Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2016

την ελευθερίαν να κακουργή εν γνώσει


[…] Το θαύμα όμως δεν γίνεται, ο Γιάννης δεν θεραπεύεται, παρά τα ταξίματα και τα παρακάλια της μάνας. Ο Παπαδιαμάντης δεν φαίνεται να ενοχλείται από αυτά, μένει ατάραχος και μάλλον ικανοποιημένος:

“Πλην φαίνεται ότι αυτός ήτο αρκετά καλά, σχεδόν καλύτερα από πλείστους άλλους, και οι Άγιοι δεν έκρινον ότι εσύμφερε να τού δώσουν εκείνο το οποίον η μάννα του ωνόμαζε «την υγειά του», δηλ. την ελευθερίαν να κακουργή εν γνώσει”. (4.530.3-6)

Σε ό,τι γράφει εδώ ο Παπαδιαμάντης για το γεγονός πως, παρά τις προσευχές της μάνας, ο Γιάννης έμενε καθυστερημένος και μουγγός, διαβάζουμε την ίδια πάντα απαισιόδοξη στάση του για τα ανθρώπινα (το αυτεξούσιο είναι απλώς το θεμέλιο της ενσυνείδητης κακουργίας) και την πεποίθησή του ότι το κακό και ο πόνος θα υπάρχουν όσο υπάρχει και ο κόσμος.

Διαβάζουμε όμως και κάτι περισσότερο, τη βαθιά μεταφυσική πίστη (που συνδέεται με τα δύο προηγούμενα, αλλά δεν ταυτίζεται διόλου μαζί τους) ότι το κριτήριο τού τί είναι καλό και κακό, τί συμφέρει τον άνθρωπο (με την ευαγγελική έννοια του ρήματος, βλ. Μτ 5,29-30), το κατέχουν οι άγιοι, εκείνοι δηλαδή που μπορούν να κρίνουν ασφαλώς τί οδηγεί στη σωτηρία και τί στην απώλεια. Δίχως αυτήν την πίστη, η στάση του Παπαδιαμάντη απέναντι στη δύστυχη μάνα και το άρρωστο παιδί της μπορεί να κριθεί ως ανάλγητη.

Μια μέρα ο Γιάννης θα κάνει και εκείνος ό,τι έκανε πάντα, θα μπεί σε ένα ξωκκλήσι, θα ανάψει κεριά και καντήλια και θα πιάσει να ψάλλει. Αυτή τη φορά όμως έχει μάρτυρες, το Μαλαμώ του μπαρμπα-Δημητρού και τον άντρα της τον Γιώργη του Πολύζου, που έχουν φτάσει στο Χριστό στο Κάστρο για άλλο λόγο και ακούνε να βγαίνει από μέσα μια άρρυθμη ψαλμωδία, ένα βουητό. Δεν μπορούν να διαπιστώσουν τί πραγματικά συμβαίνει, γιατί η πόρτα είναι μανταλωμένη από μέσα:

“Απ' όλον τον ακατάληπτον βόμβον του ήχου του ακουομένου, η ακοή των αίφνης διέκρινε δις ή τρις τας λέξεις: «Χριστός Ανέστη»”. (4.533.14-15)

Επειδή οι μάρτυρες είναι ευλαβείς -«η Μαλαμώ [...] ήτο απαράμιλλος εις την θρησκευτικήν ευλάβειαν» (4.531.14-15)-, θα αρχίσουν να έχουν τις απορίες των ευλαβών: πώς είναι δυνατόν να ψάλλεται το «Χριστός Ανέστη» ενώ «τώρα πέρασε το μεσοσαράκοστο» (4.533.16-17) -ήταν πράγματι Σάββατο της Δ΄ των Νηστειών-, ή μήπως αυτός που ψάλλει είναι καθολικός και έχει κάνει ήδη Πάσχα; Η απορία θα λυθεί: «Ήτο τω όντι ο Γιάννης του Λέκα» (4.534.1), όπως είχε υποθέσει ο Πολύζος:

“Ο Γιάννης είχεν ανάψει στα μανάλια όλα τ' απόκηρα, όσα είχεν ευρεί εκεί, είχε χύσει το λάδι από τα κανδήλια, είχε κενώσει όλον το λαδικόν, που ηύρεν εις το ερμάρι της βορειοδυτικής γωνίας, και είχε κατορθώσει να ανάψη ως πυροφάνι μόνον δύο καντήλια εκ των επτά ή οκτώ των προ του Τέμπλου και του προσκυνηταρίου, και ηυφραίνετο ψάλλων το «Χριστός Ανέστη», όπως αυτός ήξευρεν. Είχε βαρεθή την Σαρακοστήν, επόθει το Πάσχα, και ήρχισε να το προεορτάζη”. (4.534.7-13)

Ο βλαξ και μογιλάλος προετοιμάζει την Ανάσταση και ψάλλει τον θούριό της ευφραινόμενος! Ήξευρεν καλώς. [...]

Σταύρος Ζουμπουλάκης, Ο στεναγμός των πενήτων. Δοκίμια για τον Παπαδιαμάντη (έκδ. ΠΕΚ, Ηράκλειο Κρήτης 2016, σσ. 69-70), σχολιάζοντας το διήγημα «Το Χριστός Ανέστη του Γιάννη», άρθρο δημοσιευμένο στην Νέα Ευθύνη το 2011.- Πρβλ. κι εδωδά, στα καθ' ημάς, το σμικρό κι όμως τόσο σημαντικό ποίημα του πολύ Β.Ν. Μπόνου για τον όντως μεγΑλέξανδρο της καθ' ημάς Ανατολής!

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016

στα 1890 παραμονή Xριστούγεννα


«[...]

- Πώς θα περάσουμε χωρίς εκκλησιά τέτοιες μέρες!
Αυτός ο λόγος επέταε στα στόματα όλων κι' αυτός ο λόγος άναφτε μέσα τα σπλάχνα μας. Οι τούρκοι είχαν γίν' άφαντοι την αυγή τούτη. Εφοβήθηκαν από ταραχές. Γιατί κι' όλοι μας, δεν ακαρτερούσαμαν, παρά ταραχές.
- Τα χωριά δε θά λά το νταγιατίσουν.
Έλεγαν άλλοι.
- Εκκλησιά πουθενά δε θά λ' ανοίξη με το στανιό, αν είμεστε Χριστιανοί κι' αν έχουμε Πατριάρχην. - Τα χωριά αρματωμένα θαρθούν μέσα στα Γιάννινα να φοβερίξουν.
- Από την Πόλη θά λ' αρχινήση ο χαλασμός, αν θά λ' αρχινήση.
Τέτοιες κουβέντες ελέγονταν, ως που σίμωσε το γιώμα. Κι' όλοι μας δεν καρτερούσαμε πλιά τώρα παρά χαλασιά.
Επεινάσαμαν κι' αλειτούργητοι οι μαύροι εστρώσαμαν το γιώμα να φάμε. Άλλους καιρούς επασχάζαμαν κι' εμείς νύχτα, σαν εγυρνούσαμαν από την εκκλησιά το πρωΐ. Φέτο, οπού δεν είδαμαν εκκλησιά ούτε για φαΐ μάς πήγαινε ο νους, ακαρτερώντας την νύχτ' απ' ώρα 'ς ώρα το σήμαντρο και τον κράχτη. Κι' από την αγρύπνια αυτή μάς εγένονταν αγγλέουρας το φαΐ και κάθε χαψιά έπεφτε σαν το μολύβι βαριά στο στομάχι μας.

*

Άξαφνα, μεσ' στο φαΐ απάνου, έν' απέραντο και δυνατό σημανταριό ανατάραξεν όλην την πόλη μας.
- Κάτι κακό θ' άρχεψε, λέει ο πατέρας και κοντοστέκεται με τη χαψιά στο στόμα του.
- Χ'στός και Παναγιά! Σταυροκοπιέται η μάννα.
Εμείς τα παιδιά επανιάσαμαν.
Και μονομιάς χλαλοή και τρεχάματα επλημμύρισαν τους δρόμους.
Πετιούμαστε με τον πατέρα στο δρόμο να μάθουμε. Όλ' έτρεχαν κατά την Μητρόπολη. Τους πρώτους που απαντούμε τούς ρωτάμε τί γίνεται.
- Ανοίγουν η εκκλησιές, μάς λέγουν.
- Και πώς ανοίγουν; Με το στανιό;
- Μωρ' τί με το στανιό, που νικήσαμαν. Πήραμαν τα προνόμια.
- Πήραμαν τα προνόμια! Πήραμαν τα προνόμια! Πήραμαν τα προνόμια!...
Τώρα αυτός ο λόγος επέταε στα στόματα όλων κι' όλοι ετρέχαμαν κατά τη Μητρόπολη. Εκεί ηύραμαν ολάνοιχτες της εκκλησιάς τες πόρτες κι' αναμμένα και τα καντήλια και τα πολύφωτα και τους κηροστάτες. Είχε γιομόσει κόσμον η εκκλησία και μέσα και στην αυλή ακόμα. Η εικόνες δεν επρόφταιναν να πάρουν ασπασμούς.
Ο ουρανός άρχιζε να ξεκαθαρίζη απάνου. Ξεσυγνέφιασαν και η όψες των Χριστιανών, όπ' έλαμπαν τώρα χαρούμενες κι' αυλακωμένες κάπου κάπου από δάκρυα. Και μεσ' από την ψυχή τους ωσάν λιβάνι ανέβαινε στα ουράνια η μυστική δέηση τούτη:
-Θέ μου, δόσε πάντα δύναμη της εκκλησιάς να βγαίνη από ολούθε νικήτρα, δόσε κι' εμάς θάρρος των μαύρων και μεγάλη καρδία να φτουράμε της σκλαβιάς μας τους κατατρεγμούς και τες καταφρόνησες, ως που να σωθούν καμμιά μέρα η αμαρτίες μας κι' ως που να 'δούμε άστρο ελευθεριάς το Χριστουγεννιάτικο τ' άστρο».

*

Την φιλική τούτη γραφή ανοίγοντάς σας σήμερα ελεύθερα εβουλήθηκα να σάς γυρίσω μ' αυτήν δυό χρόνια πίσω, να σάς γυρίσω με το νού στα Χριστούγεννα της μαυρισμένης χρονιάς με το κλείσιμο των εκκλησιών.
Δάκρυσ' αλήθεια διαβάζοντας τότες του φίλου μου την γραφή και γέρνοντας κι' εγώ κατά τον ουρανό τα μάτια εδεήθηκα τέτοια:
-Δόσε, Θεέ, δύναμη της εκκλησιάς μας να βγαίνη απ' ολούθε νικήτρα· όμως δόσε και κάθε τόσο τέτοιες στον τόπο μας ταραχές, για να ξυπνάν κάπου κάπου τα σαπημένα μας αίματα και για να ξεσκουριάζη η πατσαβουριασμένη μας η καρδιά· μπέλκιμ και βγούνε καμμιά βορά για καλλίτερο.

Κώστας Κρυστάλλης, Προπέρσινα Χριστούγεννα (Φιλική γραφή από τα Γιάννινα) (έκδ. Ι.Μ. Ελεούσης Νήσου, Ιωνάννινα 1998, σσ. 16-19).

Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

αρμονίαι και το ήθος αυτών


δωριστί:
μόνη ελληνική (Πλατ. Λάχης 188d)
ο...Πλάτων...την δωριστί ως πολεμικοίς ανδράσι και σώφροσιν αρμόζουσαν είλετο ([Πλουτάρχου] Π.μουσ. 1136e)
στασιμωτάτης ούσης και μάλιστα ήθος εχούσης ανδρείον (Αριστ. Πολ. 1342b)
η...δώριος αρμονία το ανδρώδες εμφαίνει και μεγαλοπρεπές (Ηρακλείδης ο Ποντικός σε Αθήναιο, Δειπν. 624d)
το μεγαλοπρεπές και αξιωματικόν αποδίδωσιν ([Πλούταρχος] 1136d)
επεί...πολύ το σεμνόν εστιν εν τη δωριστί, [ο Πλάτων] ταύτην προυτίμησεν ([Πλούταρχος] 1136f)

αιολίς ή υποδώριος:
ορώντας αυτούς τον όγκον και το προσποίημα (:μίμηση) της καλοκαγαθίας εν τοις της αρμονίας (:αιολίδος) ήθεσιν (Ηρακλείδης ο Ποντικός σε Αθήναιο, Δειπν. 625a)

φρυγιστί:
Ο...Σωκράτης (διάβαζε: Πλάτων)...την φρυγιστί μόνην καταλείπει μετά της δωριστί (Αριστ. Πολ. 1342a)
ενθουσιαστικούς [δοκεί ποείν τους ακούοντας] (Αριστ. Πολ. 1340b)
άμφω [η φρυγιστί αρμονία και ο αυλός] γαρ οργιαστικά και παθητικά (Αριστ. Πολ. 1342b)

