Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2016

τα αναίμακτα έθιμα


Στη ρήση της [από μηχανής θεάς Αθηνάς] στο τέλος της Ιφιγένειας εν Ταύροις η θεά οικειοποιείται για την πόλη της τη νέα θρησκεία που εισήγαγε η Άρτεμις, θέσπισε ο Απόλλων και επικύρωσε ο Δίας στο έργο. Ο Ορέστης και η Ιφιγένεια προορίζονται να γίνουν αντίστοιχα ήρωας στην Αθήνα και ιέρεια αυτής της θρησκείας στη Βραυρώνα.

Οι λόγοι της Αθηνάς ηχούν σαν προρρήσεις, καθώς η θεά ορίζει αττικά λατρευτικά έθιμα που θα θυμίζουν το μύθο του έργου, όμως αυτές οι τελετές υπάρχουν στην πραγματικότητα πριν από το μύθο: τα λατρευτικά αίτια παίζουν εδώ ειρωνικά το ρόλο των προρρήσεων, αλλά στην ουσία προβάλλουν την ισχύ του μύθου και τη σημασία των “αναίματων” εθίμων.

Το νόμο της Ταυρικής αυτοθυσίας (στ. 35 και 38) αντικαθιστά ο νόμος της εικονικής θυσίας (1458) στις Αλές Αραφηνίδες, όπου το άγαλμα της Άρτεμης θα θυμίζει τη μετάβαση από το μύθο της ανθρωποσφαγής, της καταδίωξης των Ερινυών (1453-6), της περιθωριοποίησης και της αγριότητας στο μύθο της αναγέννησης.

[σημ. 135: Σύμφωνα με την ανάλυση του Vernant [...], η Άρτεμις είναι θεά της ετερότητας και παραστέκει στο τελετουργικό πέρασμα των ανθρώπων από την κατάσταση της αγριότητας στον πολιτισμό της πόλης.]

Το νόμισμα (1471) που θεσπίζει η Αθηνά για την αθώωση του κατηγορουμένου σε περίπτωση ισοψηφίας των δικαστών είναι το έθιμο των αθηναϊκών δικαστηρίων, βάσει του οποίου η θεά αθώωσε με την ψήφο της τον Ορέστη στις Ευμενίδες του Αισχύλου.

Ο κύκλος του μύθου κλείνει στο τέλος της ΙΤ, όπου η Αθηνά επικυρώνει την αθώωση του Ορέστη σε πείσμα εκείνων των Ερινυών που, σύμφωνα με την εκδοχή του Ευριπίδη σ' αυτό το έργο, αγνόησαν τη δικαστική απόφαση και συνέχισαν να καταδιώκουν τον Ορέστη μέχρι και στην παραθαλάσσια σπηλιά της Ταυρίδας.

Στην έξοδο των Ευμενίδων υπερισχύει η πειθώ των λόγων της Αθηνάς, που πρωτοστάτησε στη δίκη του Ορέστη και προπορεύεται στην τελετουργική πομπή με την οποία κλείνει η τετραλογία.

Στο τέλος της ΙΤ ο λόγος/μύθος της θεάς, τον οποίο ο χορός χαρακτηρίζει μάλα [...] τερπνήν κανέλπιστον / φήμην ακοαίσι (1495-6), αποκαθιστά την ισχύ του μύθου και τη σημασία παραδοσιακών τελετουργιών στη νέα θρησκεία που εισηγείται το έργο.

Στη θέση του τέλους της Ορέστειας, που προδίκαζε το ρόλο της αθηναϊκής δημοκρατίας, η ειρωνική θεοφάνεια στο έργο του Ευριπίδη κηρύσσει το απρόβλεπτο των ανθρώπινων πραγμάτων και της στάσης των θεών, στα ίχνη του δημοκρατικού διαφωτισμού. Μετά την απόρριψη των ονείρων και των χρησμών ο Ορέστης αναλογιζόταν ότι πολύς ταραγμός έν τε τοις θεοίς ένι / καν τοις βροτείοις (572-3) [...]

Βαλάκας Κ., «Όνειρα και τραγωδία: Το πρόβλημα των προρρήσεων στην Ιφιγένεια εν Ταύροις του Ευριπίδη», στο περιοδικό Αριάδνη (Επιστημονική Επετηρίδα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης, τόμ. 6ος, Ρέθυμνο 1993, σσ. 138-139). -Πρβλ. το ομόλογο postάκι εδωδά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: