Κυριακή, 16 Ιουλίου 2006

έ ϊτς Μέμορη



Columbarium ή, έστω Αντέρως, καίριον


σ' εκείνους τους/τες ενοίκους που εις έτι διψούν
τούτο το καλοκαιράκι
μα πρώτα απ' όλους για σένα




Είπες: - Ακολούθα με!

- Τραβώ γι' αλλού, είπα.

Βγήκα με τα καράβια στη θάλασσα
να γυρέψω τη δροσιά στα πέλαγα
τα γαληνιόντα. Κι έπαψαν να μάς χωρίζουν.
Μάς ενώνουν.

Γύρεψα
Να φύγω από τον τόπο μου
Να φύγω από την πετρώδη γή μου μακρυά.
Να φύγω από σένα.

'Οχι πια Οδυσσέας. 'Οχι. Δεν με περιμένουν
εκπλήξεις πιά. 'Ο,τι ήτανε να 'ρθεί, ήρθε.
'Ο,τι ήταν να γινεί, γίνηκε.
Το αφήσαμε στον κλήρο.
'Ο,τι λάχει. Κορώνα - γράμματα.
Γίναμε εμπόροι κι εμπορευόμαστε τη σάρκα μας.
'Ολα πουλιούνται και αγοράζονται. 'Ολα ανα-
λώσιμα είναι, λαμπαδιάζουν, φλέγονται
Σαν τα φλεγραία πεδία.

Πήρα κι έστησα τις πέτρες
τη μιά πάνω στην άλλη.
Ετούτη πως
κάπως παράταιρα εξέχει. Την άφησα ως έχει.
Εις μνήμην.

Βάλθηκα έπειτα καταμεσής του θέρους
τις πλάκες να σηκώνω.
Τη μιά μετά την άλλη.
Κόκκαλα σαλεύουν και κρανία
ομιλούντα βλέπω.

Στέκω χωλός, κουτσός να σέρνομαι
πάνω σ' ένα πατίνι καθιστός χαμαί
με τα χέρια κωπηλατώ
στα χέρια τ' άρβυλα φορώντας.

Και στον εσπερινό
μόλις το δείλι έρθει
-πώς γνωρίζουν-
τα χελιδόνια όλα
λάμνουν
θρασύτατα
αλήτικα
σχίζουν μία πάνω
μιά κάτω τα στενά σοκάκια.
Πάνε έρχονται στριγγά.
Τις αρχαίες συνοικίες
κατοικώντας
αφυπνούν
ό τι περί λύχνων αφάς.

Τον ρυθμό της ταραντέλλας
τα λιόδεντρα συντρέχουν
με πλοκάμους πεταχτούς
γεροδεμένα οπλισμένα
καλοκλαδεμένα φοινικιές
κάνουν το βλέμμα να κοχλάζει
στα βλέφαρα έκνομο
να πλαταγίζει.

Ce mila, mila dodeca
citonia decatria


::::::::::::::::::::

Ο θεός φιδοσέρνεται στον έρημο ναό του.
Τι η Σίβυλλα απομίλησε.
Περιστέρα τα ενδότερα
φυλάσσει. Στα ενδότερα ενοικεί.
Με περιμένει.

- Εδώ να 'ρθείς, στη Ρώμη,
τον Χριστό φαντάρο για να δείς... Re.


Κατόπιν
Διεπέτασα προς σέ
τας χείρας μου
.

Κι ενώ εσύ κοιτούσες τον θείο Αντωνίνο Πίο
εγώ κοιτούσα εσένα.

'Οτι
η ψυχή μου ως γη άνυδρός σοι*...





____________
* το «σοί» θέλει να πεί «για σένα».




[Πάνω σε μιά πρόταση του Μισέλ Φάις. Δημοσιεύτηκε στο Hotel memory, συνοδευόμενο από ένα εικαστικό της Μαριλ. Ζαμπούρα.]

5 σχόλια:

polyvios eupatridis είπε...

και είπα ότι σε έφαγε η μαύρη θάλασσα. καλώς μας ξεβράστηκες και πάλι.

Saccaniam είπε...

ΦΙΛΕ ΜΟΥ ΤΥΧΑΙΩΣ ΣΑΣ ΔΙΑΒΑΣΑ
ΚΑΙ ΔΑΚΡΥΣΑ
ΚΑΤΑΡΧΗΝ ΜΟΥ ΘΥΜΙΣΑΤΕ ΤΑ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΑ ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΑ ΜΟΥ ΝΙΑΤΑ
ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΔΕΥΤΕΡΟΝ ΦΕΡΑΤΕ ΠΑΛΙ ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΜΟΥ ΕΝΑ ΣΚΥΦΤΟ ΓΕΡΟΝΤΑΚΙ ΠΟΥ ΕΤΥΧΕ ΦΟΙΤΗΤΗΣ (ΦΕΥ!) ΝΑ ΓΝΩΡΙΣΩ ΚΑΠΟΤΕ

ΤΟ ΓΕΡΟΝΤΑΚΙ ΟΝΟΜΑΖΟΤΑΝ
ΠΑΟΥΝΤ

ΕΖΡΑ ΠΑΟΥΝΤ

northaura είπε...

αυτά είναι καλοκαίρια, εζραϊνά

Γεώργιος Χοιροβοσκός είπε...

Νωρίς το πρωί μου τηλεφωνούν απο το ξενοδοχείο "Πλάκα", Καπνικαρέας 7 και Μητροπόλεως 47, πώς με ζητά ο Κύριος Πάουντ.

Συναντιόμαστε...

Κατόπιν
Διεπέτασα προς σέ
τας χείρας μου.


Του πιάνω συγκινημένος τα χέρια, κρατάει και αυτός τα δικά μου σφιχτά, και κοιταζόμαστε κατάματα ώρα πολλή.[...]Εχω μπροστά μου ένα λαβωμένο ζώο που το έπιασε η τσάγρα της κοινωνίας και, επειδή δεν μπόρεσε να το μερέψει, το αχρήστεψε.

Οτι
η ψυχή μου ως γη άνυδρός σοι*...

Ωστόσο η ψυχή σηκώνει ακόμη κεφάλι.

H συνάντηση του Ζ.Λ. με τον Εζρα Πάουντ,τον Θείο Τραγί και τον Χειροβοσκό...

παπαρούνα είπε...

εξαιρετικό