Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2014

κι οι λεπροί



Κάποτε πριν τριάντα χρόνια, θα ήμουνα πέντε χρονών, οι λεπροί της Σπιναλόγκας αιχμαλωτίζουν τη μαούνα που τούς πάει τρόφιμα. 'Εδεσαν τους φύλακες, κάθισαν στα κουπιά. Ζητάνε να πατήσουν πόδι στον 'Αγιο Νικόλαο, εκεί που πήγα με την 'Αλκηστη και τη Λευκή χωρίς να έχω πάει. Στο μουράγιο οι χωροφύλακες, με προτεταμένα τα όπλα, τούς φοβούνται και τούς απειλούν. Οι κάτοικοι, κρυμμένοι στα σπίτια, τούς κοιτούν από τις γλίλιες. Τα λεπρά τους χέρια σκεπασμένα με τσουβάλια, γίνονται ένα με το σάπιο ξύλο της βάρκας. 'Αμορφα στόματα φωνάζουν: δικαιοσύνη.
Ο Νομάρχης έχει κατέβει στο λιμάνι και τούς μιλά από μεγάλη απόσταση. Μια κηλίδα ήλιου στα νερά πεταρίζει όπως η καρδούλα τους. Λεπροί, τί να την κάνουν την ανταρσία; Κι αν ακόμη πετύχει, αν όλοι οι χωροφύλακες εξαφανιστούν ποιός θα τούς δεχτεί; Μιάσματα... Γυρίζουν πίσω στη Σπιναλόγκα, ήσυχα. 'Ο,τι είχε σημασία, ήταν το ταξείδι τους ως την πολιτεία, με τους υγιείς ανθρώπους. Μια αντίστροφη νέκυα, όπου οι νεκροί ανέβηκαν στον πάνω κόσμο.


Γιώργος Βέλτσος, Το έργο ανεβάζεται σ' ολόκληρη την πόλη (έκδ. 'Ικαρος, Αθήνα 1979, σσ. 56-57).

Δεν υπάρχουν σχόλια: