πάρα πολύ τραγουδιστό και τα λόγια νερουλά. Παραβιάζεται. Τ’ αρχαία δράματα είναι τα βενέτικα· ωραία, και ψιλοκανωμένα. Λίγο ζωηρά αν τα αγγίξεις, γίνονται θρύμματα, κι ο Σίδερης τάπιασε, να πούμε, με σιδερένιο χέρι. Ελπίζω πως με την πείρα που απόχτησε ο Αίας θα βγεί καλύτερος.».

ii. του φοιτητή Κλ. Γεωργιάδη (επιστολή προς Αλ. Πάλλη): «Εγώ μικρό πράμα θα σάς γυρέψω, μα όμως ανεχτίμητο. Ήθελα νάχα ακόμα ένα μετάφρασμα τού Βαγγέλιου μας, το σπουδαίο αφτό βιβλίο Σας, που δεν έχει την τύχη να πουλιέται στα βιβλιοπωλεία τής Αθήνας· […] Αφ’ ού όμως ο δασκαλισμός, το σακατιλίκι αφτό τής Νεώτερης Ελλάδας, μπόδισε την εισαγωγή του βιβλίου σας μέσα στο Έθνο μας, σε Σάς γυρίζω την ελπίδα μου και σάς παρακαλώ να λάβετε την καλωσύνη, να μού στείλετε ένα (ή και δυό αν σάς περισσέβουνται) κι’ έτσι κι’ εγώ να μπορέσω να κάνω ένα διπλό καλό: στη γλώσσα και στους λίγους φίλους μου συμφοιτητάδες πούνε η ψυχή τού Έθνου μας».

*

Και δυό έτερες, πολιτικής υφής, χρονολογικά κατατεθειμένες καίτοι σκόρπια εκ του τεύχους ειλημμένες:

i. του Βαγγέλη Δημητριάδη: «Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι κανένα πεζογράφημα τής φιλολογικής Ελλάδος [περ. έκδοσις Σάμου περιόδου 1947-1948] δεν αναφέρεται στους πολέμους και στα δεινά τής δεκαετίας του 1940, όπως δηλαδή συμβαίνει και με τη γενικότερη τάση των εκπροσώπων τής μη αριστερής λογοτεχνικής παραγωγής στην Αθήνα εκείνης τής περιόδου, συμφωνώντας με την ποιητικά εκφρασμένη άποψη τού Γ. Σεφέρη, ο οποίος είχε ομολογήσει πριν επιστρέψει στην Ελλάδα πως: «… η φρίκη / δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή / γιατί είναι αμίλητη και προχωράει» («Τελευταίος σταθμός, Ποιήματα, σ. 219). Οι εκπρόσωποι τής δεξιάς και φιλελεύθερης ιδεολογίας επί το πλείστον δεν αναφέρονταν στις γύρω τους αναταράξεις και ήταν κλεισμένοι «στον ελεφαντένιο τους πύργο» (Κ. Βάρναλης).».

ii. του Μιχάλη Φύλλα: «Οι επισκέψεις στην ελληνική περιφέρεια, σε συνδυασμό με τις διάφορες εξαγγελίες, δείχνουν μια συστηματική προσπάθεια τής δικτατορίας να αναζητήσει εκεί τα κοινωνικά ερείσματα που χρειαζόταν, αφού η περιφέρεια σαφώς αισθανόταν παραγκωνισμένη σε σχέση με τα αστικά κέντρα.».

περ. Απόπλους (τ. 97-98, Φθιν.-Χειμ. 2023-2024, σσ. 170, 170, 174, 161-162, 156). - Οι κρίσεις των δημοτικιστών ειλημμένες από σχετικό άρθρο του Αριστείδη Βουγιούκα, με τίτλο: «Παλιοί Σαμιώτες υπέρμαχοι του δημοτικισμού και του εκπαιδευτικού δημοτικισμού κ.ά. σχετικά» (ό.π., σσ. 168-180). – Του Βαγγέλη Δημητριάδη, «Ελλάς. Μηνιαία φιλολογική έκδοσις (1947-1948)» (ό.π., σσ. 157-167). - Και του Μιχάλη Φύλλα, «Η επίσκεψη του Στ. Παττακού στη Σάμο το 1968» (ό.π., σσ. 145-156).

Κυριακή 16 Αυγούστου 2026

να αποχαιρετήσουν τα κλήματα


Ο Γκέκος πήγαινε πάντα πρώτος και ρύθμιζε τα βήματά του
ανάλογα με το κουράγιο των υποζυγίων που ακολουθούσαν.
Αυτό τού έδινε αυταρέσκεια και υπερηφάνεια
λες και ήταν αρχηγός αγέλης λύκων ή λιονταριών.*

Ουρλιαχτά, φωνές και αλαλαγμοί έρχονταν από την πέρα γειτονιά, ορμούσαν σε σπίτια και σοκάκια, τρόμαζαν τούς ξύπνιους και ξεσήκωναν τούς κοιμισμένους. Όλοι έτρεχαν αλαφιασμένοι προς τη βορινή έξοδο τού χωριού. […] Κανείς δεν πίστεψε ότι γινόταν καυγάς και μάλιστα σήμερα, Μεγάλη Δευτέρα, που η αυτοδικία και τα νεύρα νηστεύουν μαζί με τα αφεντικά τους. […] Πολλοί υποστηρίζουν πως ο Σπύρος έγινε έξυπνος εξαιτίας τής απούσας αίσθησης τής ακοής, η οποία μετέφερε τη δύναμή της στις άλλες αισθήσεις.

Για δυό χρόνια πήγε στο δημοτικό τού χωριού του, οπότε και έμαθε να γράφει και να διαβάζει όπως τ’ άλλα παιδιά. Κεντούσε, έραβε και ύφαινε στον αργαλειό της μάνας του. Ήταν τόσο καλός μάγειρας, ώστε και στα πιο απλά φαγητά έβρισκε τη σωστή αναλογία και την παραμικρή λεπτομέρεια που τα έκανε νοστιμότατα.

*

Οι τρεις νεαροί θα αποχαιρετούσαν οριστικά τα αμπέλια τους στο βουνό. Οι περισσότεροι αμπελοκαλλιεργητές το είχαν ήδη κάνει, μερικοί επειδή γέρασαν, άλλοι που δεν μπορούσαν να υποφέρουν τη ζημιά, όταν τα έξοδα καλλιέργειας έγιναν διπλάσια από τα έξοδα κι αμαξιτός δρόμος που θα μείωνε τα έξοδα ανοίχτηκε μετά από 15 χρόνια.

Όσοι τα καλλιεργούσαν ακόμα, το έκαναν στη μνήμη των προγόνων τους, γιατί από αυτά τα αμπέλια έζησαν οικογένειες και σπούδασαν παιδιά.

Οι τρεις από τέσσερις νεαρούς θα πήγαιναν να σκάψουν τα αμπέλια τους στο βουνό για τελευταία φορά από μεράκι και να αποχαιρετήσουν τα κλήματα, διότι μετά από πεντέξι χρόνια θα έχουν γίνει όμορφο πευκοδάσος. […]

*

[…] Όταν έφτασαν στην κορυφογραμμή Κάτω και Πάνω Λάκκας, ο Σπύρος έστριψε δεξιά και πήγε και κατασκήνωσε κάτω από τη μοναδική και τεράστια καστανιά τής περιοχής. Οι άλλοι δεν ήξεραν τι να κάνουν. Τη λύση την έδωσε ο Γκέκος που πήρε στα δόντια του το καπίστρι ενός γαϊδουριού που σερνόταν στο χώμα και παρέδωσε τετράποδο και αναβάτη στο Σπύρο.

Θαμπώθηκαν όταν είδαν τι είχε ο Σπύρος απλώσει για να φάνε. […]

*

[…] και στο Χριστό, που ήταν ήδη πεθαμένος, κέντησαν τα πλευρά του. Στο μεταξύ ο Νίκος πήγε κοντά στον κορμό τής καστανιάς και έβγαλε τα ρούχα του απ’ τη μέση και πάνω. Ο Δημήτρης πήρε ένα μαχαίρι και το άγγιξε στο πλευρό τού Νίκου. Ταυτόχρονα ο Γιώργος είχε κάνει τις παλάμες του γροθιές και είπε στον Σπύρο να σφίξει τη μια του γροθιά με όλες του τις δυνάμεις.

Αμέσως ξεπήδησε νερό και αίμα. Ο Σπύρος έβγαλε μια δυνατή κραυγή και έπεσε λιπόθυμος. Ο Γιώργος τον καθησύχασε λέγοντάς του ότι αυτό που έβγαινε από τη γροθιά του ήταν αίμα και νερό σαν αυτό που βγήκε από τα πλευρά τού Χριστού, όταν τον παρακέντησαν και έγινε τόση ζημιά στα χέρια του, επειδή ήταν τρυφερά και ευαίσθητα και είχε να σκάψει τώρα και έξι μήνες. Ο Σπύρος φιλούσε τα χέρια του Γιώργου […]

Σταμάτης Δανάς, «Άφες αυτοίς» (περ. Απόπλους, τ. 97-98, Φθιν.-Χειμ. 2023-2024, σσ. 105-116 -εδώ αποσπάσματα από σσ. 105, 109-110, 111, 111-112) για την μοναδική ενάργεια με την οποία μεταδίδει εικόνες και νοήματα σαμιώτικης ηθογραφίας! Αφορμή λαβών από το σκάλισμα των ορεινών αμπελιών της νήσου! Και πόσες αρετές κρύβει στην πλοκή του! -Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 110).