Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2011

ήμουν όμως εγώ;



Δεν είναι υποχρεωτικό
να βλέπει κανείς την τρέλλα σαν αρρώστια..
Γιατί να μην τη βλέπει σα μια αναπάντεχη
–λίγο ή πολύ αναπάντεχη- αλλαγή χαρακτήρα;
(1946) *


Είμαι σίγουρος ότι πίσω από 'κείνη την πόρτα θα έμειναν ακόμη λίγο να κοιτάζονται στα μάτια, αποβλακωμένοι, κι ότι έπειτα ο ένας θα είπε στον άλλο:
«Πρέπει να τρελάθηκε!»

[...]

Γύρισα να κοιτάξω τριγύρω μου, διότι ξάφνου δεν αισθανόμουν πια, εκεί μέσα, σίγουρος για μένα. 'Ημουν έτοιμος να ολοκληρώσω μια πράξη. 'Ημουν όμως εγώ; Μού καρφώθηκε και πάλι η ιδέα ότι είχαν μπεί εκεί μέσα όλοι οι ξένοι οι αχώριστοι από μένα, κι ότι ήμουν έτοιμος να διαπράξω εκείνη την κλοπή με χέρια που δεν ήταν δικά μου.



Λουίτζι Πιραντέλλο, 'Ενας, κανένας και εκατό χιλιάδες, Μυθιστόρημα, Βιβλίο τέταρτο, V & VI (έκδ. 'Ινδικτος, Αθήνα 2005, σσ. 152, 154).


-----
* Το motto εκ του Wittgenstein, Πολιτισμός και αξίες (μτφρ. Μ. Δραγώνα-Μονάχου & Κ. Κωβαίου, έκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 2000, σ. 87).

Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2011

κι ο εαυτός;


[...]

«'Ετσι είναι»
«Εσείς δεν μπορείτε να γνωρίζετε τον εαυτό σας παρά μόνο όταν προσποιείστε: άγαλμα; όχι ζωντανή. 'Οταν κάποιος ζεί, ζεί και δεν βλέπει τον εαυτό του. Γνωρίζω τον εαυτό μου σημαίνει πεθαίνω. Εσείς κάθεστε τόσο πολύ να παρατηρείτε τον εαυτό σας σ' αυτόν τον καθρέφτη, σ' όλους τους καθρέφτες, επειδή δεν ζείτε∙ δεν ξέρετε, δεν μπορείτε ή δεν θέλετε να ζείτε. Θέλετε πάρα πολύ να γνωρίσετε τον εαυτό σας, και δεν ζείτε»

[...]


Λουίτζι Πιραντέλλο, 'Ενας, κανένας και εκατό χιλιάδες, Μυθιστόρημα, Βιβλίο έβδομο, VΙΙΙ (έκδ. 'Ινδικτος, Αθήνα 2005, σ. 246).

Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2011

ο εσωτερικός Θεός και ο εξωτερικός Θεός



Νάναι άραγε τούτο το νόημα της πίστης στο διάβολο;
πως οι εμπνεύσεις μας δεν έχουν όλες
αγαθή προέλευση; *



Τον καιρό που πήγαινα βόλτα την Μπιμπί, τη σκυλίτσα της συζύγου μου, οι εκκλησίες του Ρικιέρι ήταν η απελπισία μου.

Η Μπιμπί ήθελε πάση θυσία να μπεί μέσα.
Με τις κατσάδες μου μαζευόταν, σήκωνε και τίναζε το ένα απ' τα μπροστινά της πόδια, φτερνιζόταν, έπειτα με το ένα αφτί επάνω και τ' άλλο κάτω καθόταν και με κοίταζε, κυριολεκτικά με ύφος που πίστευε ότι δεν ήταν δυνατόν, δεν ήταν δυνατόν μια σκυλίτσα ομορφούλα όπως εκείνη να μην επιτρέπεται να μπεί σε μια εκκλησία. Αφού δεν ήταν κανένας εκεί! [...]


Λουίτζι Πιραντέλλο, 'Ενας, κανένας και εκατό χιλιάδες, Μυθιστόρημα, Βιβλίο έβδομο, V (έκδ. 'Ινδικτος, Αθήνα 2005, σσ. 232-233).



-----
* Το motto εκ του Wittgenstein, Πολιτισμός και αξίες (μτφρ. Μ. Δραγώνα-Μονάχου & Κ. Κωβαίου, έκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 2000, σ. 130).

Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011

τη ιε΄ μηνός Νοεμβρίου


μνήμην ποιούμεθα των ευσεβών βασιλέων Ιουστίνου και Θεοδώρας

Ιουστίνον άνακτα συν Θεοδώρα,
Προς ουρανούς κέκληκε πάντων Δεσπότης.

Ούτως ο βασιλεύς Ιουστίνος ήτο κατά το γένος Θραξ, και ενώ ήτο πρώτον ποιμήν προβάτων και χοίρων, ύστερον έγινε στρατιώτης∙ είτα κόμης, και τελευταίον έγινε βασιλεύς, εν έτει 518. 'Ητον δε εις τα θεία ορθόδοξος και ευσεβέστατος και κατά πάντα άριστος.


Εκ του Συναξαριστού του αγίου Νικοδήμου.


Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2011

ένας, κανένας




Αλλά μετά, παίρνω τα ηρεμιστικά μου κι όλα τακτοποιούνται.
'Ολα τακτοποιούνται. *



Μιλούσαν σίγουρα για μένα, διότι καθώς με είδαν να μπαίνω, φώναξαν ταυτόχρονα:

«Ω, νά τος!»

Κι αφού ήταν δύο να με βλέπουν να μπαίνω, μού ήρθε η επιθυμία να στραφώ να ψάξω τον άλλον που θα έμπαινε μαζί μου, ξέροντας βέβαια καλά ότι ο «αγαπητός Βιτάντζελο» του στοργικού μου Κουαντόρτσο όχι μονάχα ήταν κι αυτός μέσα μου όπως κι ο «Τζεντζέ» της συζύγου μου Ντίντα, αλλά κι ότι εγώ ολόκληρος, για τον Κουαντόρτσο, δεν ήμουν άλλος παρά ο δικός του «αγαπητός Βιτάντζελο» ακριβώς όπως για την Ντίντα δεν ήμουν άλλος παρά ο δικός της «Τζεντέ». Δύο, λοιπόν, όχι στα μάτια τους, αλλά μονάχα για μένα που με ήξερα ως εκείνους τους δύο έναν κι έναν∙ κι αυτό για μένα δεν έκανε ένα επί αλλά ένα πλην, εφόσον σήμαινε ότι στα μάτια τους, εγώ ως εγώ, δεν ήμουν κανένας.

Μονάχα στα μάτια τους; Και για μένα επίσης, και για τη μοναξιά της ψυχής μου επίσης που, εκείνη τη στιγμή, πέρα από κάθε εμφανή υπόσταση, κατανοούσε την αηδία να βλέπει το ίδιο της το σώμα μόνο του σαν να μην είναι κανενός μέσα στη διαφορετική, ασύλληπτη πραγματικότητα που εν τω μεταξύ τού εδιναν εκείνοι οι δύο.

Η σύζυγός μου, βλέποντάς με να γυρίζω πίσω, ρώτησε:

«Ποιόν ψάχνεις;»

'Εσπευσα ν' απαντήσω, χαμογελώντας:

«Α, κανέναν, καλή μου, κανέναν. Νά 'μαστε!»

Δεν κατάλαβαν, φυσικά, τι υπονοούσα μ' εκείνο το «κανέναν» που έψαχνα δίπλα μου∙ και πίστεψαν ότι μ' εκείνο το «νά ‘μαστε» αναφερόμουν και σ' εκείνους τους δύο, σιγουρότατοι ότι εκεί μέσα σ’ εκείνο το σαλόνι ήμασταν τώρα τρεις κι όχι εννέα∙ ή τουλάχιστον, οκτώ, μιάς κι εγώ –για τον εαυτό μου- τώρα πια δεν μετρούσα πλέον.


Λουίτζι Πιραντέλλο, 'Ενας, κανένας και εκατό χιλιάδες, Μυθιστόρημα, Βιβλίο πέμπτο, VΙ (έκδ. 'Ινδικτος, Αθήνα 2005, σσ. 179-180).


-----
* Το motto εκ του Μισέλ Ουελμπέκ, Η επέκταση του πεδίου της πάλης [1994] (μτφρ. Α. Εμμανουήλ, έκδ. Εστία, Αθήνα 1999, σ. 185. - Πρβλ. την κραυγή των σσ. 149-150 και την ανάπτυξη των σσ. 127-128).

Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2011

ένα άλογο που γελούσε


«...Ξέρετε όμως ότι κάποτε είδα ένα άλογο να γελάει; Μάλιστα, κύριε, ενώ το άλογο περπατούσε. Πηγαίνετε τώρα εσείς να κοιτάξετε τη μουσούδα ενός αλόγου για να το δείτε να γελάει, και μετά ελάτε να μού πείτε ότι δεν το είδατε να γελάει. Μα ποια μουσούδα! Τα άλογα δεν γελούν διόλου με τη μουσούδα τους! Ξέρετε με τι γελούν τα άλογα, κύριε συμβολαιογράφε; Με τα καπούλια τους. Σάς βεβαιώνω ότι το άλογο περπατώντας γελάει με τα καπούλια του, ναι, πού και πού, με κάτι που βλέπει ή με κάτι που τού περνάει από τον νου. Αν εσείς θέλετε να δείτε ένα άλογο να γελάει, κοιτάξτε το στα καπούλια του και θα είστε μια χαρά!».


Λουίτζι Πιραντέλλο, 'Ενας, κανένας και εκατό χιλιάδες, Μυθιστόρημα, Βιβλίο τέταρτο, ΙΙΙ (έκδ. 'Ινδικτος, Αθήνα 2005, σ. 137).


Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2011

να κοιμάσαι


Να κοιμάσαι
με τον ήλιο στο ένα μάτι και με το φεγγάρι στο άλλο
μ' έναν έρωτα στο στόμα κι ένα ωραίο πουλί μες στα μαλλιά
στολισμένη σαν τους κάμπους, σαν τα δάση, σαν τη θάλασσα
στολισμένη και πεντάμορφη σαν το γύρο του κόσμου.
Να φεύγεις και να χάνεσαι
μεσ' απ' τους κλώνους των καπνών και τους καρπούς του ανέμου
πόδια πέτρινα με κάλτσες άμμου
γερά πιασμένη από του ποταμού τους μυώνες
και μιαν έγνοια, τη στερνή, στην καινούργια σου όψη επάνω.



Paul Eluard (1895-1952) (μτφρ. Οδυσσέας Ελύτης, περ. Εντευκτήριο, τ. 93, Απρ. 2011, σ. 34).



-----
'Ενα πραγματικά πανέμορφο ποίημα του ντανταϊστή και υπερρεαλιστή ποιητή του μεσοπολέμου, το οποίο περικλείει σε δέκα στίχους όλους κι όλους το ποιόν και την άπιαστη φύση των γυναικών (τρία ρήματα μόνο το συνέχουν κι αυτά σε έγκλιση υποτακτική να διαγράφουν ες αεί την ανυπότακτη ουσία των γυναικώνε). Στο έτερον τεύχος του αφιερώματος 'Του κορμιού τα πάθη' του ίδιου σαλονικιώτικου περιοδικού, στο τ. 94 λοιπόν (Ιουλίου-Σεπτεμβρίου 2011), το οποίο άρτι κυκλοφόρησε, περιέχεται μεταξύ άλλων συνεργατών και το θείο τραγί με το κατά κόσμον όνομά του. Ο ίδιος.