Παρασκευή, 6 Φεβρουαρίου 2015

το διήγημα

'Οταν ο Τζόρτζιο είδε το πρώτο του διήγημα τυπωμένο στην εφημερίδα αγόρασε δύο φύλλα. [...] Η εφημερίδα έμεινε τώρα στο τραπέζι κάτω από ένα άτονο φώς. Ο κύριος Αντόνιο, ήδη με βλέμμα άπληστο, κοίταζε σε μια άκρη του τραπεζιού, το «σταυρόλεξο», που δεν τολμούσε ακόμη να πάρει στα χέρια του. Η κυρία Λουΐζα εξαφανίστηκε, μάλλον πηγαίνοντας στο κρεβάτι. Ο γάτος σηκώθηκε και πέρασε με ένα χασμουρητό πάνω στην εφημερίδα.
"Μα τι παλιόπαιδο. Με κούρασε ενώ ήθελα να διαβάσω κάτι τόσο όμορφο σαν το διήγημά σας", ξανάρχισε ο κύριος Αντόνιο απέναντι στον δύστυχο Πιερίνο. "Σήμερα έκανε ό,τι μπορούσε. Τού αγοράζουμε μελάνι και εκείνος το χύνει πάνω στα καινούργια παντελόνια. Είχε ένα στυλό και άφηνε να τού το κλέψουν στο σχολείο. Δεν κάνει πλέον καμία προσπάθεια. Είναι ανόρεχτος, αφηρημένος. Πόσο πρέπει να ήταν ευτυχείς γονείς οι δικοί σας, με ένα τέτοιο γιό. Αλλά δεν μπορούν όλοι να έχουν αυτή την τύχη. Εκείνος στην «έκθεση» είναι πάντα «ανεπαρκής». 'Εφθασε να πεί ότι «η Ιλιάδα είναι μια ανοησία»".
Εκείνη τη στιγμή το παλιόπαιδο ξαναφάνηκε, με τα μαλλιά αναστατωμένα στο σβέρκο και ριγμένα στα μάτια. Και καθώς δεν τού ξέφυγε η τελευταία πρόταση, ετόλμησε: "Ναί, ναί. Είναι μια βλακεία. Φαντάσου τον Αχιλλέα, από την λύπη του για τον θάνατο του φίλου του, ένας ήρωας, να τραβάει τα μαλλιά του και να σκεπάζεται με στάχτη. Και ο καθηγητής να επιμένει πως εκείνοι οι καιροί ήταν πολιτισμένοι". Και τό 'σκασε, παίρνοντας με σβελτάδα την εφημερίδα που βρισκόταν ακόμη κάτω από το βάρος του τεμπέλικου γάτου, λέγοντας «καληνύχτα» στον Τζόρτζιο και στον πατέρα. Για τη ματαιοδοξία του νεαρού συγγραφέα, επιτέλους λοιπόν, μια μικρή νίκη.
Το ενδιαφέρον εκείνου του παιδιού, που αγαπούσε, τού φαινόταν τώρα πιο ειλικρινές από ό,τι έδειξαν όλοι οι άλλοι. Η Ιλιάδα μια βλακεία και το διήγημά του αντίθετα, το διεκδίκησε από τον αφηρημένο πατέρα, το άρπαξε με βουλιμία τώρα για να το διαβάσει μοναχικά πριν κοιμηθεί. Εκείνος πάντα τό 'λεγε πως η "Τέχνη είναι κάτι αγνό, ένα θείο δώρο, κάτι που το καταλαβαίνουν καλύτερα πλάσματα απλά, όπως τα παιδιά, παρά οι «χοντρο-αστοί»".
Φόρεσε αργά το παλτό, το κασκόλ, τα γάντια, προγευόμενος την εικόνα του Πιερίνο απορροφημένου από την ανάγνωση του δικού του διηγήματος. Πράγματι, μπροστά στο δωμάτιο του αγοριού, από την ησυχία και την ακίνητη σκιά του, καθισμένου στο κρεβάτι, που διακρινόταν πίσω από τα αδιαφανή τζάμια της πόρτας, ο Τζόρτζιο ένοιωθε επιτέλους ασφαλής, σχεδόν ευτυχής που τον αγαπούσαν.
Αλλά όταν μπήκε για να χαιρετήσει βρήκε τον νεαρό του φίλο βυθισμένο στην ανάγνωση ενός βιβλίου, με την εφημερίδα πεταγμένη σε μια γωνιά. Πλησίασε περισσότερο. 'Ηταν ένα βιβλίο του Σαλγκάρι. Πικραμένος ρώτησε καθαρά: "Το διηγηματάκι, δεν το διαβάζεις;".  "'Ω! Το βαριέμαι", απάντησε ειλικρινά το αγόρι με ένα γλυκύτατα προκλητικό ύφος,  "δεν θα πείς πως είναι καλύτερο από τον «Τίγρη της Μαλαισίας», έ; ". "'Οχι, όχι. 'Εχεις δίκιο", αναγνώρισε μελαγχολικά ο Τζόρτζιο. Και δεν μπόρεσε να μη τού δώσει ένα φιλί.


Σάντρο Πέννα, “Το διήγημα”, στο: Λίγος πυρετός (έκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 1986, σσ. 18, 20-22).

Δεν υπάρχουν σχόλια: