Δευτέρα, 6 Μαρτίου 2006

Ta μυστικά των βουνών μας


"Η αξιολογωτέρα όμως πυρά γίνεται εις την συνοικίαν της Καραβατιάς, κατά το νοτιοδυτικόν άκρον της πόλεως, την υψηλοτέραν συνοικίαν, όπου κατοικούσιν οι ευθυμότεροι και αισθηματικώτεροι Ιωαννίται, οίτινες περί την πυράν ψάλλουν εν χορώ ελευθέρως τα τραγούδια παλαιών Κλεφτών, και όπου υπάρχουν αι ωραιότεραι των Ιωαννίνων νεάνιδες…".

Κ. Κρυστάλλη, «Αι Απόκρεω εν Ιωαννίνοις», (άπαντα, επιμ. Γ.Βαλέτα, Αθήνα 1959, σ. 401).


*


Γιάννενα. Τέλος του Χειμώνα. 'Ανοιξη. Από νωρίς εδώ. Για τις τζαμάλες, λοιπόν. Οι γιαννιώτες στήνουν με προσοχή την στυλοειδή πυρά σε κάθε πλατεία, σε κάθε συνοικία της κρυμμένης μές’ στα βουνά τους πόλης...

"Ξύλα για…ξύλα για τ’ς απουκριές
να χορέψουν οι γριές…"

σε έναν κύκλο διαμέτρου 3-6 μέτρων, στρώνουν ψιλή άμμο για ασφάλεια και στο κέντρο σηκώνουν όρθιο έναν ψηλό -ως 3 και 4 μέτρα- κορμό. Γύρω του σχηματίζουν έναν πυραμιδωτό κώνο με χοντρά κούτσουρα και κορμούς δέντρων. Τους πλέκουν κατά τέτοιον τρόπο ώστε στη στιγμή να φουντώσει η πυρά και να λαμπαδιάσει ολόκληρη.

Λίγο μετά τον εσπερινό της Τυρινής (: να ζητήσω κι απ' εδώ συγγνώμη απ' όσους πληγώνω κατά καιρούς-) και καθώς παίρνει να ροδίζουν πάνω από τη λίμνη οι άγριοι και σταχτιοί όγκοι της Πίνδου (τους βλέπεις αντικρυστά, αν στέκεις ψηλά, στην Καραβατιά), και ενώ παίζει ήδη η μουσική να κυλίσει δυο-τρεις στροφές το τραγούδι, ρίχνει το αναμμένο στουπί, ο επικεφαλής, στην πισσωμένη βάση της στυλοειδούς τζαμάλας


"ένας δέντρος φουντουτός,
φουντουτός καμαρουτός
και στη μέση ου σταυρός"


Και να! με τις τελευταίες αναλαμπές του ήλιου που χάνεται πίσω από τα βουνά κι ενώ όλοι ένα γύρω κρατούν την ανάσα τους, σε μια στιγμή γεμάτη μυστήριο, ξεπετάγονται οι πρώτες φλόγες, που τυλίγουν τους έντεχνα περιπλεγμένους κορμούς. Τα βλέμματα συγκεντρώνονται σ’ αυτές τις φλόγες, πως ανεβαίνουν σταθερά -κατά πως φυσάει τ’ αεράκι- ν’ αρπάξουν τον κορυφαίο κορμό, που προβάλλει άθικτος ακόμη στο κέντρο. Μόλις καταφέρουν επιτέλους να τον τυλίξουν μες στη μανία τους, ψηλά, έτσι όπως τινάσσονται, με μιας ανακουφίζονται όλων οι αναπνοές και στήνεται γύρω από την θεόρατη τζωραμπίνα ο χορός. Το χοροστάσι δεν θα διαλυθεί πριν ο ήλιος λάμψει ξανά στον ουρανό.

"πέρασ’ από την Καρυά,
είδα πόσπερναν κουκιά…"

Κάθε φορά που ένα νέο κούτσουρο ρίχνεται στην αδηφάγο μανία της φλόγας, σπίθες υψώνονται στον ουρανό ως το τρίτο πάτωμα γύρω των σπιτιών. 'Ολα λούζονται σε άπλετο φως. Η μεγάλη φωτιά ζεσταίνει την υγρή νύχτα…

Στον Πλάτανο, την Καραβατιά, στα Λακκώματα, την Κιάφα, την Λούτσα, στα Ζευγάρια, την Καλούτσιανη, τον Αγ. Σπυρίδωνα και το Κάστρο, από παντού σχεδόν υψώνονται φλόγες που τυλίγουν την πόλη και την παραδίδουν παρανάλωμα στην λαμπρότητα αυτού εδώ του μυστικού καρναβαλιού.


"του κρασί σ’, κυρ’ Αλιεύ
ίφιρι μιγάλου κέφ’…"

Σε αντίθεση με την παρέλαση του καρνάβαλου κάτω στα πεδινά, εδώ, είναι οι μεγάλες φωτιές που αποτελούν το κέντρο όλης της γιορτής. Η φωτιά και το ιερό της στοιχείο. Το εξαγνιστικό. Μέσα της κρύβει μεγάλη δύναμη, που μεταδίδεται σ’ όποιον σταθεί κοντά της. Υπήρχε άλλοτε η πίστη πως η φωτιά “κουβεντιάζει”. Ορισμένοι “ακούγανε” την φωτιά που τους “μιλούσε” καθώς κροτάλιζαν τα κάρβουνα και έτριζαν τα ξύλα. Μιά σχέση ιεροτελεστική. 'Οπως φουντώνουν και λαμπαδιάζουν τα πισσωμένα κούτσουρα, το ίδιο “φουντώνει” και η καρδιά του ανθρώπου και η φύση ολάκερη που ετοιμάζεται με τη σειρά της να “φέρει” την 'Ανοιξη. Καθώς ανάβει και φουντώνει η τζώρα, η τζαμάλα, φωτίζει στο πρόσωπο τους νυχτερινούς συμποσιαστές, που τραγουδούν και χορεύουν σ’ ένα τρικούβερτο γλέντι, με μπόλικο κρασί. Σκωπτικούς χορούς, πειράγματα και αστεία που κρατούν ως τα ξημερώματα. Μέχρι το πρωϊ.

"πως το τρίβουν το πιπέρι,
του διαβόλου οι καλογέροι…"

Φούρνοι με ξύλα καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας εργάζονται πυρετωδώς για να βγάλουν ζεστή τη νηστίσιμη λαγάνα. Από νωρίς έχει αφεθεί στις πινακωτές να φουσκώσει η ζύμη. Το τελικό πλάσιμο δίνει η φουρνάρισσα με δυο-τρεις κοφτές κινήσεις. Τίς αρπάζει με την σειρά του ο φούρναρης, τίς βρέχει με λίγο νερό, και τίς φουρνίζει στον πέτρινο φούρνο που έχει ήδη “μπουμπουνίσει”. Οι λαγάνες βγαίνουν αχνιστές προτού χαράξει και καταβροχθίζονται στη στιγμή…

*


Είναι πια Καθαροδευτέρα. Μέσα στο Κάστρο των Ιωαννίνων. Η φωτιά σιγά - σιγά έχει κάψει και τα τελευταία κούτσουρα. Μια εδώ, μια εκεί, οι μικρές γλωσσίτσες της σβήνουν. Μείναν λίγα κάρβουνα και η στάχτη. 'Ολος ο κύκλος της εστίας γέμισε από στάχτη. Στάχτη πολλή…

Με τις πρώτες αχτίδες της αυγής, κάποιοι που απόμειναν τριγυρνούν μεθυσμένοι ή γέρνουν να αποκοιμηθούν επιτόπου. Η μυτερή κορφή -ψηλά- του μιναρέ, από το Ασλάν Τζαμί της πόλης, σχίζει τον χαραγμένο ήδη ουρανό πάνω από την γαληνεμένη λίμνη. Φώτισε… Ο γιαννιώτης ποιητής Γιωσέφ Ελιγιά (1901-1931) θα ψάλλει:


"Πως μου θαμπώνετε τον νου
Πανάρχαια μεγαλεία
Φεγγοβολιές οράματα και
βιβλική μαγεία…"


(στους γιαννιώτες και την πόλη τους “έναν τόπο μ’ αιώνια εφηβεία”… - aναζητώντας τον nicola)


6 σχόλια:

Αθήναιος είπε...

"Ο γιαννιώτης ποιητής Γιωσέφ Ελιγιά".

Γιαυτό σε αγαπώ.

το θείο τραγί είπε...

Είχα απιθώσει και έναν του στίχο εδωδά.

Γι' αυτούς πάλι που θα ανατρέξουν στις βιβλιοθήκες δίνω και την παραπομπή στον τόμο του 1957 της Ηπειρωτικής Εστίας (σ. 458).

provato είπε...

αδελφέ μου, καλή σαρακοστή!

μπε μπεεε

:-))

nicola beerman είπε...

Καλησπερα θειο!!!(ετσι προσφωνουν οι πιτσιρικαδες ολους τους μεγαλυτερους στα Ιωαννινα)
Ημουν το τετραημερο στην πολη των ασημουργων(οπως και περυσι).Φετος μια ιωση δεν αφησε να χαρω τις τζαμαλες οπως επρεπε.Μερικες μερες πριν μια ''ιωση''μου κατεστρεψε το blog.Να 'σαι καλα για το ποστ.θα'θελα μοναχα να προσθεσω οτι στα Γιαννενα (οπως φανταζομαι και σε αλλες πολεις)τις Αποκριες γινεται τρικουβερτο γλεντι στις τζαμαλες ΧΩΡΙΣ να υπαρχει οικονομικη εκμεταλλευση(βλεπε ''καρναβαλι Πατρας'').

το θείο τραγί είπε...

Περαστικά nicola. Mη νομίζεις και γώ την ψιλοάρπαξα. Θα μπορούσα, βλέπεις, αντ' αυτού να χαζεύω τις ανεμώνες στις δυτικές κλιτύες του λόφου των Νυμφών και του Φιλοπάππου. 'Ομως εγώ προτίμησα τις τζαμάλες.

Meee Meeeee! προβατάκο, είσαι... συγκινητικός. Πόση καρδιά σε μία σου λέξη, αδελφέ μου...

Καλή σαρακοστή αντεύχομαι...

Τίποτα είπε...

Τα Γιάννινα...μεράκι και μαράζι για τους ξενιτεμένους. Νάσαι καλά.