ιαστί [ιωνική] ή υποφρυγιστί και λυδιστί:
μαλακαί και συμποτικαί των αρμονιών [η ιαστί και λυδιστί] (Πλατ. Πολ. 398e)
μαλακωτέρως [ακούοντας διατίθεσθαι] την διάνοιαν (Αριστ. Πολ. 1340b)

μιξολυδιστί:
θρηνώδεις αρμονίαι [μιξολυδιστί και συντονολυδιστί]... άχρηστοι γαρ και γυναιξίν, ας δεί επιεικείς είναι, μη ότι ανδράσιν (Πλατ. Πολ. 398e)
οδυρτικωτέρως και συνεστηκότως [ακούοντας διατίθεσθαι] (Αριστ. Πολ. 1340b)
η μιξολύδιος παθητική τις εστι ([Πλούταρχος] 1136d)

Στα παραπάνω χωρία διαγράφεται ευκρινώς ένα αξιολογικό σύστημα το οποίο θεμελιώνεται στην αντίθεση μεταξύ δωρικής (+) και λυδικής (-) αρμονίας και έχει ενδιάμεσο όρο την φρυγική (+/-) αρμονία.

Φιλιππίδης Σταμ., «Η θεωρία του ρυθμικού πεζού λόγου και η τυποποίηση της κριτικής στην αρχαιότητα», στο περιοδικό Αριάδνη (Επιστημονική Επετηρίδα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης, τόμ. 6ος, Ρέθυμνο 1993, σσ. 168-169).

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2016

παῖς νεαρὸς ὑπομειδιῶν


poets of old comedy
testimonia

i. Aelian F 99
Ἀσκληπιὸς καὶ τῶν ἐν παιδείᾳ ἦν προμηθής.
φθόῃ γοῦν Θεόπομπον ῥινώμενόν τε καὶ λειβόμενον ἰάσατο
καὶ κωμῳδίας αὖθις διδάσκειν ἐπῆρεν,
ὁλόκληρόν τε καὶ σῶν καὶ ἀρτεμῆ ἐργασάμενος.
καὶ δείκνυται καὶ νῦν ὑπὸ λίθῳ Θεοπόμπου (πατρόθεν ὁμολογοῦντος αὐτὸν τοῦ ἐπιγράμματος·
Τισαμενοῦ γὰρ ἦν υἱός) εἴδωλον Παρίας λίθου.
καὶ ἔστι τὸ ἴνδαλμα τοῦ πάθους μάλα ἐναργές. κλίνη καὶ αὐτὴ λίθου.
ἐπ᾿ αὐτῆς κεῖται νοσοῦν τὸ ἐκείνου φάσμα, χειρουργίᾳ φιλοτέχνῳ·
παρέστηκε δὲ ὁ θεὸς καὶ ὀρέγει οἱ τὴν παιώνιον χεῖρα, καὶ παῖς νεαρὸς ὑπομειδιῶν καὶ οὗτος.
τί δὲ ἄρα νοεῖ ὁ παῖς;
ἐγὼ συνίημι, τοῦ φιλοπαίστην ποιητὴν ὑποδηλοῦν.

ii. Suda θ 171
Θεόπομπος, Θεοδέκτου ἢ Θεοδώρου, Ἀθηναῖος, κωμικός. ἐδίδαξε δράματα κδ΄.
ἔστι δὲ τῆς ἀρχαίας κωμῳδίας κατὰ Ἀριστοφάνην.
δράματα δὲ αὐτοῦ εἰσὶ . . . καὶ ἄλλα πολλά.

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2016

ιδίωμα και τεχνοτροπία


Ίσως η πιο γνωστή σύμβαση στο Αιγαίο είναι ότι οι άνδρες εικονίζονται καστανέρυθροι και οι γυναίκες άσπρες. Η συχνότερη σύμβαση που έχει αναγνωριστεί στο Ακρωτήρι είναι τα ξυρισμένα μαλλιά και το μπλε χρώμα των κεφαλιών που δηλώνουν την νεότητα. Το φαινόμενο αυτό η Livia Morgan αποκαλεί ιδίωμα διότι είναι γενικευμένο σε αντίθεση από την τεχνοτροπία που είναι μεμονωμένο.

Τζαχίλη Ίρ., «Αρχαίες και σύγχρονες κροκοσυλλέκτριες από το Ακρωτήρι της Σαντορίνης», στο περιοδικό Αριάδνη (Επιστημονική Επετηρίδα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης, τόμ. 7ος, Ρέθυμνο 1994, σ. 15, σημ. 15).

