Κυριακή 14 Νοεμβρίου 2021

τιτανομαχίας πέρι Ι


καύμα δε θεσπέσιον κάτεχεν Χάος *

στ. 629-653: δηρόν γαρ μάρναντο πόνον θυμαλγέ' έχοντες
αντίον αλλήλοισι διά κρατεράς υσμίνας
Τιτήνες τε θεοί και όσοι Κρόνου εξεγένοντο·
οί μεν αφ' υψηλής Όθρυος Τιτήνες αγαυοί,
οί δ' άρ' απ' Ουλύμποιο θεοί δωτήρες εάων,
ούς τέκεν ηύκομος Ρείη Κρόνω ευνηθείσα·
οί ρα τότ' αλλήλοισι χόλον θυμαλγέ' έχοντες
συνεχέως εμάχοντο δέκα πλείους ενιαυτούς.
ουδέ τις ήν έριδος χαλεπής λύσις ουδέ τελευτή
ουδετέροις, ίσον δε τέλος τέτατο πτολέμοιο.
αλλ' ότε δη κείνοισι παρέσχεθον άρμενα πάντα,
νέκταρ τ' αμβροσίην τε, τα περ θεοί αυτοί έδουσι,
πάντων εν στήθεσσιν αέξετο θυμός αγήνωρ.

[ως νέκταρ τ' επάσαντο και αμβροσίην ερατεινήν,]
δη τότε τοις μετέειπε πατήρ ανδρών τε θεών τε·
κέκλυτέ μευ, Γαίης τε και Ουρανού αγλαά τέκνα,
όφρ' είπω, τα με θυμός ενί στήθεσσι κελεύει.
ήδη γαρ μάλα δηρόν εναντίοι αλλήλοισι
νίκης και κράτεος πέρι μαρνάμεθ' ήματα πάντα
Τιτήνές τε θεοί και όσοι Κρόνου εκγενόμεσθα.
υμείς δε μεγάλην τε βίην και χείρας αάπτους
φαίνετε Τιτήνεσσιν εναντίοι εν δαΐ λυγρή
μνησάμενοι φιλότητος ενηέος, όσσα παθόντες
ες φάος άψ αφίκεσθε δυσηλεγέος υπό δεσμού
ημετέρας διά βουλάς υπό ζόφου ηερόεντος
.

(= Χρόνια μάχονταν μεταξύ τους [630] οι Τιτάνες και οι θεοί, οι γεννημένοι απ' τον Κρόνο, σε σκληρές μάχες, οι θαυμαστοί Τιτάνες επάνω στην Όθρυ την ψηλή και πάνω στον Όλυμπο οι θεοί, οι χαριστές των καλών που είχε γεννήσει η Ρέα με τα πλούσια μαλλιά σαν είχε πλαγιάσει με τον Κρόνο. [635] Πάνω από δέκα χρόνια μάχονταν αδιάκοπα μεταξύ τους με οργισμένη καρδιά. Τελειωμό για κανέναν δεν είχε, ούτε λύση ο σκληρός τους αγώνας κι ο πόλεμος μάκραινε και για τους δυό αβέβαιος. Όταν όμως τούς προσφέραν [στους Εκατόγχειρες] [640] το νέκταρ και την αμβροσία, τροφή των θεών, μέσα στα στήθια τους στεριώθηκε η αντρειωμένη τους καρδιά. Και ο πατέρας ανθρώπων και θεών τούς είπε τότε: «Ακούστε με απαράβγαλτα παιδιά της Γής και τ' Ουρανού, [645] να σάς πώ ό,τι μού παραγγέλνει, μέσα μου η καρδιά μου. Χρόνια τώρα, οι Τιτάνες κι εμείς, όσοι θεοί γεννηθήκαμε από τον Κρόνο πολεμάμε μεταξύ μας ολημερίς για την νίκη και την επιβολή. Εσείς, τώρα, φανερώστε εναντίον των Τιτάνων [650] την μεγάλη σας δύναμη και τ' ακαταμάχητά σας χέρια στην τρομερή μάχη· θυμηθείτε με κάποια ευγνωμοσύνη πως υποφέρατε ανυπόφορα δεσμά, στον σκοτεινό κάτω τον ζόφο και πως απ’ την δική μου τη βουλή ξαναβρεθήκατε πάλι στο φώς»).

*

στ. 820-822: Αυτάρ επεί Τιτήνας απ' ουρανού εξέλασεν Ζεύς,
οπλότατον τέκε παίδα Τυφωέα Γαία πελώρη
Ταρτάρου εν φιλότητι διά χρυσέην Αφροδίτην


(= Αφού, λοιπόν ο Δίας έδιωξε τους Τιτάνες από τον ουρανό, η πελώρια Γή γέννησε τον νεότερο γιό της Τυφωέα από την ένωσή της με τον Τάρταρο, χάρη στην Αφροδίτη την χρυσή).

στ. 859-868: φλοξ δε κεραυνωθέντος απέσσυτο τοίο άνακτος
ούρεος εν βήσσησιν Αίτνης παιπαλοέσσης,
πληγέντος. πολλή δε πελώρη καίετο γαία
ατμή θεσπεσίη και ετήκετο κασσίτερος ώς
τέχνη ύπ' αιζηών εν ευτρήτοις χοάνοισι
θαλφθείς, ηέ σίδηρος, ό περ κρατερώτατός εστιν,
ούρεος εν βήσσησι δαμαζόμενος πυρί κηλέω

[τήκεται εν χθονί δίη υφ' Ηφαίστου παλάμησιν.]
ώς άρα τήκετο γαία σέλαι πυρός αιθομένοιο.
ρίψε δε μιν θυμώ ακαχών ες Τάρταρον ευρύν
.

(= [καταποντισμός και του Τυφωέα:] Κι απ' τον κεραυνωμένο εχθρό φλόγα τινάχτηκε από τα σκοτεινά κι απότομα φαράγγια του βουνού (Αίτνα) όπου είχε χτυπηθεί. Καιγόταν η πελώρια γή σ' έκταση μεγάλη κι έβγαιναν ατμοί φοβεροί, κι έλυωνε σαν κασσίτερος που τον μαζεύουν οι ρωμαλέοι άνθρωποι κάτω απ' το τρύπιο χωνί όπου τον έχουνε ζεστάνει, ή σαν το σίδερο που είν’ ακόμα πιο σκληρό όταν, μεσ' τα φαράγγια του βουνού, λυώνει μέσα στην θεία γή σαν το αρπάξει η φλογερή φωτιά μεσ’ τα χέρια του Ηφαίστου).

Ησιόδου, Θεογονία (εισαγ., μτφρ., σχόλια Στ.& Άγγ. Βλάχου, έκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 2000 (2η), σσ. 86-87, 96-97, 98-99). - Στο motto λεξούλες εκ του στιχ. 700. Σημαίνει: «καυτή πνοή αγκάλιαζε το χάος».

Δεν υπάρχουν σχόλια: