Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2006

ανέρως



(ΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ, ΒΡΑΧΥΣ)


νίκωνος του φιλοκτήτη


Την κοπάνισα. Κι ήμουν πάλι ατός μου, με το μάτι ριγμένο κολλημένο έξω απ' τον δρόμο, να κοιτώ ακριβώς στις άκριες, τις θημωνιές του αγρού στα δεξιά.
Βάδιζα σύμφωνα με το ρεύμα κυκλοφορίας. 'Οταν θα επέστρεφα, ήξερα, θα προτιμούσα πάλι την ίδια μεριά, αντίθετα, τότε, απ' το ρεύμα κυκλοφορίας. 'Εβλεπα τ' αμάξια να περνούν δίχως να σταματούν. 'Εβλεπα και τα ξεραμένα χορτάρια να περνούν, μα να μή χάνονται πίσω μου. Μόνο δύο αθάνατοι ήρθαν και έφυγαν. 'Ηταν στην εποχή τους. Επρόβαλε στητός ο ανθοφόρος τους βλαστός. Υπερμεγέθης, υπέρογκος, με την κυρτότητα στο σχήμα των φαλλών' δώδεκα πόδια ψηλός, δώδεκα ίντσες παχύς. 'Ολος σφρίγος ήτανε κι όλο ζωντάνια. Κι είχε χρώμα πράσινο το βαθύ. Σπαργή. Κάτω απ' την κορφή δεξιά κι αριστερά είχε κιόλα πετάξει τα πρώτα του άνθη. Τα ιδιόμορφα κείνα ταψάκια με τ' άνθη του:
Μικρά μπρατσάκια που απέληγαν σάμπως σε βούρτσες από σαρκώδη σώματα, όμοια κεράκια, κίτρινα πολύ, γεμάτα γύρη. Στην κορφή ο βλαστός δεν είχε ξεφλουδίσει ακόμη ενώ το όνειρο που υπέβαλλε ήταν ικανό για να μού σηκωθεί… Κι έτσι τού μίλησα. Ο όλισβος κάτι απάντησε και στην δευτερολογία του ξεστόμισε τούτο το τρομερό: - Θα καταλάβεις, όταν αναλογισθείς γιατί είναι σπουδαίο να βαράς πέναλντυ σε ωραίους τερματοφύλακες.



(Μικρή συμβολή στη λογοτεχνία του δρόμου, ήτοι σκοτεινοί, ατελέσφοροι, γελοίοι έρωτες του καλοκαιριού).

[Στο αλλόκοτο Hotel memory, εικονογραφείται επάξια από την αιθερία Μυρτώ Δεληβοριά.]

Δεν υπάρχουν σχόλια: