ΚΟΜΙΣΣΑ ΝΤΕ ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Έχω πια σιχαθεί τις τακτικές του έρωτα, τις διαβολικές ίντριγκες, τα θέατρα των μεταμφιέσεων στα πρότυπα της βασίλισσας Μαργκό, τις κρυφές εκδρομές στις απολαύσεις του υποκόσμου.
Ακόμα και η κακή μου φήμη με κουράζει. Και αμαρτία να το πεί κανείς είναι απλώς και μόνο κάτι που αρχίζει και τελειώνει στην κρεβατοκάμαρα, κι αγάπη να το βαφτίσουμε, έχει μόνο τη γεύση μελιού ανακατωμένου με στάχτη. Αν όμως προσθέταμε στο μείγμα και μία δόση ιερού… […]
[…] Όταν, κυρία, η ηδονή φτάσει στο σημείο να χρειάζεται όλο και πιο πολλά καρυκεύματα, ο νούς γυρίζει στις απολαύσεις που μάς έδιναν οι παιδικές τιμωρίες και νιώθουμε ανικανοποίητοι γιατί κανείς πια δεν μάς τίς επιβάλλει. […]
*
ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: […] Παρεξήγησα μάλλον τον μαρκήσιο ντε Σαντ, πίστεψα πως είναι ένας ξανθός τιμωρός με λευκά χέρια, κάποιος που πλαταγίζει ένα μαστίγιο, ένας δήμιος, ένας αντιπρόσωπος του Θεού. Τώρα ξέρω ότι έκανα λάθος. Ο μαρκήσιος είναι απλώς ένας σύντροφος, ένα ακόμα μέλος της αδελφότητάς μου.
Γύρω από τον οκνηρό σκύλο [ενν. τον θεό] που παίρνει το υπνάκι του, εκείνοι που μαστιγώνουν και εκείνοι που μαστιγώνονται, εκείνοι που τιμωρούν και εκείνοι που τιμωρούνται, δεν είναι τίποτε παραπάνω από ευσεβείς προβοκάτορες, ισόβαθμοι μεταξύ τους.
Ο ένας προκαλεί με το να μαστιγώνει, ο άλλος με το να μαστιγώνεται, ο ένας με το χύνει αίμα, ο άλλος με το να χύνει το αίμα του, μα ό,τι και να κάνουν, ο σκύλος δεν λέει ν’ ανοίξει τα μάτια. Ο μαρκήσιος ντε Σαντ και εγώ είμαστε μέλη τής ίδιας αδελφότητας.
ΚΥΡΙΑ ΝΤΕ ΜΟΝΤΡΕΪΓ, ΜΗΤΕΡΑ ΤΗΣ ΡΕΝΕ ΝΤΕ ΣΑΝΤ: Και πώς το ανακαλύψατε αυτό;
ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Δεν το ανακάλυψα, το αισθάνθηκα…
ΜΟΝΤΡΕΪΓ: Πότε;
ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Πότε το ένιωσα; Όταν έγινα τραπέζι.
ΜΟΝΤΡΕΪΓ: Τραπέζι, είπατε;
Οι δύο αδελφές εκπλήσσονται και
κάτι ψιθυρίζουν μεταξύ τους.
ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Δεν νομίζω πως χρειάζεται μετάφραση, κάθε άνθρωπος μπορεί να γίνει τραπέζι. Για να πώ τα πράγματα με το όνομά τους, αυτό εδώ το κορμί ξεγυμνώθηκε και χρησιμοποιήθηκε ως βωμός για μία λειτουργία.
[…] Με τοποθέτησαν πάλλευκη και γυμνή επάνω σε ένα μαύρο σάβανο. Έκλεισα τα μάτια και ένιωσα το αστραφτερό θαύμα της γύμνιας μου σε όλη τη δόξα τής λευκότητάς της. Κι αυτή η αίσθηση δεν διέφερε πολύ από εκείνη κάθε συνηθισμένης γυναίκας όταν κλείνει τα μάτια και νιώθει τα πάντα μέσα απ’ το γυμνό της δέρμα.
Ανάμεσα στο λαιμό και στην κοιλιά μου απλώθηκε μία μικρή πετσέτα. Ένιωσα τη δροσιά ενός φρεσκοπλυμένου σεντονιού. Ανάμεσα στα δυό μου στήθη τοποθετήθηκε ένας ασημένιος σταυρός. Παρόμοια αίσθηση με εκείνη όταν κάποιος παιχνιδιάρης κύριος μετά τον έρωτα ακουμπάει στο ίδιο σημείο ένα αχλάδι. Στο κενό ανάμεσα στου μηρούς μου τοποθετήθηκε ένα ασημένιο δισκοπότηρο. Η αίσθηση του ψυχρού ήταν ίδια με εκείνη ενός δοχείου νυκτός από Σςεβρ πορσελάνη… Δεν υπήρχε όμως τίποτε που να με κάνει να ριγώ απ’ τη χαρά τής βεβήλωσης.
Όταν πλησίασε η ώρα τής τελετής με έβαλαν να κρατάω στα χέρια μου αναμμένα κεριά. Η φλόγα τους έλαμπε μακρινή και το κερί που έσταζε έμοιαζε κι αυτό ν’ ανήκει σ’ έναν άλλον κόσμο. Την εποχή του Λουδοβίκου του 14ου λένε πως θυσίαζαν πραγματικά νεογέννητα, σήμερα όμως που ακόμα και η μαύρη λειτουργία έχει παρακμάσει, χρησιμοποίησαν ένα αρνάκι.
Τη στιγμή που ο ιερέας πρόφερε τις λέξεις «Ιησού Χριστέ», και πάνω απ' το κεφάλι μου το θλιμμένο βέλασμα του αμνού μετατράπηκε ξαφνικά σε παράξενο βογκητό, πιο καυτό κι από τον ιδρώτα οποιουδήποτε εραστή, πιο πλουσιοπάροχο απ’ τον ιδρώτα που χύθηκε ποτέ επάνω μου από κάποιον άντρα, το αίμα τού αμνού άρχισε να στάζει απ’ το δισκοπότηρο στο στήθος και στην κοιλιά, ανάμεσα στους μηρούς.
Η ψυχρή μου καρδιά, που μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν μοιρασμένη ανάμεσα σε μία παιχνιδιάρικη διάθεση και στην περιέργεια, για πρώτη φορά ένιωσε να τυλίγεται από τη φλόγα μιας άγριας χαράς. Πάνω στα τεντωμένα μου χέρια, που έμοιαζαν με αισχρή απομίμηση τής σταύρωσης, έσταζε το καυτό υγρό από τα κεριά που τρεμόσβηναν και κατάλαβα μεμιάς πως η φωτιά στα δυό μου χέρια ήταν ο μυστικός συμβολισμός των καρφιών.
Δεν σάς τα λέω όμως αυτά από ματαιοδοξία. Θέλω μόνο να καταλάβετε ότι εγώ, από έναν δρόμο αντίθετο από εκείνον τού Αλφόνς, έφτασα να γνωρίσω τις εκστάσεις του.
Ο Αλφόνς κατατρύχεται από το πάθος να κοιτάζει, εγώ να με κοιτάζουν. Οι εμπειρίες του καθενός μας διαφέρουν. Όταν όμως το αίμα του αμνού πλημμύρισε το γυμνό μου σώμα σαν βροχή, κατάλαβα ποιός ήταν ο Αλφόνς.
ΡΕΝΕ: Και ποιός ήταν λοιπόν κατά τη γνώμη σας;
ΣΑΙΝ-ΦΟΝ: Ο Αλφόνς ήταν εγώ.
ΜΟΝΤΡΕΪΓ: Τί;
[…]
Yukio Misima, Η Μαρκησία ντε Σαντ (μτφρ. Παναγιώτης Ευαγγελίδης, έκδ. Άγρα, Αθήνα 2011, σσ. 75-76, 76, 77-78, 78-80).