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2016

παροικούντες στην Τζιά


[...] η Ιουλίδα [της Κέας και δη κατά την αρχαϊκή εποχή] δεν ήταν μεν το φυσικό κέντρο της χώρας, άλλωστε ούτε καν περιλαμβάνεται στα φυσικά όρια της Ευρύτερης Περιοχής, ήταν όμως το φυσικό κέντρο όλου του νησιού, και αναφορικά με την κατανομή των λεκανών απορροής και αναφορικά με τους φυσικούς δρόμους επικοινωνίας, και από πολύ νωρίς πρέπει να έγινε σημείο συνάντησης και συναλλαγής.

Η βαρύτητα που αποχτούσε από αυτή τη θέση φαίνεται και από το γεγονός ότι, όταν στο τέλος του 5ου π.Χ. αιώνα ιδρύθηκε ένα χαλαρό “κοινό” των Κείων, ως κύριο κέντρο του χρησίμευσε η Ιουλίς, μονολότι δεν ήταν παρά κανένα τρόπο ισχυρότερη ή πλουσιότερη από τις άλλες πόλεις και μάλιστα από την Καρθαία.

Όταν κατόπιν ενώθηκαν ανά δύο οι βόρειες και οι νότιες πόλεις του νησιού, η ασθενέστερη Ποιήσα απορροφήθηκε από την Καρθαία, αλλά η Κορησία, μολονότι συνεχίζει το βίο της ως οικισμός (ο Στράβων την αναφέρει ως ένα απότους τρείς ζώντες οικισμούς του νησιού μαζί με την Ιουλίδα και την Καρθαία), υπήχθη στην Ιουλίδα.

Τέλος πολύ σημαντικό τεκμήριο της σημασίας που τής έδινε η θέση της αποτελεί το γεγονός ότι από τους Μέσους Αιώνες μέχρι σήμερα ο οικισμός της Ιουλίδας αποτελεί το μόνο αστικό κέντρο του νησιού.

Γεωργίου Χαρά – Φαράκλας Νικόλαος, «Αρχαία κατοίκηση στην Κέα. Το Βόρειο τμήμα της Ανατολικής Πλευράς του Νησιού», στο περιοδικό Αριάδνη (Επιστημονική Επετηρίδα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης, τόμ. 6ος, Ρέθυμνο 1993, σ. 40).

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2016

η αποτυχία της δημοκρατίας


«το σκηνοθετημένο από τον Απόλλωνα
ταξίδι του Ορέστη
στη χώρα των Ταύρων
είναι στην ουσία η κατάβασις,
η “κάθοδός” του στη χώρα των νεκρών.
Όπως και άλλοι επικοί ήρωες,
οφείλει να αντιμετωπίσει και να ξεπεράσει
το θάνατο».*

Το τέλος της Ορέστειας διακήρυσσε ότι το πολιτειακό και δικαστικό σύστημα της αθηναϊκής δημοκρατίας μπορούσε με τη δυναμική εικόνα που είχε για την πόλη να αφομοιώσει και να υπερκεράσει το σύστημα αξιών, την αντίθεση των φυλών και το ανταποδοτικό δίκαιο του ηρωικού οίκου, που αντιπροσώπευε ο Ορέστης: αυτό σήμαινε και η συμβολική μεταμόρφωση των Ερινυών σε Ευμενίδες που ευλογούσαν την Αθήνα.

Στην Ιφιγένεια εν Ταύροις η διακήρυξη των Ευμενιδών αναιρείται με την εξήγηση ότι δεν πείστηκαν όλες οι Ερινύες στην αθωωτική απόφαση του Αρείου Πάγου για τον Ορέστη, και μ' αυτό τον τρόπο ο Ευριπίδης φαίνεται ότι καταγγέλλει την αποτυχία της δημοκρατίας, η οποία, παρά τις προθέσεις που διακήρυξε, στη διάρκεια του πολέμου επικαλέστηκε κατ' επανάληψη το δίκαιο των αντιποίνων και της ισχύος.

Βαλάκας Κ., «Όνειρα και τραγωδία: Το πρόβλημα των προρρήσεων στην Ιφιγένεια εν Ταύροις του Ευριπίδη», στο περιοδικό Αριάδνη (Επιστημονική Επετηρίδα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης, τόμ. 6ος, Ρέθυμνο 1993, σ. 125). -Το motto της K.V. Hartigan (ό.π., σ. 119).