Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2012

το ραβδί του Αχιλλέα


"Μέθυσε, που έχεις αυθάδειαν μεν κυνός, δειλίαν δ' ελάφου. δεν τολμάς ποτέ εις την καρδίαν σου ούτε με τους στρατιώτας να οπλισθής διά μάχην, ούτε με τους αρίστους των Αχαιών να υπάγης εις ενέδραν∙ διότι αυτό σού φαίνεται ότι είναι χάρος. βέβαια είναι πολύ καλλίτερον εις το εκτεταμένον στρατόπεδον των Αχαιών να αφαιρής τα δώρα από όποιον σού αντείπει (230) δημοβόρος βασιλεύς! διότι κάμνεις τον βασιλέα μεταξύ ουτιδανών∙ διότι (αλλέως) αληθώς τώρα διά τελευταίαν φοράν ήθελες κακουργήση. αλλ' ορθά κοφτά θα σε ομιλήσω και επάνω εις αυτό θα κάμω μέγαν όρκον∙ ναι μα το σκήπτρον τούτο εδώ, το οποίον βέβαια ποτέ δεν θα βγάλη φύλλα και κλαδιά, αφού δα άπαξ έχει αφήση εις το βουνό τον κορμόν, ουδέ θα ξαναβλαστήση∙ -διότι φυσικά ο χαλκός τού περιέκοψε τα φυλλά και τον φλοιόν∙ τώρα δε πάλιν το βαστούν εις τα χέρια οι υιοί των Αχαιών οι δικασταί, οι οποίοι εν ονόματι του Διός σώζουν τους νόμους∙ - αυτό δε θα ήναι για σένα ο μέγας όρκος∙ αληθώς θα επιθυμήσουν καμμιά φορά όλοι ανεξαιρέτως οι Αχαιοί τον Αχιλλέα (240)∙ τότε δε καθόλου δεν θα ειμπορέσης, όσον και αν λυπήσαι, να (τούς) βοηθής, όταν πολλοί φονευόμενοι υπό του ανδροφόνου Εκτορος πίπτουν∙ συ δ' ενδομύχως θα τρώγης την καρδίαν (σου) από λύπην, διότι δεν ετίμησες τον άριστον εκ των Αχαιών". (Α 225-244)



Απόλογος του χολωμένου νεαρού Αχιλλέα προς τον μεγάλο βασιλιά, στο εναρκτήριο της Ιλιάδος επεισόδιο.


Στο ως άνω ομηρικό απόσπασμα, ωστόσο, απαντούμε τα «άστοχα ερωτήματα» ή το «σχήμα του αδυνάτου»... (αφού, να βγάλει φύλλα και κλαδιά ένα σκήπτρο-ραβδί, το οποίο έχει κοπεί από το δέντρο, είναι των αδυνάτων αδύνατο!) μοτίβα ατόφια διασωσμένα ανά τους αιώνες μέσα στο δημοτικό μας τραγούδι, που τόσον εξαίσια έψαλλε η κυρά-Δόμνα Σαμίου (ίδε κατωτέρω).

[στο πρωτότυπο το ομηρικό χωρίο έχει ως εξής:]

"οινοβαρές, κυνός όμματ' έχων, κραδίην δ' ελάφοιο,
ούτε ποτ’ ες πόλεμον άμα λαώ θωρηχθήναι
ούτε λόχονδ' ιέναι συν αριστήεσσιν Αχαιών
τέτληκας θυμώ∙ το δε τοι κηρ είδεται είναι.
η πολύ λώιόν εστι κατά στρατόν ευρύν Αχαιών
δώρ' αποαιρείσθαι, ος τίς σεθεν αντίον είπη.
δημοβόρος βασιλεύς, επεί ουτιδανοίσιν ανάσσεις∙
η γαρ αν Ατρείδη νυν ύστατα λωβήσαιο.
αλλ' εκ τοι ερέω και επί μέγαν όρκον ομούμαι∙
ναι μα τόδε σκήπτρον, το μεν ού ποτε φύλλα και όζους
φύσει, επεί δη πρώτα τομήν εν όρεσσι λέλοιπεν,
ουδ' αναθηλήσει∙ περί γαρ ρα ε χαλκός έλεψε
φύλλα τε και φλοιόν∙ νυν αύτε μιν υίες Αχαιών
εν παλάμης φορέουσι δικασπόλοι, οι τε θέμιστας
προς Διός ειρύαται∙ ο δε τοι μέγας έσσεται όρκος∙
η ποτ' Αχιλλήος ποθή ίξεται υίας Αχαιών
σύμπαντας∙ τότε δ' ού τι δυνήσεαι αχνύμενός περ
χραισμείν, εύτ' αν πολλοί υφ' Εκτορος ανδροφόνοιο
θνήσκοντες πίπτωσι∙ συ δ' ένδοθι θυμόν αμύξεις
χωόμενος, ο τ' άριστον Αχαιών ουδέν έτισας".


οινοβαρές = μέθυσος. λέγεται και οινοβαρείων, το οποίον ως μετοχή δεν σημαίνει την ιδιότητα διαρκή, όπως το επίθετον, αλλά σημαίνει τον εν μιά στιγμή υπό οίνου βεβαρημένον.
κυνός = αδιάκριτος, αναίσχυντος. Ο κύων εις τους ανατολικούς λαούς ήτο σύμβολον της αναιδείας, όθεν και παρά τοις 'Ελλησιν κύων ήτο υβριστική λέξις.
έλαφος = ήτο σύμβολον της δειλίας, ως παρ’ ημίν ο λαγός. – Ταύτα δε λόγοι εξάψεως, διότι ο Αγαμέμνων ήτο ανδρειότατος∙ Η 162, 180, Θ 261, Λ 91 κ.εξ.
θωρηχθήναι εκ του θώρηξ γίνεται θωρήσσωομαι = θωρακίζω, και έπειτα εν γένει = οπλίζω –ομαι.
λόχος παράγεται εκ ρ. λεχ (λέχος, λέκτρον, λέγω = πλαγιάζω) και σημαίνει τον τόπον εις τον οποίον χώνεταί τις ενεδρεύων, έπειτα και την πράξιν της ενέδρας, χωσιά, και το στίφος των ενεδρευόντων, όθεν παν ωπλισμένον πλήθος λέγεται λόγος. Εις ενέδραν επήγαιναν οι ανδρειότατοι.
τέτληκας = υπομένω, τολμώ, βαστώ. Η ρίζα είναι τελ (τελαμών) και ταλ (τάλας) και κατά μετάθεσιν τλα, αόρ. α΄. ετάλασσα, β΄. έτλην, μελλ. τλήσσομαι, παρακ. με σημασ. ενεστώτος τέτληκα.
θυμώ = τοπική δοτική
το δε = ο δε πολλάκις παρ’ Ομήρω είναι αιτιολογικός, κείμενος όπου περιμένομεν γαρ
κηρ = κυρίως η θεά του θανάτου, έπειτα η μοίρα του θανάτου και ο θάνατος αυτός, τ.έ. μισείς αυτό ως τον θάνατον. πρβλ. Γ 454.
είδεται = φαίνεται. Το ενεργ. είδω είναι άχρηστον, υπάρχει αόρ., είδον ίδον και μέσος ειδόμην ιδόμην, προστ. ιδού, παθ. αόρ. εισάμην. Η ρ. είναι Fιδ, video.
η = αληθώς, πράγματι. Ειρωνικώς λέγεται.
αποαιρείσθαι = αφαιρείσθαι. Η εξ αυτού εξηρτημένη αναφορική πρότασις έχει θέσιν αντικειμένου.
αντίον ειπείν = αντιλέγω
δημοβόρος = εκ του δήμος και βιβρώσκω. λέγεται διά την απληστίαν αυτού.
δημοβόρος βασιλεύς = ονομαστική επιφωνηματική συχνή παρ’ Ομήρω
επεί = αιτιολογεί την λανθάνουσαν σκέψιν: και ημπορείς να ήσαι τοιούτος
η γαρ αν λωβήσαιο = άλλως ήθελες βέβαια διά τελευταίαν φοράν κακουργήση. Εννοείται: ει μη ανάσσοις.
όρκος = κυρίως θα ειπή φραγμός, διότι παράγεται εκ του είργω και κατ’ αρχάς ήτο έρκος. επί – ομούμαι = επάνω εις αυτό θα ορκισθώ, θα το ενισχύσω δι’ όρκου. Το αντίθετον είναι απόμνυμι.
μέγαν = διότι δεν δύναται να παραβιασθή. Πρβλ. 239.
τόδε σκήπτρον = πας αγορεύων εν τη εκκλησία εκράτει το σκήπτρον.
φύσει = θα πετάξη, θα βγάλη. φύω, φύσω, έφυσα, έφυν, πέφυκα, φύομαι
τομήν λελοιπεν = έχει αφήση τον κορμόν, τ.έ. έχει κοπή από του δένδρου.
περί έλεψε = περιέλεψεν. περιλέπω, ξεφλουδίζω
ε = αυτό, δηλ. το σκήπτρον, όπως μιν 237. Το ε και τα φύλλα είναι δύο αντικείμενα του περιέλεψεν, όπως εις τα ρήματα τα σημαίνοντα αφαιρείν, αποστερείν: το μαχαίρι τού απέκοψε τα φύλλα και τη φλούδα.
χαλκός = αντί του εξ αυτού κατεσκευασμένου οργάνου. κατεσκεύαζον δ’ εξ αυτού δόρατα, ξίφη, μαχαίρας, πελέκεις, ούτω και ημείς λέγομεν «δια πυρός και σιδήρου».
δικασπόλος = (δίκη πολέω) ο εις δίκας ασχολούμενος. δικαστής
θέμιστας = νόμους, δίκαιον. Θέμις –στος (θείναι, τίθημι) κυρίως σημαίνει συνήθειαν εκ παραδόσεως καθιερωμένην, έθιμον.
προς Διός = από του Διός, κατ’ εντολήν, εν ονόματι του Διός
ειρύαται = είρυνται = προφυλάττουσι, σώζουσι, τ.έ. επαγρυπνούσιν εις την εκτέλεσιν αυτών.
η ποτ’ Αχιλλήος ποθή κλπ. = είναι ο κυρίως όρκος. Η έννοια του χωρίου 234-244 ελευθέρως αποδίδεται: «να μη με λεν Αχιλλέα αν γυρίσω να σας δω πλειά. Αμ ρουθούνι από σας να μην αφήση ο Εκτωρ δεν με μέλει, εκτός αν βγάλη φύλλα το κομμένο και ξεφλουδισμένο αυτό ραβδί. δηλ. όσον είναι βέβαιον, ότι δεν θα πετάξη φύλλα το ραβδί, τόσον είναι βέβαιον, ότι δεν θα τούς βοηθήση. Αντί της ράβδου σήμερον λέγομεν: λέγε το ως που να δω τον πατέρα μου, ή τη μάννα μου (επί τεθνεώτων) ή και ο Χριστός να καταίβη, εγώ δεν το κάνω».
ίξεται = θα ενσκήψη, καταλάβη. Μέλλων του ικνέομαι.
ποθή = πόθος. Πολλά ονόματα παρ' Ομήρω ή μετ' αυτόν έχουσι δύο τύπους∙ δευτερόκλιτον εις -ος και πρωτόκλιτον εις -η: χόλος χολή, ήχος ηχή, όροφος οροφή.
σύμπαντας = μετ' εμφάσεως ετέθη εν αρχή του στίχου.
αχνύμενός περ = όσον και αν λυπήσαι
ένδοθι = εντός του στήθους
ο τ' = άνευ εκθλίψεως είναι ό τε = ότι τε. Το ι του ότι ουδέποτε εκθλίβεται, το δε ότ' είναι ότε, ώστε το ενταύθα ο τ' δεν είναι ούτε ότι ούτε ότε.




(απόδοση, υπό Α.Ξ. Καραπαναγιώτου (1893), έκδοση βασισμένη στην Ιλιάδα του J. La Roche.)



'Αλλο απόσπασμα από το ίδιο έργο εδωδά. Μικρότερα σχόλια από την Οδύσσεια εδώ, αλλά κι εδώ.



*


Στον αντίποδα, Το πονεμένο στήθος μου, εις μνήμην της αρχόντισσας κυρά-Δόμνας που φτερούγισε προχθές, Σάββατο 10 Μαρτίου 2012, εδωδά, άκουσμα και λάλημα φριχτόν... από την ίδια. Tο κανάλι στο youtube που παρουσιάζει κάτι από τη δουλειά της, εδωδά (το όλον 126 ακούσματα), ενώ το Δ.Σ. του Καλλιτεχνικού Συλλόγου που δημιούργησε η κυρία αποτελείται μόνον από γυναίκες. 'Ο,τι καλόν!



Δεν υπάρχουν σχόλια: