Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2016

ανυπόμονος να δεί την Ακρόπολη...


Το σώμα μου δεν ελευθερώνεται από κάθε φανταστικό
 παρά μόνον όταν ξαναβρίσκει τον εργασιακό του χώρο.
 Ο χώρος αυτός είναι παντού ο ίδιος, υπομονετικά
 προσαρμοσμένος στην απόλαυση του ζωγραφίσματος,
 του γραψίματος, της ταξινόμησης.*

[...] Είναι κυρίως ανυπόμονος να δεί την Ακρόπολη: «αυτή η Ακρόπολη που δεν φαίνεται [εξαιτίας της ομίχλης] μάς κάνει να σκεφτόμαστε μόνο την αποβίβασή μας». Πλησιάζοντας στο μνημείο τα μάτια του γουρλώνουν: «Τί είναι αυτό που βλέπω; [...] Βλέπω ένα σπασμένο κλουβάκι, πολύ μακρουλό και χαμηλό, σαν εκείνα που φτιάχνουν από χόρτο τα παιδιά για να αιχμαλωτίσουν τις ακρίδες. Κρέμεται στον αέρα, γύρω του κενό. Απίστευτο! Η καρδιά μου αρχίζει να χτυπά. Αυτό το μικρό κλούβιο κλουβί ... είναι δυνατόν να είναι ...; Μα ναι, είναι ο Παρθενώνας! [...] το κλουβί όπου οι Αθηναίοι κρατούσαν φυλακισμένη την Αθηνά, την ακρίδα του ελληνικού βράχου».

Στα μάτια του Cocteau το παραμικρό καθημερινό γεγονός γίνεται μυθικό, όπως στα μάτια των παιδιών: «Το κλουβί έχει ανοίξει, η Αθηνά το έχει σκάσει, κι εκεί ψηλά ένα αεροπλάνο (λες να είναι ο Ερμής, ο θεός του εμπορίου;) πετά πάνω από το κλουβί και χάνεται στον ουρανό». Ή ακόμη: «στους πρόποδες της Ακρόπολης, στο θέατρο που από ψηλά φαίνεται να ανοίγει με μια κίνηση σαν πέτρινη βεντάλια, ένας επισκέπτης και η γυναίκα του τσακώνονται. Ακούμε αυτά που λένε. Έτσι μπορούσε ο λαός να ακούει τον Κρέοντα και την Αντιγόνη να τσακώνονται, χωρίς να πληρώνει εισιτήριο».

Ζαν Κοκτώ, απόσπασμα εκ του Ο Jean Cocteau και η Ελλάδα (έκδ. Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα 2007, σσ. 62-63, 14).

-----
* Το motto εκ των σημειώσεων του Ρολάν Μπάρτ, Ρολάν Μπάρτ από τον Ρ. Μπ. [1975] (μτφρ. Φλοράνς Πουανιάν, έκδ. Ράππα, Αθήνα 1977, σ. 44).

Δεν υπάρχουν σχόλια: