Πέμπτη, 26 Απριλίου 2007

συναγωγή



[είτε συμπίλημα]

για τον έτερον 'έρωντα' και 'μπαρμπα-Γιαννιό'






*



ετοιμασία των χελιδονιών η παραλογή
άπεφθες ανεβαίνουν οι μέρες με τον σταματημένον ήλιο στα μάτια
παραμυθία και φθάνει απηλιώτης πρόχορος ο ασβέστης με το λουλάκι στις κώμες


Γεννήθηκα στα 1854/1851. Αύγουστο. Στην Τήνο. Πύργος το χωρίον μου. 'Hμουν καλός στο λάξευμα της πέτρας. Δούλεψα το μάρμαρο. Με το εργόχειρό μου στράβωνα όποιον μού γυρεύε και 'γώ δεν ξέρω τί. Ο ήλιος πλούσιος στο λευκό νησί. Θυμάμαι. Ασβέστης.

είδες τις γυναίκες τα πρωινά να σηκώνουν τα μάγια οίκους επί τα χείλη έτσι τα μελίσσια φτάνουν στους κορμούς
λικνίζονται τα κίτρα πως οι άγαμες θα βυζάξουν τα λουλούδια


Είδα την κορασιά και στραβώθηκα. Ο ήλιος. Η ώρα τση. Η ομορφιά της. Αστροπελέκι. Γύρεψα τον κόρφο της.

η λυτή είδε τους ανέμους δεμένους τώρα κρουσταλλιάζουν τα ιδώματα

αγγέλιασμα το κεφαλοπάνι τα νηστικά μάτια


Τρελάθηκα. Με στείλανε στους Κόρφους. Κι ήμουνα νιός ακόμη. Χρόνους έμεινα σώκλειστος. Δεκατέσσερεις.


*


απόταχο το πεφταστέρι στα μάτια ως τα νεκρά άλογα τόση ασπράδα τα κόκκαλα
έτσι φτερούγισε η έγνοια


Εμπνεύστηκα πολλά έργα από 'κείνην, αλλά βρισκόμενος συχνά σε άσχημες στιγμές τά 'σπαζα και τά 'κανα κομμάτια... *

το φεγγάρι αιματοσταλάζει τις γενεαλογίες αιχμάλωτες στ' αερικά
και στις αλυκές οι αποκρισάρηδες ξεδιαλέγουν τα κρίματα

πώς γύρισε η μέρα τον ήλιο ο κουρνιαχτός από το πέσιμο ανεβαίνει



*


Νεαρούλης κατατηξίτεχνος, σπουδαγμένος στας Ευρώπας (Μπαυαριά) εν έτει σωτηρίω 1873. 'Αριστος. Υπότροφος. Είτα ελωλάθη, ως είπαν.

το στρουθί δακρύζει λαλητής και απολησμονιάρης
ο νηστικός φθάνει στην καρδιά ξεκίνησε τ' αλάτι ατέλειωτο και τον κελαδισμό


Από το τρελοκομείο βγήκε "ως εκ παστάδος προελθών,.. φρέσκος, καινούργιος και τραγικός, με ένα θείο ενθουσιασμό διονυσιακού τράγου" (Τσαρούχης, 1964).

προσμένει τα κοράσια φοβούνται όταν βλέπουν τον αναδρομάρη
οι άλλοι διώχνουν τις ξωθιές και το μυστικό πληγώνει τον ανήσκιωτο
όταν πλαντάζη στ' αναφιλητό αμολόγητος την ανάληψι των δέντρων να θυμίζη


'Εφαγα ξύλο... πίσω στο νησί, σαν γύρισα. Μόνος, έβοσκα πρόβατα. Μεγάλος πια κι όμως έτρωγα ξύλο. Φώναζαν: Μακρυά ο τρελλός απ' τα κορίτσια...

η γητειά παγίδεψε τα πουλάκια στο χοροστάσι



*


κεχαριτωμένος τρύγισε το χάδι του πεινασμένου τ' αγριομέλι στις στράτες
των ματιών ψαύει τις άπλαστες αστραπές στις πέτρες ασύλητος


Δαιμονισμένος, συνομιλούσα με τις σκιές μου. 'Ενας απόκρυφος παγανιστής. Είτα δούλευα ξανά το, χάραζα εδώ και 'κεί το σκοτάδι που είδα. Κι όταν μού έπαιρναν ένα πρόβατο επί σφαγήν, γύρευα και το φώναζα με τ' όνομά του σ' όλες τις ραχούλες του νησιού. Ποιμένας στην τρέλλα μου.

θυμός ιερός το χώμα η παρθένα διαβαίνει έλκονται τα πέρατα
ώς τους εξώτερους η απαλλαγή απ' το χάος ύστερα θυμάται τους αδελφούς άθαφτους
ο πόνος φίλος και συνέκδημος του πατέρα και κίνησαν οι μορφές στα μαρμαρένια αλώνια


- Ο Πόνος είναι άντρας. Τί ξέρεις εσύ από πόνο; *

εκεί στα περιβόλια ιλαρός και αναβαλλόμενος τί τα πετροβολήματα και τί μακρύς ο λώρος
όλες οι χαρές όλα τα μυστικά ως άγγιξε ο πρόδρομος ο άγιος ο κυνηγός


Λεφτά δεν έβγαλα ποτές μου. Κι ούτε μού μιλούσαν στο χωριό. Ξέρανε για μένα. Σαν ξανάρθα στην Αθήνα γέρος πια, θά 'μουν ογδόντα χρόνων, μού δείξανε κάτι σχέδια του Πικάσσο κι είδα μέσα τους την ελληνική γραμμή. Χαμογέλασα ευχαριστημένα.

στις πέτρες σώζεις τις θαλάσσιες αγωνίες ουράνια κύησι



*


ρίγος και προσφορά ιλαστήριος η ομόρριζος πίκρα της αδελφής
ζή ο βασιληάς Αλέξανδρος;
ιδού οι περάτες νεύουν εν σιγή ότι ο βασιλεύς ζων και νεκρός αποτελείται την ζεύξιν
όσοι ακολουθούντες εγγύτεροι ότε οίκος αυτόμελος υψοί την προσδοκίαν



*


- Ποιός να με κρίνη εμένα, παιδάκι μου... *

η ορτυκομάννα διαβαίνει
το σκήνωμα μηνάει γύρω γύρω η θάλασσα
βρέχει
και στις συνάξεις διηγούνται την αποδημία είδησι καλή


Στον 'Αδη κατέβηκα ζωντανός. Και ξαναγύρισα. Τα σώματα έκτοτε δούλευα από μνήμης. Χάραζα και στους τοίχους απάνω. Χαρτί δεν είχα.

δίψασε το ποταμάκι απ' αθάνατο νερό




ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ ΤΩ ΘΕΩ ΔΟΞΑ


'Ω! ας ήμην ακόμη πτωχό βοσκόπουλο εις τα όρη...





---------------------
i. Στην κόψη, οι τριανταπέντε στίχοι συναγμένοι γύρω από την στάση: Νήψις του πατρός ημών Γιαννούλη του Χαλεπά (συλλογή: ακαινοτόμητοι, 1984). Ποιητής ο Β.Ν. Μπόνος, δικηγόρος επί τιμή. Φίλος στην μάταιη τούτη ζωή και τον τιμώ. Το ποίημα αναδημοσιεύθηκε στον συλλογικό για τον γλύπτη τόμο: ΧΑΛΕΠΑΣ, ο Κοσμοκαλόγερος καλλιτέχνης από τον Πύργο της Τήνου (επιμ. Στρ. Φιλιππότη, εκδ. ΕΡΙΝΝΗ, Αθήνα 1999, σσ. 77-79). Κατόπιν περιλήφθηκε στον συγκεντρωτικό τόμο: αυτόμελα (Ταμύναι 2004, σσ. 123-126) στον οποίο έχω αναφερθεί και άλλοτε (ιδές μου τα κατάστιχα [i] & [ii]).

ii. Το παρόνομα ψηλά παραλλάσσει το γνωστό: "Σεβτάς είν' αυτός, δεν είναι τσορβάς...• έρωντας είναι, δεν είναι γέρωντας" ('Ερωτας στα χιόνια).
Την τελευταία επιθυμία εξέφρασε πρώτο το βοσκόπουλο (του ιδίου, 'Ονειρο στο κύμα).

iii. Με αστερίσκο, αυθεντικοί λόγοι του μπαρμπα-Γιαννούλη. Στοιχεία βιογραφικά μαρτυρεί ο Στρατής Δούκας και τράβηξαν την προσοχή της Λιλής Ζωγράφου (περ. Επίκαιρα, 18-10-1968). Για τα υπόλοιπα φρόντισε ο Φιλιππότης.

iv. Η φωτογραφία παρμένη λίγο πριν από το θάνατό του, 15-9-1938. Ιδές την, ολόκληρη, στο συλλογικό τομίδιο, σ. 190. Ενδιαφέρει η εκφραστικότητα των χεριών του παππούλη.

v. Έτος 2007. Έκθεση γλυπτών μετά από πολλά χρόνια σιωπής (σαράντα από κείνην που προηγήθηκε και ογδόντα από το θάνατό του) στην νεότευκτη Ελληνική Γλυπτοθήκη, στου Γουδή. 'Αμε να δείς και το τραγί σου σιμά στον Σάτυρο και τον έρω[τα].


[Πάνω σε μιά πρόταση του Μισέλ Φάις. Δημοσιεύθηκε στα δώματά μου (Ἀσημος Γραφέας) στο Hotel memory.]


Τετάρτη, 25 Απριλίου 2007

Κυριακή, 22 Απριλίου 2007

κατατηξίτεχνος


"όταν διώρθωνε τας επιφυλλίδας του εις την Εφημερίδα, ποίαν ζηλοτυπίαν εδείκνυε δια το ύφος του, επιμελητής καλλωπιστής και εις τούτο, όπως και εις την περιβολήν και εις την ομιλίαν του, καλλιτέχνης 'κατατηξίτεχνος' εις την τέχνην του γραφείου, αυστηρός τόσον δι' εαυτόν όσον και δια τους άλλους δια την ακρίβειαν των γεγονότων και της φράσεως, αληθινός ευπατρίδης των γραμμάτων"...

Με αυτές τις λέξεις σκιαγραφείται ο ιστορικός Κ. Παπαρρηγόπουλος από τους συγχρόνους του. Περιγραφή καμωμένη από τον Δ. Κακλαμάνο και δημοσιευμένη στο π. Εστία (17-5-1891, σ.306) ένα μήνα μετά από τον θάνατο του πρώτου. Την παραθέτει ο Κ.Θ. Δημαράς στην έκδοση ΣΠ10 (Ερμής 1970, σσ. 30-31). -Κι εγώ- την καταχωρώ στο άωρον για το λόγιο κατατηξίτεχνος, λέξη που χαρακτηρίζει την τέχνη του γλύπτη Καλλίμαχου απ' αφορμή κάποιο πλαστικό του.

Ο επιμελητής Κ.Θ.Δ. συμπληρώνει από κάτω (σ.31): "[ο Κ.Π.] Αγαπούσε τα σύντομα επιστολιμαία κείμενα, τα οποία έκλεινε συχνά με ένα πάρθιο βέλος".


Τρίτη, 17 Απριλίου 2007

εγκαύματα 5, 1


νυφιάτικο


Οργωμένο χωράφι

κήπος του ΖΕΝ

εύφορος κληματ[σ]ίδα


Κυριακή, 8 Απριλίου 2007

εγκαύματα 22, 3

ιδιόλεκτον



Κερασιά πλημμυρίδα

τα χείλη σου



---------

[σπουδή πάνω σε έναν αναστάσιμο ασπασμό]



Κυριακή, 1 Απριλίου 2007

για την Μεγάλη Πaνaγιά


Τα ερείπια της Μεγάλης Παναγιάς, κάποιοι στύλοι μόνον και μιά καμάρα πλαϊνής θύρας αναστηλωμένα, θα βρεί ο περιηγητής της παλιάς Αθήνας και επισκέπτης των πασχάλιων αργιών, στην συμβολή των οδών Αιόλου, Αδριανού και Πανός.

Την κεντρική αυλή της πάλαι ποτέ Βιβλιοθήκης του φιλέλληνα Ρωμαίου αυτοκράτορα Αδριανού και μία λιμνούλα, κατέλαβε από τον 5ον μ.Χ. αιώνα το τετράκογχον με τις χαριτωμένες κόγχες του, εις έτι γραμμένες στο δάπεδο.

Τον 12ο αιώνα την θέση ήδη κατείχε η βασιλική της Μεγάλης Παναγιάς. Πρόκειται για σημείο μέσα στην πόλη άγνωστο στους πολλούς, αν όχι και στους ίδιους τους αρχαιολόγους!

Στην παλαιά μητρόπολη της Μεγάλης Παναγιάς ιερουργούσε ο επίσκοπος Μιχαήλ Χωνιάτης (12ος αι.), όπως καταγράφω στο αρχικό κείμενο, την επίστεψιν. 'Εστεκε ολόρθη μέχρι την καταστροφή της από πυρκαϊά, που την έπληξε τα νεώτερα χρόνια, του νεοπαγούς ελληνικού βασιλείου, εκεί λίγο πριν λήξει ο προπαρελθών (19ος) αιώνας, οπότε κατεδαφίστηκε.





Εγώ; Πιάνομαι από τα κάγκελα ένα γύρω του χώρου και την κοιτώ με τις ώρες. Απ' όλες τις πλευρές.



-------------
1. Συμπληρώνεται το παρόν post με το εξώφυλλο του 112ου τεύχους του περιοδικού Οδός Πανός. Η φωτογραφία είναι του Ferdinando Scianna (όπως σημειώνεται στην ταυτότητα του τεύχους) και προσομοιώνει μιάν εικόνα από την επίστεψιν. Μελέτησέ την και θα δείς. Να γιατί θα ήθελα να συνοδεύει την διαδικτυακή της παρουσία.

2. Το εν λόγω κείμενο εγράφη με περιηγητική διάθεση και είναι εξαιρέτως αφιερωμένο. Το είδες. Το έναυσμα δόθηκε από τον ξενοδόχο και γνωστό
επιμελητή εκδόσεων Μισέλ Φάϊς. Την αρχή έκαμε ο συγγραφέας και ποιητής Νίκος Δαββέτας (βλέπε εκειδά το Πορφυρό Δωμάτιο). Η επίστεψις ήδη πέρασε στα κατάστιχά μου, ως 'Aσημος γραφέας, στο Hotel Memory. 'Ολα τα κείμενα αυτής της συγγραφής φέρονται στοιχειωμένα από μιάν νοητή γραμμή. Ακολούθησέ την.


3. Το συγκεκριμένο 112ο τεύχος, πέραν του συμβολισμού που το συνοδεύει ως τίτλος (θυμήσου την πεφιλημένην Οδό του Πανός, όπως ρητώς εκειδά ομολογώ) έτυχε και διαδικτυακής παρουσίας. Αναφέρομαι στον ιστοτόπο του ερασιτέχνη(;) Χρήστου Δημάκη με το γνωστό του μεράκι.

Αλώνισε κειδά, και θα βρείς εκτός από τον πίνακα με τα περιεχόμενα, κάποια από τα κείμενα επιπλέον του τεύχους. Μα και άλλα τεύχη, πολλά. Αξίζει επαίνων ο Χ.Δημάκης (από το ΑΠΘ).