Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2015

υπέροχο - ώ μα τί έκτακτο πράγμα


Ού-ού!
(Παύση. Δυνατότερα.)
Ού-ού!
(Παύση. Τρυφερό χαμόγελο καθώς γυρνάει πάλι μπροστά, αφήνει κάτω τη βούρτσα.)
'Αμοιρε Γουίλλι
(εξετάζει το σωληνάρι, το χαμόγελο σβήνει)
πάει σώνεται
plus pour longtemps
(κοιτάζει για το καπάκι)
τί να γίνει, μικρό το κακό
(βιδώνει το καπάκι)
άλλο ένα από κείνα τα παλιά πράγματα
(αφήνει κάτω το σωληνάριο)
ακόμα ένα από κείνα τα παλιά πράγματα
(γυρνάει προς την τσάντα)
απλώς δεν παίρνει γιατρειά
(ψαχουλεύει μέσα στην τσάντα)
δεν παίρνει καμιά γιατρειά
(βγάζει ένα μικρό καθρέφτη, γυρνάει πάλι μπροστά)
ά ναι
(επιθεωρεί τα δόντια στον καφθέφτη)
κακόμοιρε Γουίλλι
(δοκιμάζοντας τα πάνω μπροστινά δόντια με τον αντίχειρα, συγκεχυμένα)
Θεέ μου!
(ανασηκώνοντας το επάνω χείλος για να επιθεωρήσει τα ούλα, ομοίως)
Θεούλη μου!
(τραβώντας προς τα πίσω τη γωνία του στόματος, στόμα ανοιχτό, ομοίως)
έ καλά
(την άλλη γωνία, ομοίως)
όχι χειρότερα
(τελειώνει την επιθεώρηση, ομιλία κανονική)
ούτε καλύτερα, ούτε χειρότερα
(αφήνει κάτω τον καθρέφτη)
ούτε αλλαγή
(σκουπίζει τα δάχτυλα στο χόρτο)
ούτε πόνος
(κοιτάζει για την οδοντόβουρτσα)
σχεδόν κανένας
(παίρνει την οδοντόβουρτσα)
υπέροχο
ώ μα τί έκτακτο πράγμα
(εξετάζει τη λαβή της βούρτσας)
τίποτα σαν αυτό τίποτα

Σάμουελ Μπέκετ, Ευτυχισμένες μέρες·'Ω! Οι ευτυχισμένες μέρες! (έλλ. απόδοση Ρούλα Πατεράκη-Κοσμάς Φοντούκης, έκδ. Το Ροδακιό, Αθήνα 1994, σσ. 8-9).

Δεν υπάρχουν σχόλια: