Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2016

η φυσική ευχαρίστηση


[...]

Θα πω ότι αυτή η δικαιολογία των νεαρών, να παίρνουν λεφτουδάκια ήταν ένα καθαρό άλλοθι. Για παράδειγμα, όταν πήγαινα στο ποτάμι ερχόταν ένας τέτοιος πλούσιος και τα αγόρια το γνώριζαν, αλλά οι καλύτεροι δεν πήγαιναν μ’ αυτόν, μένανε μαζί μου. Ήμουν διάσημος γιατί με ξέρανε ως «εκείνος που δίνει δύο λίρες», δύο λίρες τότε, πολύ μικρό ποσό. Τους εξουσίαζα με απίστευτο τρόπο. Πήγαινα μόνος μου με τρεις στην εξοχή, έκανα ένα πράγμα στον ένα, ένα πράγμα στον άλλο, ο τρίτος παραφύλαγε. Στους δύο που τους έκανα να ευχαριστιούνται τους έλεγα, για παράδειγμα: «Αλλαγή!» και ο αναγνώστης μπορεί να φανταστεί ποια ήταν η αλλαγή.

Αυτό το γεγονός ότι είχα πολλούς φίλους, το χρωστούσα στο ότι ήμουν αποκλειστικά ενεργητικός, με την έννοια ότι στο αγόρι (ίσως να υπήρχε και αρκετός εγωισμός) δεν έβλεπα τίποτε άλλο παρά το υποκατάστατο της γυναίκας. Ούτε και γω δεν το ήξερα. Οι γυναίκες δεν μου άρεσαν, αλλά όλοι μου το λέγανε, από τον Σάμπα και έπειτα: «Μα τι κάνεις με μας! Εσύ αγαπάς τις γυναίκες». Γι’ αυτούς τα αγόρια ήταν πολύ θηλυκά, όχι όμως επειδή ήταν πολύ διεφθαρμένα, αυτά δεν μπορούσα να τα υποφέρω και γω. Ήταν όμως σαν εκείνα που αγαπούσε ο Ζιντ, φυσιολογικά αγόρια.

Μετά, με τα χρόνια, ακόμη κι αν το αγόρι ήταν λίγο περισσότερο θηλυπρεπές το αγαπούσα το ίδιο, ίσως και λιγάκι παραπάνω.

Στην αρχή πίστευα ότι θα ανακαλύψω αυτούς τους έρωτες. Γιατί είχα βαρεθεί με τα κορίτσια, ωραία κορίτσια που με ερωτευόντουσαν. Ήθελα να κάνω κάτι και τέρμα, αυτές θέλανε αγάπη. Εγώ αντίθετα δεν ξέρω τι είχα μέσα μου, ακόμη δεν ξέρω τίποτα, δεν τις αγαπούσα καθόλου γιατί τις απαξιούσα. Είχα το μυαλό μου μόνο στην φυσική ευχαρίστηση και, το σκέφτομαι και σήμερα, μου φαίνεται ότι είναι κατά τι καλύτερο από κείνο που κάνει κάποιος μόνος του. Φαίνεται ότι η γυναίκα δεν μου άρεσε ποτέ. Αλλά δεν το ήξερα.

Αυτή η λαχτάρα να κάνω έρωτα, να αρραβωνιαστώ, με οδήγησε να ανακαλύψω, έναν έρωτα με τα αγόρια, κυρίως με εκείνα τα πιο άγρια, βρώμικα, εραστές της αλήτικης ζωής.

Η πρώτη φορά ήταν ένα αγόρι, μακρινός συγγενής, την άνοιξη στην εξοχή. Είχαμε συγγενή έναν παπά και κάναμε μεγάλα τραπέζια στα οποία συμμετείχε όλο το συγγενολόι. Κατά την διάρκεια εκείνων των τραπεζωμάτων τον αναζητούσα: «και ο Κουιντίλιο!». Όμως ο Κουιντίλιο δεν ερχόταν ποτέ. Μου λέγανε ότι αυτός έπαιρνε ένα μεγάλο κομμάτι ψωμί στην τσέπη και πήγαινε στα βουνά, και ανέβαινε πάνω στα δένδρα.

Σάντρο Πέννα, μετάφραση-σχόλια Γιάννης Η. Παππάς (απ' εδωδά ειλημμένο στις 12 Απριλίου 2016).

Δεν υπάρχουν σχόλια: