Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2021

κάποιες άλλες παραδόσεις


παιδός τ' ηδέ γυναικός,
επήν και ταύτ' αφίκηται ώρη,
συν δ' ήβη γίνεται αρμοδίη *

[ο Πλάτων] για να δώσει ένα μάθημα ηθικής λέει: ο έρωτας μπορεί, από τη μια, νά 'ναι εξευγενισμένος και να εξυψώνει την ψυχή, οπότε και συμβάλλει στην απελευθέρωσή της από τους δεσμευτικούς καταναγκασμούς της μετενσάρκωσης. Μπορεί όμως, από την άλλη, νά 'ναι χυδαίος και, με το δέλεαρ της ηδονής, να δυναμώνει τα δεσμά που φυλακίζουν την ψυχή σ' ένα κάποιο σώμα.

Για να αισθητοποιήσει ακριβώς ο Πλάτων αυτές τις δύο όψεις έρωτα, μιλάει και για δύο Αφροδίτες.

Η πρώτη, η Ουρανία, εμπνέει τον έρωτα που, έλκοντας μια ψυχή προς μιαν άλλη ψυχή, φέρνει τον ώριμο άντρα κοντά σ' ένα νεαρό αγόρι. Απ’ αυτόν τον έρωτα πηγάζει η εποικοδομητική συνανατροφή, μέσ' από την οποία ο εραστής οδηγεί τον αγαπημένο του στην αναζήτηση του καλού.

Η δεύτερη, η Πάνδημος, εμπνέει τον έρωτα που φέρνει κοντά έναν άντρα και μια γυναίκα. Απ' αυτόν τον έρωτα παράγονται μόνο ένσαρκα όντα και όχι γνήσιοι καρποί του πνεύματος.

Διατυπώνοντας αυτή του τη θεωρία, που για τον αρχαίο Έλληνα είναι τόσο απροσδόκητη όσο και για μάς, ο Πλάτων δεν ενδιαφέρεται να ρίξει φώς στα διδάγματα της κοινής θρησκείας της εποχής του. Αλλά στέκεται στον αντίποδά τους.

Γιατί ο ελληνικός κόσμος δεν περιφρονεί καθόλου την τεκνοποιία· αντίθετα, τής αποδίδει ιερό χαρακτήρα. Η δημιουργία απογόνων φέρνει την πιο γαλήνια σιγουριά και απομακρύνει τον ενστικτώδη φόβο του θανάτου, γιατί διασφαλίζει την επιβίωση της οικογενειακής κοινότητας και τη συνέχιση των καθιερωμένων οικογενειακών ιεροτελεστιών προς τιμή των νεκρών.

Εξάλλου, η διαδεδομένη λατρευτική πρακτική μάς δείχνει ότι η Ουρανία Αφροδίτη δεν είναι μόνο θεά των μη σαρκικών ερωτικών σχέσεων. Οι εταίρες τής αποδίδουν επίσης τιμές και ικετεύουν την προστασία της.

*

Όσο κι αν ο ποιητής [Ησίοδος] εκφράζει με ποικίλους τρόπους τις θεϊκές ερωτικές ενώσεις, πάντα τον ενδιαφέρει απλά και μόνο το αποτέλεσμα: η τεκνοποιία. Τέτοιες τυπικές εκφράσεις, στερημένες από ρομαντισμό, χρησιμοποιούνται από τον ποιητή για τους θεούς όλων των γενεών αδιακρίτως. Κι όμως, συμβαίνει κάποτε να εισάγει σ' αυτές τις εκφράσεις ένα συμπληρωματικό στοιχείο, που μού φαίνεται πως έχει μια ιδιαίτερη σημασία. Για τα θεϊκά ζευγάρια της γενιάς των Τιτάνων λέει, μερικές φορές, ότι σμίγουν εν φιλότητι [...]

Στην πραγματικότητα, όμως, το ζευγάρωμα Ουρανού και Γής σ' εκείνες τις εναρκτήριες φάσεις της κοσμογονίας έχει μια όψη κτηνώδη, που πολύ λίγο συμβιβάζεται με τη φιλότητα. Επιπλέον, γνωρίζουμε ότι η Αφροδίτη δεν έχει ακόμη γεννηθεί. Να όμως που η φιλότης έχει εξαρχής καταχωρηθεί στις δικές της αρμοδιότητες:

«Σ' αυτήν έλαχε εξαρχής η τιμή κι η / αρμοδιότητα, μες στους θνητούς και στους αθανάτους, / νά 'ναι θεά για τα παρθενικά γλυκομιλήματα και τα ερωτοχαμόγελα και τις απιστίες, / για τη γλυκιά ερωτική ικανοποίηση και το χαρούμενο το σμίξιμο το ερωτικό» [Θεογονία, 203-206].

Η θεά Αφροδίτη προσδίδει στην ερωτική σχέση μια γλυκιά ηπιότητα, που ο Έρως δε διέθετε καθόλου, αφού εκείνος έφερνε τελικά τη διάσπαση σ' εκείνους που καθυπέτασσε στην επιρροή του. Ανάμεσα λοιπόν στα πρώτα σμιξίματα του Ουρανού και της Γαίας [υπό την επιρροή του Έρωτα], και στα μεταγενέστερα, που έχουν εμπνεύστρια την Αφροδίτη, υπάρχει διαφορά ποιοτική.

*

Η Αφροδίτη λοιπόν προσφέρει και στους τρεις τομείς του κόσμου -στον ουρανό, στη θάλασσα και στην ξηρά– τη χάρη τους, την πληρότητα και τη γαλήνη τους. Παντού σ’ αυτές τις τρεις περιοχές, η Αφροδίτη ωθεί σε τεκνοποιία.

Jean Rudhardt, Έρως και Αφροδίτη στα κοσμολογικά συστήματα των αρχαίων Ελλήνων (μτφρ. Ν. Πετρόπουλος, έκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1996, σσ. 53-55, 74, 75-76, 104). - Στο motto απόσπασμα (24) του σοφού Σόλωνος, εκ του ιδίου (ό.π, σσ. 106-107). Σημαίνει: «και, όταν παρουσιαστεί ευκαιρία, την απόλαυση της νιότης ενός εφήβου ή μιας κοπελιάς. Αυτά φτάνουν και περισσεύουν σ' έναν θνητό, για νά 'ναι ευτυχισμένος».

Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2021

απαιτείται μια απόσταση


[…] η Γαία είναι στην αρχή μόνη της και όλα βρίσκονται μέσα της ακόμη συγκεχυμένα. Από την στιγμή που η Γαία εξάγει από τα σπλάχνα της τον Ουρανό, γίνονται διακριτές δύο οντότητες [Ουρανός-Γη]. Όμως δεν υπάρχει ακόμη ανάμεσά τους ένας μόνιμος χώρος, ώστε και τα άλλα δημιουργήματα να πάρουν μια θέση σ' αυτόν.

Ο Κρόνος, ευνουχίζοντας τον Ουρανό στο σμίξιμό του με τη Γαία, κόβει ένα δεσμό που ενώνει αυτό το πρωτογενές ζεύγος. Τώρα, ο Ουρανός και η Γη απομακρύνονται μεταξύ τους αρκετά, και τα παιδιά τους μπορούν πια να βγούν στο φώς.

Ο μύθος του ευνουχισμού του Ουρανού είναι η πιο συνήθης ελληνική παραλλαγή ενός μύθου που τον γνωρίζουμε κι από άλλους λαούς: είναι ο μύθος του διαχωρισμού Ουρανού και Γης. [...]

*

Ο Ουρανός είναι ένα στοιχείο αρσενικό, του οποίου η σεξουαλική δραστηριότητα, αρχικά, είναι ακατάπαυστη όσο τα δύο μέλη του αρχέγονου ζεύγους [Γαία-Ουρανός] βρίσκονται κοντά το ένα στο άλλο. Αλλά η συνέχιση αυτής της δραστηριότητας θα απέβαινε ατελέσφορη. Κατά ένα παράδοξο τρόπο, ο ευνουχισμός του Ουρανού είναι απαραίτητος για τη γέννηση των ίδιων του των παιδιών.

Ο ευνουχισμός αυτός, που απέχει πολύ από το να ισοδυναμεί με στείρωση, κάνει τη σεξουαλική πράξη αποτελεσματική και αληθινά γόνιμη. Μια απόσταση πρέπει να παρεμβληθεί και να χωρίσει το αρσενικό από το θηλυκό ώστε η ένωσή τους ν' αποκτήσει ισορροπία. Ο πόθος του αρσενικού πρέπει να βρεί το μέτρο για νά 'ναι αναπαραγωγικός και ν' ανταποκρίνεται επίσης στο κάλεσμα του θηλυκού […].

*

Όσο για τη θεολογική σημαντική του μύθου του Ουρανού, δύο μόνο παρατηρήσεις έχω να κάνω. Οι θεϊκές ιδιότητες βρίσκουν την πλήρη τους πραγμάτωση μέσα στο σύμπαν και στη διάταξη του σύμπαντος.

Βλέπουμε όμως ότι κάθε [θεϊκό] ον, μέσα από την πορεία διαφοροποίησης που ακολουθεί, αποκτά έναν καλύτερα προσδιορισμένο και πιο συγκεκριμένο χαρακτήρα, σε καθεμιά από τις εκδηλώσεις του. Παράλληλα, οι αρμοδιότητες και οι ιδιότητές του περιορίζονται ολοένα, όπως φαίνεται πάλι από τις εκδηλώσεις του αυτές: ο Ήλιος δεν είναι τόσο απέραντος, ο Απόλλων ή ο Διόνυσος δεν είναι τόσο συμπαντικοί όσο ο κοινός τους πρόγονος, ο Ουρανός, στην πρώτη του κατάσταση.

Από αυτή την άποψη, η κοσμογονική πρόοδος μας φαίνεται αινιγματική: προϋποθέτει μια σειρά από -μειωτικές, οπωσδήποτε- υποβαθμίσεις, των οποίων το πρώτο σημάδι βρίσκουμε στην περίπτωση του ευνουχισμού του Ουρανού.

Η συγκεκριμένη αυτή υποβάθμιση αντισταθμίστηκε εντούτοις με την ένταξη όλων των δημιουργημάτων μέσα σε μια κοσμική τάξη, όπου το απλό και το πολλαπλό συμφιλιώνονται και το ον ξαναβρίσκει τελικά την πληρότητά του.

*

Είναι αναμφισβήτητο ότι ο ακρωτηριασμός του Ουρανού περιόρισε το αυθόρμητο όπως και τη διάρκεια του πόθου του, αλλά ο μύθος μάς πληροφορεί επίσης ότι δεν καταβλήθηκαν οριστικά οι θεϊκές ικανότητες. Αυτό που χανόταν σε πόθο αναπληρώθηκε, υπό άλλη μορφή στη θεά που προήλθε από τα κομμένα γεννητικά όργανα του Ουρανού.

Η Αφροδίτη, θεά της ερωτικής έλξης, της ομορφιάς, των θελγήτρων και των καλλωπισμών, είναι τώρα εκείνη που θα διεγείρει τον πόθο και θα τού ξαναδώσει την χαμένη του δύναμη, γεφυρώνοντας έτσι την απόσταση που παρεμβλήθηκε μεταξύ των δύο φύλων.

Ο Ουρανός δε βγαίνει τελικά χαμένος: Τώρα η σχέση του με τη Γή δεν είναι πια μια μονομερής επιβολή εκτός πραγματικότητας, όπως ήταν παλιότερα. Μέσα στο διαλεκτικό παιχνίδι μεταξύ πόθου και σαγήνευσης, οι δύο συμπαίκτες της ερωτικής σχέσης θα έχουν από δω και πέρα ο καθένας το δικό του μερίδιο πρωτοβουλίας.

Έτσι, με τον ευνουχισμό του Ουρανού δεν καταργείται η σεξουαλικότητα, αλλά ορίζονται οι συνθήκες υπό τις οποίες θα περάσει σ' έναν κόσμο με ολοένα πιο εξειδικευμένη ποικιλομορφία. Σ' αυτές τις καινούργιες συνθήκες, η ερωτική έλξη θα συνεχίσει να εκπληρώνει την κοσμογονική λειτουργία που τής αναγνωρίσαμε, κάτω όμως από τη συνδυασμένη τώρα δράση του Έρωτα και της Αφροδίτης.

Jean Rudhardt, Έρως και Αφροδίτη στα κοσμολογικά συστήματα των αρχαίων Ελλήνων (μτφρ. Ν. Πετρόπουλος, έκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1996, σσ. 36, 37, 39-40, 41-43).

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2021

για την μέλλουσα κατάσταση και την υποτιθέμενη αγαθότητά του


Αφήνοντας κατά μέρος την ενοχλητική ιδέα ότι η θεολογία μάς προσφέρει έναν δύστροπο Θεό του οποίου οι μεροληπτικές και δεσποτικές εντολές ορίζουν τη μοίρα τής ανθρωπότητας, εάν θελήσουμε να εστιάσουμε το βλέμμα μας μόνο στην υποτιθέμενη αγαθότητά του, που όλοι οι άνθρωποι, ακόμα και εκείνοι που τρέμουν ενώπιον ενός τέτοιου Θεού, συμφωνούν να την αποδώσουν σ' αυτόν· εάν αναγνωρίσουμε ότι σκοπός του δεν είναι άλλος απ' το να μεριμνά για τη δόξα του, απαιτώντας απ' τα έλλογα όντα να τόν εξυμνούν· εάν αναζητήσουμε στα έργα του μονάχα την πρόνοια για το καλό της ανθρωπότητας, πώς, άραγε, θα εναρμονίσουμε αυτές τις απόψεις και τις γνώμες με την πραγματικά ακατανίκητη άγνοια στην οποία ένας τέτοιος Θεός, τόσο μεγαλειώδης και αγαθός, άφησε το μεγαλύτερο κομμάτι τής ανθρωπότητας [σε ό,τι αφορά τον ίδιο];

Εάν ο Θεός θέλει να καταστεί γνωστός, να λατρεύεται και να δοξάζεται, γιατί δεν φανερώνεται με τα πιο αγαπητά του γνωρίσματα σ' όλα τα έλλογα όντα που επιθυμεί να τόν αγαπούν και να τόν λατρεύουν; Γιατί, άραγε, δεν φανερώνεται σ' ολάκερη την πλάση με έναν τρόπο αδιαμφισβήτητο, που θα ήταν πιότερο ικανός να μάς πείσει απ' αυτές τις ιδιωτικές αποκαλύψεις που επιφέρουν στη Θεότητα την κατηγορία τής μεροληψίας υπέρ κάποιων δημιουργημάτων της;

Δεν θα έπρεπε ο παντοδύναμος να επιστρατεύσει πιο πειστικά μέσα για να φανερωθεί στον άνθρωπο από αυτές τις γελοίες μεταμορφώσεις και τις υποτιθέμενες ενσαρκώσεις, οι οποίες επιβεβαιώνονται μόνο από κάποιους συγγραφείς που δεν συμφωνούν ούτε μεταξύ τους;

*

Ο πόθος μας να παραμείνουμε για πάντα όπως είμαστε· η επιφυλακτικότητά μας απέναντι στη βίαιη και απροσδόκητη αλλαγή, η οποία είναι κοινή σε όλους τους άβιους και έμβιους συνδυασμούς του σύμπαντος, αυτές είναι, στην πραγματικότητα, οι κρυφές προδιαθέσεις που γέννησαν τις απόψεις των ανθρώπων για την μέλλουσα κατάσταση.

Shelley P.B., Η αναγκαιότητα της αθεΐας (μτφρ. Κ. Δεσποινιάδης – Ισιδ. Στανιμεράκη, έκδ. Πανοπτικόν, Θεσ/σνίκη 2017, σσ. 22-23, 51).

Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2021

και το περί Θεού ερώτημα


Εάν θελήσουμε να εξηγήσουμε τις ιδέες μας για την Θεότητα, θα αναγκαστούμε να παραδεχτούμε ότι ο άνθρωπος, με τη λέξη «Θεός», δεν μπόρεσε παρά να ορίσει την πιο απόκρυφη, την πιο απόμακρη και την πιο άγνωστη αιτία των αποτελεσμάτων που μπορούσε να δεί· άρχισε να χρησιμοποιεί αυτή τη λέξη μονάχα όταν έπαψε να τού είναι ορατό το έργο των φυσικών και των γνωστών αιτιών· αφ’ ής στιγμής έχασε το νήμα αυτών των αιτιών ή όταν το μυαλό του δεν μπόρεσε πια να ακολουθήσει την αλυσίδα, σταμάτησε μπροστά στις δυσκολίες και έβαλε τέλος στις έρευνές του, αποκαλώντας Θεό την τελευταία των αιτιών, εκείνη, δηλαδή, που βρίσκεται πέραν όλων των αιτιών που γνώριζε· έτσι, το μόνο που κατάφερε ήταν να αποδώσει μια ασαφή ονομασία σε μια άγνωστη αιτία, ενώπιον της οποίας η οκνηρία ή τα όρια της γνώσης του τον ανάγκασαν να σταματήσει.

Κάθε φορά που λέμε ότι ο Θεός είναι ο πρωτουργός κάποιου φαινομένου, τούτο υποδηλώνει ότι αγνοούμε τον τρόπο με τον οποίο ένα τέτοιο φαινόμενο μπόρεσε να τεθεί σε κίνηση με τη βοήθεια των γνωστών σε μάς φυσικών δυνάμεων ή αιτιών. Με αυτόν τον τρόπο, το ανθρώπινο γένος, στο οποίο έλαχε ο κλήρος της άγνοιας, αποδίδει στη Θεότητα όχι μόνο τα ασυνήθιστα φαινόμενα που τού προξενούν εντύπωση, αλλά, επιπλέον, τα πιο απλά γεγονότα, οι αιτίες των οποίων θα μπορούσαν να γίνουν εύκολα κατανοητές σε οποιονδήποτε επιθυμούσε να τίς μελετήσει.

Κοντολογίς, ο άνθρωπος ανέκαθεν έτρεφε σεβασμό για τις άγνωστες αιτίες και τις απροσδόκητες συνέπειές τους, τις οποίες η άγνοια τον εμπόδιζε να αποκαλύψει. Πάνω σε τούτα τα ερείπια της φύσης ο άνθρωπος ήγειρε τον φανταστικό κολοσσό της Θεότητας.

Εάν η άγνοια της φύσης γέννησε τους θεούς, η γνώση της φύσης προορίστηκε να τούς καταστρέψει. Καθώς ο άνθρωπος καταλάβαινε όλο και περισσότερα, η δύναμη και οι πόροι του αυξάνονταν από τούτη τη γνώση· η επιστήμη, οι τέχνες και η φιλοπονία τού πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους· η εμπειρία τόν καθησύχασε ή τού εξασφάλισε τα μέσα αντίστασης στις δυνάμεις πολλών αιτιών που, μόλις έγιναν κατανοητές, έπαψαν να τον ανησυχούν. Κοντολογίς, οι φόβοι του διασκορπίστηκαν κατ' αναλογία προς τον διαφωτισμό του. Ο μορφωμένος άνθρωπος παύει να είναι δεισιδαίμων.

Λέγεται (από προφορικές παραδόσεις που πέρασαν από στόμα σε στόμα απ' τη μια γενιά στην άλλη) ότι ολόκληροι λαοί λάτρευαν τον Θεό των πατέρων και των ιερέων τους: η αυθεντία, η εμπιστοσύνη, η υποταγή, καθώς και τα έθιμα, αντικαθιστούσαν τις πεποιθήσεις ή τις αποδείξεις: οι λαοί προσκυνούσαν και προσεύχονταν επειδή οι πατέρες τους τούς έμαθαν να προσκυνούν και να προσεύχονται: γιατί, όμως, οι πατέρες τους έπεφταν στα γόνατα;

Διότι, σε αυτούς τους πρωτόγονους καιρούς, οι νομοθέτες και οι καθοδηγητές τούς το παρουσίασαν ως καθήκον. «Λάτρευε και πίστευε», έλεγαν, «τους θεούς που δεν μπορείς να καταλάβεις· έχε εμπιστοσύνη στη βαθιά μας σοφία· γνωρίζουμε περισσότερα από εσένα για τη Θεότητα». Και όταν εσύ ρωτούσες με τη σειρά σου, «αλλά γιατί να έρθω εγώ σε εσάς;», θα απαντούσαν: γιατί αυτό είναι το θέλημα του Θεού· επειδή, αν τολμήσεις να αντισταθείς, θα σε τιμωρήσει. Αυτός είναι, λοιπόν, ο Θεός που γυρεύουμε; Παρόλ' αυτά, ο άνθρωπος ανέκαθεν γυρόφερνε σ' αυτόν τον φαύλο κύκλο· το νωθρό του μυαλό έβρισκε πάντοτε ευκολότερο να αποδέχεται την κρίση των άλλων.

Όλα τα θρησκευόμενα έθνη εγκαθιδρύονται αποκλειστικά και μόνο πάνω στην αυθεντία· όλες οι θρησκείες του κόσμου απαγόρευαν την έρευνα και μάς αποτρέπουν απ’ το να σκεφτόμαστε με τη λογική· η αυθεντία θέλει τη πίστη στον Θεό· ο ίδιος ο Θεός για τον οποίο κάνουμε λόγο στηρίζεται μόνον στην αυθεντία μιας χούφτας ανθρώπων που προσποιούνται ότι τον γνωρίζουν και, ως απεσταλμένοι του, τον αγγέλουν στη γή· διότι ένας Θεός που έχει επινοηθεί από τον άνθρωπο, αδιαμφισβήτητα χρειάζεται έναν άνθρωπο για να τον φανερώσει.

Shelley P.B., Η αναγκαιότητα της αθεΐας (μτφρ. Κ. Δεσποινιάδης – Ισιδ. Στανιμεράκη, έκδ. Πανοπτικόν, Θεσ/σνίκη 2017, σσ. 18-20).

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2021

αχειροποίητες και θαυματουργές εικόνες


Η σωτηριολογική διάσταση του χριστιανισμού, με επιστέγασμα την πίστη στην ανάσταση των νεκρών, έκανε τον κάθε χριστιανό, ανάλογα με τη ζωή που διάλεγε, υπεύθυνο -με τις πράξεις του- της σωτηρίας της ψυχής του, πράγμα που αποτελούσε το μόνο στόχο ενός επάξιου χριστιανικού βίου.

*

Η εικόνα, λοιπόν, για τον Βυζαντινό δεν έχει κάτι το φανταστικό· δεν είναι η εικόνα του ανύπαρκτου, αλλά εικόνα μιας χειροπιαστής ιστορικής προσωπικότητας και πραγματικότητας, που αποτελεί αναφορά στη σωτηριολογική πορεία του, λόγω της αγιότητάς της. [...]

Οι αχειροποίητες εικόνες είναι θαυματουργικής δημιουργίας αλλά χειροπιαστής πραγματικότητας· οι θαυματουργές εικόνες είναι υλικής υφής αλλά υπερφυσικής δύναμης («επεί ει Θεός βούλεται, ανατρέπεται φύσεως τάξις»).

Η σύγκλιση του Θείου με το ανθρώπινο γίνεται μέσω της εικόνας (αχειροποίητης ή θαυματουργής), η λατρεία μέσω της εικόνας αποτείνεται στο εικονιζόμενο πρόσωπο: από σεβάσμιο και παραδειγματικό γίνεται ιερό. Έχει έτσι εκπληρωθεί η μετάβαση σε άλλο είδος (από την πραγματικότητα περνάμε, δηλαδή, στην αγιότητα), πίστη που καθόρισε τη στάση των εικονολατρών κατά την εικονοκλαστική περίοδο,

τότε δηλαδή που οι εικονομάχοι αρνούνταν αυτή τη μετάβαση και κατηγορούσαν τους εικονόδουλους ως σανιδόπιστους (ότι, δηλαδή, λάτρευαν σανίδες). Οι εικονόδουλοι κατηγορούσαν, με τη σειρά τους, τους εικονομάχους ως ιουδαιόφρονες και σαρακηνόφρονες, με το σκεπτικό ότι ιουδαϊσμός και ισλάμ ήταν θρησκείες ανεικονικές, με απόλυτη μάλιστα απαγόρευση της αναπαράστασης του Θείου.

Να σημειώσω, χαρακτηριστικά, ότι έτσι εξηγείται και το γιατί ήταν εικονολατρικές εστίες και καταφύγια για τους καταδιωκόμενους τότε εικονόδουλους μοναχούς οι ελληρωμαϊκές περιοχές της αυτοκρατορίας (Ελλάδα και Ιταλία), των οποίων οι πληθυσμοί, ως πρώην, ως παλιοί ειδωλολάτρες, ήταν συνηθισμένοι στην αναπαράσταση των θεών, και συνακόλουθα φάνηκαν προσηλωμένοι στη λατρεία των εικόνων. Αντίθετα, οι κάτοικοι των ανατολικών επαρχιών ήταν ακραιφνείς εικονομάχοι, έχοντας συγχρωτιστεί με τους γειτονικούς τους λαούς, κυρίως τους Άραβες μουσουλμάνους.

*

Το γεγονός ότι αυτοκράτορας, και όχι πατριάρχης ή ιερωμένος, προκάλεσε λατρευτική θρησκευτική αναστάτωση, την Εικονομαχία δηλαδή, δείχνει, κατά τη γνώμη μου, ότι η κίνηση είχε πολιτική και όχι θρησκευτική, λειτουργική χροιά. Οι μορφές, άλλωστε, των αγίων και οι υπόλοιπες απεικονίσεις αντικαταστάθηκαν στις εκκλησίες με θριαμβικούς υπερυψωμένους σταυρούς, καθ' όλη τη διάρκεια της Εικονομαχίας. Σταυροί κοσμούν και τα νομίσματα των εικονομάχων αυτοκρατόρων.

Δεν είναι της ώρας να επαναλάβω εδώ αυτό που έγραψα αλλού, δηλαδή ότι οι ανατολικής καταγωγής Ίσαυροι αυτοκράτορες (στην πραγματικότητα κατάγονταν από τη Γερμανίκεια, το σημερινό Καρς) προσπάθησαν να αντιμετωπίσουν τον αραβικό κυρίως κίνδυνο κινητοποιώντας ενάντια στην απειλή του τους ανατολικούς πληθυσμούς τους, που ήταν, όπως είπα, εθισμένοι στην ανεικονική λατρεία. Επέβαλαν λοιπόν, με την Εικονομαχία, μορφή λατρευτική οικεία στους πληθυσμούς αυτούς.

Αντίθετα, οι εικονολάτρες αυτοκράτορες, όπως π.χ. η Ειρήνη η Αθηναία, επικέντρωσαν την προσπάθειά τους στην άμυνα των Βαλκανίων, των ευρωπαϊκών περιοχών του Βυζαντίου, που απειλούσαν οι Βούλγαροι· ήταν λογικό, λοιπόν, να υποστηρίξουν τη λατρεία των εικόνων, υπακούοντας στην εικονοφιλία του πληθυσμού των περιοχών αυτών.

Οπωσδήποτε, η εικονοκλαστική διαμάχη έδωσε, επίσης ευκαιρία στους μεν και στους δε να αναπτύξουν φιλοσοφικά επιχειρήματα για τη θέση της εικόνας στη χριστιανική λατρεία, επιχειρήματα που μαρτυρούν τη φιλοσοφική, τη σχεδόν αριστοτελική, θα έλεγα, αντιπαράθεση των αντιμαχομένων. Δυστυχώς, δεν έφτασαν ώς εμάς παρά μόνο τα γραπτά των νικητών, των εικονολατρών δηλαδή, των οποίων εξάρχοντες στάθηκαν ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός και ο πατριάρχης Νικηφόρος. […].

Ελένη Αρβελέρ, Σας μιλώ για το Βυζάντιο
(έκδ. Ερμής, Αθήνα 2014, σσ. 119, 121-122, 123-124).

Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2021

επιβιώσεις και βυζαντινά κατάλοιπα


Μένει από το Βυζάντιο, ώς τα σήμερα, το σύνολο, θα έλεγα, των λεπτομερειών του καθημερινού ιδιωτικού βίου: τα χριστιανικά βαφτιστικά ονόματα, η Κυριακή αργία, το ημερολόγιο με τις γιορτές, τα πανηγύρια […]. Μένουν τα πιρούνια που μια Βυζαντινή πριγκίπισσα έφερε στη Βενετία, τον 11ο κιόλας αιώνα. Μένουν λαϊκές ρήσεις, όπως π.χ. «έφαγα τον περίδρομο» (ώς τον περίγυρο, δηλαδή, του γεμισμένου πιάτου), ή «το παίζω στα δάχτυλα», έκφραση των παιδιών που ήξεραν καλά το μάθημα της δωδεκαδικής τότε αριθμητικής.

Μένουν φράσεις, όπως οι πολυχρόνιες ευχές, οι κατά βαρβάρων νίκες, το «Αέρας», σαν σύνθημα εφόδου του στρατού, όπως ήταν το «Αήρ» των βυζαντινών στρατευμάτων.

*

Η εξαΰλωση που χαρακτηρίζει τις μορφές στη βυζαντινή εικόνα (ακόμη και στην ψηφιδωτή) αποβλέπει στη μέθεξη με το Θείο, με το υπερπέραν, το χώρο που θέλει, δηλαδή, να κατακτήσει ανοδικά ο χριστιανός με τον ενάρετο βίο του, για τη σωτηρία της ψυχής. […] Πασιφανής είναι η διαπίστωση αυτής της αλλαγής στην απεικόνιση των μορφών και των σχημάτων, που δηλώνουν ένα νέο τώρα τρόπο ζωής, την πανανθρώπινη αλληλεγγύη, όπως τη θέλει η σωστή πίστη, η ορθή δόξα, η ορθοδοξία δηλαδή.

Η διαπίστωση αυτή δηλώνει τη θέση (την υποδεέστερη τώρα θέση) που κατέχει το ανθρώπινο σώμα στη νέα θρησκεία, εν σχέσει με το πνεύμα και με την ψυχή. Να θυμηθούμε ότι, για το χριστιανισμό, η παρθενία, ακόμη και των ανδρών, είναι δείγμα αρετής· και θα πώ εδώ, χαρακτηριστικά, ότι ο Ιωάννης στην Αποκάλυψη ονομάζει «αμώμους» τους «μη μειγέντας γυναιξί». Ιδού, νομίζω, μια από τις ρίζες του μοναχισμού, που εκφράζει την προσήλωση στον Θείον Έρωτα, και που ήταν μια νέα στάση ζωής και κοσμοθεωρίας.

*

Είναι γνωστό ότι όλοι σχεδόν οι αγιογράφοι του Βυζαντίου προέρχονται από τις τάξεις των μοναχών, και ότι θα πρέπει να περιμένουμε τη Φραγκοκρατία για να συναντήσουμε εικονογράφους περιφερόμενους από τόπο σε τόπο για την εκτέλεση των παραγγελιών που λαμβάνουν (όπως π.χ. ο Φράγκος Κατελάνος στη Θεσσαλία και την Ήπειρο – το όνομά του δείχνει την καταγωγή του). Μεταξύ τους είναι ίσως και κάποιοι λαϊκοί, μέλη του εργαστηρίου που είχαν οργανώσει οι εκάστοτε δάσκαλοι, οι maîtres, στη Μακεδονία κυρίως, αλλά και στη βενετοκρατούμενη Κρήτη.

Βρισκόμαστε, όμως, σε μια εποχή (των Παλαιολόγων) κατά την οποία είναι αισθητή η δυτική επίδραση στην Ανατολή. Οπωσδήποτε, ο δρόμος που γρήγορα χάραξαν οι καθολικοί, Δυτικοί αγιογράφοι, προσανατολίζεται προς πρότυπα εκκοσμικευμένα, τα οποία οδήγησαν αργότερα στην τέχνη της Αναγέννησης.

Να θυμίσω ότι η Αναγέννηση, με τη σειρά της, ανακάλυψε (στα αχνάρια, βέβαια, της αρχαιότητας) τη σαρκική υλική πραγματικότητα, τη σωματική, θα έλεγα, διάσταση του μεσαιωνικού, του αναγεννησιακού όμως τώρα, ανθρώπου, αυτού που δε γνώρισε ο βυζαντινός κόσμος, γιατί έμεινε προσηλωμένος στην υπερβατική διάσταση της αγιογραφικής τέχνης.

Ελένη Αρβελέρ, Σας μιλώ για το Βυζάντιο (έκδ. Ερμής, Αθήνα 2014, σσ. 106-107, 114-115, 115-116).