Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2011

ένας, κανένας




Αλλά μετά, παίρνω τα ηρεμιστικά μου κι όλα τακτοποιούνται.
'Ολα τακτοποιούνται. *



Μιλούσαν σίγουρα για μένα, διότι καθώς με είδαν να μπαίνω, φώναξαν ταυτόχρονα:

«Ω, νά τος!»

Κι αφού ήταν δύο να με βλέπουν να μπαίνω, μού ήρθε η επιθυμία να στραφώ να ψάξω τον άλλον που θα έμπαινε μαζί μου, ξέροντας βέβαια καλά ότι ο «αγαπητός Βιτάντζελο» του στοργικού μου Κουαντόρτσο όχι μονάχα ήταν κι αυτός μέσα μου όπως κι ο «Τζεντζέ» της συζύγου μου Ντίντα, αλλά κι ότι εγώ ολόκληρος, για τον Κουαντόρτσο, δεν ήμουν άλλος παρά ο δικός του «αγαπητός Βιτάντζελο» ακριβώς όπως για την Ντίντα δεν ήμουν άλλος παρά ο δικός της «Τζεντέ». Δύο, λοιπόν, όχι στα μάτια τους, αλλά μονάχα για μένα που με ήξερα ως εκείνους τους δύο έναν κι έναν∙ κι αυτό για μένα δεν έκανε ένα επί αλλά ένα πλην, εφόσον σήμαινε ότι στα μάτια τους, εγώ ως εγώ, δεν ήμουν κανένας.

Μονάχα στα μάτια τους; Και για μένα επίσης, και για τη μοναξιά της ψυχής μου επίσης που, εκείνη τη στιγμή, πέρα από κάθε εμφανή υπόσταση, κατανοούσε την αηδία να βλέπει το ίδιο της το σώμα μόνο του σαν να μην είναι κανενός μέσα στη διαφορετική, ασύλληπτη πραγματικότητα που εν τω μεταξύ τού εδιναν εκείνοι οι δύο.

Η σύζυγός μου, βλέποντάς με να γυρίζω πίσω, ρώτησε:

«Ποιόν ψάχνεις;»

'Εσπευσα ν' απαντήσω, χαμογελώντας:

«Α, κανέναν, καλή μου, κανέναν. Νά 'μαστε!»

Δεν κατάλαβαν, φυσικά, τι υπονοούσα μ' εκείνο το «κανέναν» που έψαχνα δίπλα μου∙ και πίστεψαν ότι μ' εκείνο το «νά ‘μαστε» αναφερόμουν και σ' εκείνους τους δύο, σιγουρότατοι ότι εκεί μέσα σ’ εκείνο το σαλόνι ήμασταν τώρα τρεις κι όχι εννέα∙ ή τουλάχιστον, οκτώ, μιάς κι εγώ –για τον εαυτό μου- τώρα πια δεν μετρούσα πλέον.


Λουίτζι Πιραντέλλο, 'Ενας, κανένας και εκατό χιλιάδες, Μυθιστόρημα, Βιβλίο πέμπτο, VΙ (έκδ. 'Ινδικτος, Αθήνα 2005, σσ. 179-180).


-----
* Το motto εκ του Μισέλ Ουελμπέκ, Η επέκταση του πεδίου της πάλης [1994] (μτφρ. Α. Εμμανουήλ, έκδ. Εστία, Αθήνα 1999, σ. 185. - Πρβλ. την κραυγή των σσ. 149-150 και την ανάπτυξη των σσ. 127-128).

Δεν υπάρχουν σχόλια: