Κυριακή, 14 Μαΐου 2006

παίζων (ή, άραις, μάραις, κουκουνάραις)...


για την Ελένη, ξανά και ξανά, πάλι και πάλι

Είχα ανήσυχον ύπνο. Στριφογυρνούσα στα στρωσίδια. 'Οπου νά 'ταν ξημέρωνε. Πολλή υγρασία, μάνα μου. Μάης! και τί μ' αυτό; Κλωθωγύρναα όλο προσέχοντας μη βλάψω το νεαρό βλαστάρι στο πλάϊ μου.
Μόρθε λίγο μετά τα μεσάνυχτα με τα ροδαλά της τα μάγουλα, μικρή, και τις τσέπες γιομάτες λεμονανθούς, που ετίναξεν στην παστάδα. Μόδειχνε το όργανό των πόσο μεγάλο είναι. Και το οσφραίνομαν. Λίγο κοκκίνιζε.
Τώρα όλο πρόσεχα να μήν τήνε ξυπνήσω. 'Ητανε για να ρθεί, είπανε, τζελεπή μουσαφίρ απόψε. Θε νά 'σκαγε μύτη από νωρίς. Κι ήρθε.
Θάταν την ώρα που σ'κώθηκα να κατουρήσω π' ακούστηκαν τα σκυλιά να σκούζουν. Και φασαρία στην είσοδο. 'Ηταν αυτός.

Με το που τον αντίκρυσα αργότερα, χάζεψα το γερτό του καπέλο και το πρόσωπο με το βλέμμα στρεβλό, σάμπως μεταβαλλόμενο στη ροή ενός δικού του χρόνου. Αφαιρώντας από πάνω του έτη, θλίψεις και βάσανα, ήταν, έβλεπα, ήταν ίδιος, όπως νεαρός στο ρασάκι αγένειος, τότε που από το παραθύρι του δεσπότη γύρευε το νιό κορίτσι απέναντι. (Να ματαδεί ζητούσε στανικώς τη γειτονοπούλα. Σ' αυτήν και γι' αυτήν κατόπιν θα έγραφε: «αποτελείτε το είδωλον της λατρείας μου και την ελπίδα του μέλλοντός μου»)...

Δεν μίλαε πολύ. Λίγο τ' αχείλι μόνο κρυφά έσουρνε. Και στον κα[η]φέ με τον καημό μονολόγησεν:
«Θέλω το δύστυχο κι' εγώ στο σπήτι μας να πάγω,
θέλω στης μάνας το πλευρό λίγο ψωμί να φάγω,
βαρέθηκα τα ξένα».

Μετά το φαγητό ζήτησε σοροπιαστόν μπαμπά. Σα να γαλήνεψε. Και κοίταζε την ροδαλή ομορφιά (αυτήν που μού βάστηξεν συντροφιά κείνη κιόλας τη νύχτα). 'Εγειρε και σα να της ψιθύρισε στ' αυτί: «Να επισκεφθώ την Κύπρον»... ή, ίσως να είπε: «άρχισε να κάμνη κρύο, ψυχή μου. 'Ελα να πάμε»...
Εκτός από τον μπαμπά της ζήτησε, παίζων, και έτερο του κουταλιού γλυκό' σταχειλάκι.


[Πάνω σε μιά πρόταση του Μισέλ Φάις. Δημοσιεύτηκε στο Hotel memory μαζί με μια φωτογραφία καμωμένη από τον ξενοδόχο.]

Δεν υπάρχουν σχόλια: