Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2011

ομιλείς ελληνικά;


Την επιούσαν επαρουσιάσθην εις το γραφείον του 2ου Τάγματος των Ακροβολιστών, αφ' ού υπέφερα πολλάς δυσκολίας έως ότου μάθω πού ήτον. Ο υπασπιστής με εισήγαγεν αμέσως εις το δωμάτιον του Διοικητού, ο οποίος, αφ’ού ολίγον μ' επαρατήρησε, με έκαμε την εξής ερώτησιν.
-.......Ομιλείς ελληνικά;
Προ τού να εξηγήσω πόθεν προήρχετο η νόστιμος ερώτησις αύτη, ας με συγχωρηθή να παραστήσω τί είδους άνθρωπος ήτον ο Διοικητής τον οποίον θα αναφέρω πολλάκις εις την διήγησίν μου. Ανάστημα είχε μέτριον, ηλικίαν πενήντα έως πενήντα πέντε ετών, όψιν ηλικαυμένην, και φυσιογνωμίαν γλυκυτάτην· ήτον εις άκρον ισχνός, και όταν ομίλει επρόδιδεν ότι οι οδόντες τού έλειπον. Σημείον βαθείας πληγής, από τον αριστερόν οφθαλμόν έως εις το στόμα, με έκαμεν αμέσως να τον σεβασθώ περισσότερον, διότι την πληγήν εκείνην απέδωσα εις ανδρίαν εν πεδίω μάχης· πολύ μετά ταύτα ήκουσα ότι προήρχετο από μονομαχίαν διά γυναίκα.


Ανωνύμου, Η Στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι, από το κεφ. Γ', Καταττάτομαι τέλος πάντων και γυμνάζομαι (Ερμής ΝΕΒ 1977, σ. 25).

Κυριακή, 24 Ιουλίου 2011

για τους Αρκάδες συ λέγω



Χαίρε, Ζευ βασιλεύ, και σάω Αρκαδίαν *


Επειδή δε
κοινή το των Αρκάδων έθνος έχει τινά παρά πάσι τοις 'Ελλησιν επ' αρετή φήμην,
ου μόνον διά την εν τοις ήθεσι και βίοις φιλοξενίαν και φιλανθρωπίαν,
μάλιστα δε διά την εις το θείον ευσέβειαν...*




Αρχηγέτης των Αρκάδων λέγεται ο αυτόχθων Πελασγός, από τον υιόν του οποίου Λυκάονα κατήγοντο οι κτίτορες των πολυαρίθμων πόλεων της χώρας εκείνης, και ιδίως ο Αρκάς, υιός της θυγατρός του Λυκάονος Καλλιστούς, όστις έδωκε το όνομά του εις την γην, να παρασκευάζωσι τον άρτον, να κλώθωσι και να υφαίνωσιν.

Κων. Παπαρρηγόπουλος, Ιστορία του Ελληνικού 'Εθνους [στην πρώτη μορφή, του 1853], Α' μέρος και δη από το κεφάλαιο Γενεαλογία της Αρκαδίας, (έκδ. Ερμής 1970, σ. 38).


-----
* Στο motto ο αρκάδας ιστορικός της ρωμαϊκής εποχής Πολύβιος παινεύει την καταγωγή του (Ιστοριών Δ' 20, μτφρ. Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος, έκδ. Στιγμή, Αθήνα 1997 [α' Γαλαξίας 1971], σσ. 48-49). Ο πρώτος στίχος όμως προέρχεται από επίγραμμα χαραγμένο σε στήλη αφιερωμένη από τους γείτονες Μεσσηνίους και τον βασιλιά τους Αριστομένη, στον βωμό του Λυκαίου Διός, όπως αναφέρει και ο ολύνθιος ιστοριογράφος Καλλισθένης, επίγραμμα το οποίο παραθέτει αυτούσιο ο Πολύβιος στο ίδιο βιβλίο παρακάτω (Ιστοριών Δ' 33, ό.π., σσ. 72-73).

Υ.Γ.: 'Εχω κι ένα μου έγκαυμα για την Αρκαδίαν την πολυπίδακα, την μητέρα μήλων... Τ' αφήνω για άλλοτε. Ο ίδιος.

Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2011

για τους 'Ερουλους τώρα



Για τους 'Ερουλους πάλι, που αναφέρω στην επίστεψιν, του Hotel memory, παραβλ. τα κάτωθι:


ιεραποστολικές προσπάθειες μεταξύ των γερμανικών φύλων


Επί Ιουστινιανού έγιναν χριστιανοί και οι Γερμανοί 'Ερουλοι, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν νοτίως του Δουνάβεως, κοντά στην περιοχή του σημερινού Βελιγραδίου.

Κατά τη μαρτυρία του Προκοπίου «επεί δε Ιουστινιανός την βασιλείαν παρέλαβε, χώρα τε αγαθή και άλλοις χρήμασιν αυτούς δωρησάμενος, εταιρίζεσθαί τε παντελώς ίσχυσε και Χριστιανούς γενέσθαι άπαντας έπεισε» (Γοτθικοί Πόλεμοι, ΙΙ, 14, έκδ. Βόννης, σ. 204).

Και ο Ευάγριος ο Σχολαστικός προσθέτει: «'Ερουλοι ποταμόν Ιστρον ήδη διαβάντες ότε την Ρωμαίαν αρχήν Αναστάσιος διεκυβέρνα, φιλοφρονηθέντες υπό Ιουστινιανού χρήμασι μεγάλοις αυτούς δωρησαμένου, πασσυδί Χριστιανοί γεγόνασι και την δίαιταν επί το ημερώτερον μετέβαλον» (Εκκλησιαστική Ιστορία, IV, κεφ. Κ΄, PG 86, 2740).

Ο βασιλιάς των Γερμανών Ερούλων ήρθε στην Κωνσταντινούπολη και βαπτίσθηκε, ανάδοχος δε ήταν ο ίδιος ο Ιουστινιανός. Η βάρβαρη φυλή, υπό την επίδραση του Ευαγγελίου, εξημερώθηκε και υιοθέτησε τους νόμους και τα ήθη των χριστιανών.

[...] Ακόμη υπάρχουν πληροφορίες ότι ο Χρυσόστομος διοργάνωσε ιεραποστολές στην Κελτική.


αρχιεπ. Αναστάσιος (Γιαννουλάτος) Τιράνων, 'Εως εσχάτου της γης (έκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα 2009, σ. 98).


*


Διάφορη είναι η γνώμη του εθνικού μας ιστορικού Κων. Παπαρρηγόπουλου, στην Ιστορία του Ελληνικού 'Εθνους [στην πρώτη μορφή, αυτήν του 1853], Α΄μέρος, (έκδ. Ερμής 1970, σ. 95-97) περί του βάνδαλου αυτού φύλου που κατέστρεψε το κλεινόν άστυ της ρωμαϊκής Αθήνας κατά το 267 μ.Χ. Εκειδά αναφέρεται πως οι 'Ερουλοι-Γότθοι, γοτθικό φύλο της σημερινής Ουκρανίας, κατέβηκαν από θαλάσσης (Εύξεινος Πόντος, Βόσπορος, Αιγαίο, Πειραιάς), πριν την ίδρυση της Βασιλεύουσας Νέας Κωνσταντίνου Ρώμης κι αλώνιζαν δώ 'σια κάτ'. Τα χειρόγραφα των βιβλιοθηκών που θέλησαν να κάψουν τα έσωσε εις εξ αυτών τονίζοντας: «άφετέ τα, διότι οι 'Ελληνες, ασχολούμενοι περί τα τοιαύτα, αμελούσι τον πόλεμον και ευκολώτερον υποτάσσονται».


-----
Υ.Γ. Το φύλο, όπως ήδη ελέχθη, ανέφερα στο κείμενό μου εδωδά. Για τους πνευματικούς 'Ιωνες και εδωδά θα βρείς δυό λογάκια σημαντικά. Ο ίδιος.



Σάββατο, 16 Ιουλίου 2011

ένας μεντρεσές... πίος



Εκεί στρουθία εννοσσεύσουσι,
του ερωδιού η κατοικία ηγείται αυτών. *



Για τον μεντρεσέ που παρουσιάσαμε και στην επίστεψιν, κείμενο γραμμένο για το Hotel Memory, μαθαίνω από την κυριακάτικη Ελευθεροτυπία της 5ης, όμως, Αυγούστου του 2007, δηλαδή λίγο μετά από την οικεία ως άνω ανάρτηση, πως γράφηκε κάποιο βιβλίο σχετικό:

«Ο Μεντρεσές και οι αναμνήσεις του». Χρήστος Αγγελομάτης, Εισαγωγή - Επιμέλεια: Ελευθέριος Γ. Σκιαδάς, έκδ. Εταιρεία Αρχειακών Μελετών και Εκδόσεων και Μουσείον της Πόλεως των Αθηνών Βούρου - Ευταξία.

Η Αθήνα μέσα από την ιστορία του Μεντρεσέ, του παλαιού τουρκικού ιεροδιδασκαλείου, που μετά το 1821 λειτούργησε ως φυλακή και «φιλοξένησε» ορισμένους από τους πιο γνωστούς ληστές, αλλά και πολιτικούς της εποχής.


Πηγή της είδησης: Το άρθρο "Η απελευθέρωση των Αθηνών" της Ελευθεροτυπίας των αρχών εκείνου του Αυγούστου (05/08/2007).


*


Και έτερα τινά:

i. Αντέρως που κατονομάζεται σε άλλο μου κείμενο για το Hotel memory [κείμενα που συνέγραψα ως 'Ασημος γραφέας για το Hotel memory του Μισέλ Φάις] ήταν και επίσκοπος Ρώμης το 235 μ.Χ.


ii. Eνώ ο Αντωνίνος Πίος [: λατινική λέξη που αποδίδεται με το ελληνικό ευσεβής ή ευλαβής και όσιος, και ακόμη πράος, ευμενής και ελεήμων και όχι βέβαια ευτυχής αν και ήταν δεσπότης (τουτέστιν αυτοκράτωρ ρωμαίος) κατά τα έτη 138-161 μ.Χ.], και ο οποίος εμφανίζεται στο εκειδά ποιητικό μου, έγραφε σε κἀποιον Marco Franton λογάκια τινά... [όταν τα βρώ στις σημειώσεις μου, θα τα αναρτήσω εδωδά, να τού κάμνουν παρέα στην ευλάβεια...]. Ο ίδιος, λάτρης της ακρίβειας.


-----
*Εκ του Προοιμιακού, δηλαδή του ψαλμού που ανοίγει τον Εσπερινό.



Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2011

«ο δε δίκαιος εξέρχεται εκ στεναχωρίας»




Με τον τρόπο της Luise Gluck

Δύο γυναίκες
γονάτισαν στα πόδια
του σοφού βασιλιά.
Δύο γυναίκες
αλλά μονάχα ένα βρέφος.
Ο βασιλιάς γνώριζε
πως η μία από τις δύο έλεγε ψέμματα.
Είπε: «Το βρέφος ας τεμαχιστεί
καμμιά σας να μη φύγει με άδεια χέρια»
και τράβηξε το σπαθί του...
Η συνέχεια της παραβολής είναι γνωστή.
Η δικαιοσύνη είχε θριαμβεύσει στους αιώνες.
Ας πάρουμε και την άλλη εκδοχή
δύο παιδιών που διεκδικούν τη μητέρα τους.
Αυτό που θέλει να τη σώσει
δεν θα υποχωρούσε όπως η γυναίκα του μύθου
αποποιούμενο το φυσικό του δικαίωμα;
Και η μητέρα δεν θα καταλάβαινε άραγε
πως το πραγματικό της τέκνο
είναι αυτό που δεν άντεξε
να τη δεί διαμελισμένη;

Στη δική μου περίπτωση ωστόσο
Έπρεπε να έχω επιμείνει στον διαμελισμό.



Χάρης Βλαβιανός, 'Ποιήματα', στο περιοδ. Ποίηση (έκδ. Νεφέλη, τ.1, Ανοιξη 1993, σ. 9).

Τρίτη, 12 Ιουλίου 2011

δείγμα φουτουριστικής γραφής


[...]

Πήγαινε κάμποσος καιρός, που η κ. Φρεστέλν χρειάστηκε να υποταχθεί στην επιμονή που έβαζε ο Σέργιος λέγοντας μικρή κουζίνα την τραπεζαρία και μεγάλη κουζίνα το συνεχόμενο δωμάτιο όπου κομματιάζονταν οι πουλάδες κι όπου τακτοποιούνταν τα κρύσταλλα πάνω στα πιάτα. Μα, όσο για κείνη την ίδια, πάντα περίμενε παραλογισμούς, γιατί τον θεωρούσε ιδιόρρυθμο, μ' όλο που δεν καταλάβαινε ούτε τα μισά από τ' αστεία του.

[...]

Αυτός ένιωθε να κατακλύζεται από τον εσωτερικό πυρετό ενός γυαλιού λάμπας. Κ' εκείνη τον έβλεπε τότε ν' αγωνίζεται ενάντια στη φλογερή και μαύρη πρόσκληση του καπνού που θα μπορούσε να τον εισπνέει κ' η ίδια. Κοιτάζονταν σιωπηλά, καταπρόσωπα, κ' ύστερα ξέσκιζαν, οδυνηρά, σα νά 'ταν κάτι το οργανικό και το ζωντανό αυτό το χαμόγελο με τις δύο όψεις, που το παραμόρφωνε μια ικεσία συγγνώμης.

[...]

Ο διάδρομος του βαγονιού σάλευε από τα δεξιά προς τ' αριστερά. Φαινόταν ατέλειωτος. Από την άλλη μεριά της λουστραρισμένης σειράς των καλοκλεισμένων θυρών, οι ταξιδιώτες κοιμούνταν. Οι ελαστικές σούστες ξακούφαιναν το βαγόνι. 'Εμοιαζε με πούπουλο θαυμαστά φουσκωμένο.

[...]


Μπόρις Πάστερνακ, Αφήγησις (έκδ. Αλκυών, χ.χ., σσ. 50-51, 54, 102).

Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2011

ο Πάστερνακ για τον...


Ιγρέκ Τροΐς, τον ήρωα που πουλιέται μ' όλη την ιδιοκτησία του σ' έναν πλειστηριασμό:


"Είχε συλλάβει την ζωντανή ομορφιά σαν την πιθανή μεγαλύτερη διαφορά ανάμεσα στην ύπαρξη και στην μη ύπαρξη. Κι αυτή ακριβώς ήταν κ' η πρωτοτυπία του: αυτή τη διαφορά που δε μπορεί να τη συλλάβει περισσότερο από μια στιγμή, εκείνος την είχε κρατήσει και υψώσει στο σταθερό επίπεδο της ποίησης. Μα πού μπόρεσε να δεί αυτές τις εμφανίσεις κι αυτές τις εξαφανίσεις; Νά 'ταν η φωνή της ανθρωπότητας που τού είχε μάθει να γνωρίζει τη γη που εμφανιζόταν κ' εξαφανιζόταν στην παρέλαση των γενεών;"


Ενδιαφέροντα ερωτήματα όπως παραδίδονται από τον Benjamin Gonely, στην "Εισαγωγή" του, στον τόμο: Πάστερνακ, Αφήγησις (έκδ. Αλκυών, χ.χ., σσ. 5-6).

Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2011

για την αγάπη της μουσικής


"Από την μητέρα του, ο Πάστερνακ κληρονόμησε την αγάπη της μουσικής. Ολόκληρο το ποιητικό έργο του είναι σημαδεμένο από την σφραγίδα των συμφωνιών του Σκριάμπιν. Στο ποίημά του "Παιδικά χρόνια", διαβάζουμε

Μιά μέρα,
ο θόρυβος πίσω από τον τοίχο,
σαν το βουητό των κυμάτων, πεισματώδης.
Ο στρόβιλος των δωματίων καταπέφτει.
κι ο δρόμος μέσα στο φωταέριο ζωντανεύει.
Αντηχεί το κουδούνι,
φωνές πλησιάζουν:
ο Σκριάμπιν.
'Ω, πώς να ξεφύγω,
τα βήματα του ειδώλου μου!"

Benjamin Gonely, "Εισαγωγή", στο: Πάστερνακ, Αφήγησις (έκδ. Αλκυών, χ.χ., σσ. 5-6).

Σάββατο, 2 Ιουλίου 2011

εκμυστήρευση



De profundis

'Ετσι ξεμετρώ τις νύχτες μου που
φεύγουν. Γέρνοντας με λαχτάρα
πάνω στο τηλέφωνο προσδοκώντας
πάντα το χτύπημά του, είτε για θάνατο,
είτε για ζωή∙ μα μήπως και ξεδιαλύνονται
ποτέ αυτά τα δύο;
Ποιός θα μπορούσε να μού πεί
τί 'ναι ζωή και τί θάνατος;
Αν έλειωνα εκστατικός στο
βωμό της όποιας αλήθειας που κάθε φορά
δικαιώνει, μόνο για μένα,
τον πόνο και τη δίψα της καρδιάς
ήταν γιατί πίστευα πως τίποτε
το ανθρώπινο δεν είναι κάτι ξέχωρο,
(από μένα, απ' τον κόσμο, απ' τους άλλους)
και πώς μερικές φορές, τίποτε δεν είναι
πιο αληθινό απ' αυτό που φαντάζει
ψεύτικο, στα μάτια αυτών που έχουν
πια ξεχάσει
να ονειρεύονται.


Χρίστος Γ. Καρανικόλας (1945-), Ρωγμές στον πέτρινο χρόνο (Αθήνα 1996, σ. 41).


-----
Συλλογή ειλημμένη από τα ερμάρια του ιδρύματος.