Τετάρτη 9 Σεπτεμβρίου 2020

όπου ήταν εντειχισμένες


Σε μισόν αιώνα, ώς τις αρχές του 20ου αι., η πόλη [της Σαλονίκης] είχε μεταμορφωθεί, αφ' ενός με τις παρεμβάσεις των ευρωπαϊκών δυνάμεων και αφ' ετέρου με την πολιτική εξευρωπαϊσμού, που ακολουθούσε τότε η Πύλη, σε προκεχωρημένο ευρωπαϊκό φυλακείο. Ένδεικτικά των δύο αυτών τάσεων γεγονότα αμέσως μετά τα μέσα του 19ου αι., είναι πρώτα η αγορά των Ειδώλων (Incantadas) από τον E. Miller, αναγλύφων της νότιας στοάς του ρωμαϊκού Φόρου, που έμεναν μέχρι τότε όρθια μέσα στην αυλή ενός εβραϊκού σπιτιού, και η μεταφορά τους το 1865 στη Γαλλία και ύστερα η κατεδάφιση του θαλάσσιου τείχους της Θεσσαλονίκης, που προγραμμάτισε η τουρκική διοίκηση το 1864 στα πλαίσια μιας πολιτικής εξευρωπαϊσμού και άρχισε να πραγματοποιείται το 1866. Αργότερα η κατεδάφιση επεκτάθηκε και στα πεδινά τμήματα του ανατολικού και δυτικού τείχους.

*

Μετά την επιστροφή του [Πέτρου Παπαγεωργίου (1859-1914)] από τη Γερμανία στη Μακεδονία, ενώ διατήρησε τα φιλολογικά του ενδιαφέροντα, άρχισαν οι επιγραφικές εργασίες να πληθαίνουν αισθητά. Ένα τεράστιο υλικό, που προερχόταν από την κατεδάφιση των τειχών της Θεσσαλονίκης, όπου ήταν εντειχισμένες οι ρωμαϊκές επιγραφές, κίνησε το ενδιαφέρον του […].

*

[Ο ίδιος γράφει στην Εικονογραφημένη Εστία του Δροσίνη το 1892:] Προ μηνός όλου περιεφέρετο παρ' ολίγοις τισί των πολιτών λόγος περί αρχιερατικού τάφου κεκρυμμένου εν τω τζαμίω της αγιάς Σοφίας, ού η μεγάλη πυρκαϊά του 1890 σπουδαίως έβλαψεν πάντα τα άλλα μέρη πλην του εν τω θόλω ονομαστού και περικαλλούς ψηφιδωτού του ανήκοντος εις τον Στ΄ αιώνα. Βεβαιότερά τινα εγένοντο γνωστά προ δύο εβδομάδων: κατάδικοι, ελέγετο, αναβιβασθέντες εις τον μιναρέν του τζαμίου, όπως καθαρίσωσιν αυτόν από των πετρών και χωμάτων, άτινα κατά την πυρκαϊάν και μετ' αυτήν εκάλυψαν την είσοδον και την κοχλιοειδή κλίμακα, παρετήρησαν εν τω επί της άκρας κορυφής κυπέλλω (κοινώς τσανάκ), αφ' ού άλλοτε ηκούετο του ιμάμη η προς τον Αλλάχ προσευχή, πλάκα εγγεγραμμένον έχουσαν το όνομα «Γρηγορίου αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης» και το έτος 1360·

επειδή δε κατά το έτος τούτο απέθανεν ο αρχιεπίσκοπος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ού η ημετέρα πόλις έχει το τίμιον λείψανον, το μόνον εκ των πολλών και πολυτίμων κειμήλιον της καείσης μητροπολιτικής εκκλησίας του αγίου Δημητρίου ως εκ θαύματος περισωθέν, ευλόγως υπετέθη ότι η πλάξ, καίπερ παραδόξως μη μνημονεύουσα το επώνυμον, ανήκει εις τον τάφον Γρηγορίου του Παλαμά, όστις κατά την μαρτυρίαν του Φιλοθέου πατριάρχου έκειτο προ της κατακτήσεως εν τω δεξιώ του αγίου Βήματος της πάλαι μητροπολιτικής εκκλησίας της αγίας Σοφίας. [...]

Χαράλαμπος Μπακιρτζής, Πεζά κείμενα με τίτλο Αρχαιολογικαί μελέται
(έκδ. Β΄ επαυξημ. Άγρα, Αθήνα 1993, σσ. 130, 134, 138-139).

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2020

η δέσποινα της σαλονίκης


[…] να κατηφορίζει την ίδια πλατεία και να τούς διηγείται πως κάτω από το χώμα της θα έχει οπωσδήποτε κτίσματα, που όριζε μάλιστα και τη θέση τους, προσέχοντας πως η πρωινή υγρασία εκεί που υπήρχε τοίχος δεν απορροφιόταν από το χώμα και η γή στα σημεία εκείνα είχε χρώμα πιο σκούρο.

*

Παριστά δέσποινα στο τύπο της Μικράς Ηρακλεώτιδος. Κι αυτό το κτίριο πόσες μνήμες έχει!

Πρώτος που το ταύτισε με το Στάδιο και τη γνωστή, από το μαρτύριο του αγίου Δημητρίου, μονομαχία Νέστορα και Λυαίου ήταν ο Γιώργος Ιωάννου στο διήγημα «Στα καμένα». Τη γνώμη αυτή υποστήριξε με επιστημονικά επιχειρήματα ο καθηγητής Στυλ. Πελεκανίδης, […]. Ακόμα και σήμερα διακρίνονται στο σουβά διαφόρων δωματίων του χαράγματα παραστάσεων αγρίων ζώων, θηριομαχιών, μονομάχων, όπως επίσης και επιγραφές με επικλήσεις θείας χάριτος. Αυτή βέβαια είναι και η τελευταία περίοδος του κτιρίου, η χριστιανική, με τις θηριομαχίες και τα άλλα θεάματα, που τα παρακολουθούσε κι αυτό ο επίσκοπος της πόλης.

*

Και βέβαια η δέσποινα της Θεσσαλονίκης δεν ήταν το μόνο άγαλμα που βρέθηκε μέσα σ' αυτό το θέατρο. Οι ανασκαφές έφεραν στο φώς τρία ακόμη ακέφαλα αγάλματα που το κοσμούσαν. Οι αρχαιολόγοι έδωσαν στα τρία αγάλματα ονόματα Μουσών, ρυθμίζοντας έτσι τη σχέση μαζί τους.

Ο προσεκτικός ωστόσο σήμερα επισκέπτης του Μουσείου θα προσέξει πως τα τρία ολόγλυφα περίοπτα αγάλματα έχουν ορισμένα χαρακτηριστικά, που μπορούν πιο καθοριστικά να μιλήσουν για την ταυτότητά τους. Αν τα κοιτάξει κανείς από τα πλάγια βλέπει ότι έχουν κάποια χαρακτηριστική και εύκολα αντιληπτή κλίση προς τα μπροστά, πως είναι κάπως στενά σαν ξόανα και πως το πίσω μέρος τους είναι δουλεμένο μεταγενέστερα από το εμπρόσθιο με χοντρή ξοΐδα.

Οι παρατηρήσεις αυτές οδηγούν με ασφάλεια στη σκέψη ότι τα τρία ολόγλυφα αγάλματα ήταν αρχικά μορφές ανάγλυφες, πιθανότατα κοσμούσαν πεσσούς, που στέκονταν ψηλά -γι' αυτό και η κλίση τους προς τα μπροστά- πάνω από μια κιονοστοιχία της Αγοράς ή κι αυτού του Θεάτρου, όπως ακριβώς τα Είδωλα, οι Μαγεμένες (Incantadas) ανάγλυφες πάνω σε πεσσούς μορφές, που κοσμούσαν την κεντρική είσοδο προς την Αγορά της Θεσσαλονίκης […].

Δε
ν ήταν μόνο τα τρία αυτά αγάλματα, που ξέκρισαν από τους πεσσούς των οι χριστιανοί και στόλισαν το Θέατρό τους αλλά κι αυτή η δέσποινα, ρωμαϊκό κατά βάσιν άγαλμα του 2ου αι., ξαναδουλεύτηκε στα πρώτα χριστιανικά χρόνια. Κι άλλο, πορτραίτο κάποιου φιλοσόφου, που δουλεύτηκε ξανά για να γίνει απόστολος και βρέθηκε μέσα στις ακαθαρσίες, που γέμισαν την υπόγεια στοά της Αγοράς στα μεταγενέστερα χρόνια.

Χαράλαμπος Μπακιρτζής, Πεζά κείμενα με τίτλο Αρχαιολογικαί μελέται (έκδ. Β΄ επαυξημ. Άγρα, Αθήνα 1993, σσ. 87, 87-88, 88-89).

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2020

εκυμηθι


ΕΚΥΜΗΘΙ. Κατ' εξοχήν χριστιανική έκφραση του «απέθανε». Συναντάται όμως και στους αρχαίους συγγραφείς· ήδη στον Όμηρο μεταφορικά με τη σημασία του «αποθνήσκω»· «κοιμήσατο χάλκεον ύπνον» (Ιλ. Λ 41). Η προσδοκία της ανάστασης των νεκρών καθιέρωσε στα χριστιανικά χρόνια την πεποίθηση ότι θάνατος δεν σημαίνει τέλειος αφανισμός ψυχής και σώματος αλλά κοίμηση προσωρινή του ανθρώπου ώς τη Μέλλουσα Κρίση. «Διά τούτο και αυτός ο τόπος κοιμητήριον ωνόμασται, ίνα μάθης ότι οι τελευτηκότες ου τεθνήκασι, αλλά κοιμώνται και καθεύδουσι».

[…] Τα «λάθη» είναι πολύ γνωστές περιπτώσεις του γλωσσικού φαινομένου που λέγεται γιωτακισμός. Δεν οφείλονται μόνο στην αμάθεια και στην αδιαφορία του γραφέα. Έχουν σχέση και με τον προφορικό λόγο και τα γλωσσικά ιδιώματα.

[…] Επιδράσεις της μικρογράμματης γραφής στη μεγαλογράμματη είναι συχνές στη μεσαιωνική ελληνική γραφή, από τα τέλη του 9ου αι. κυρίως ώς τις αρχές του 11ου αι.

*

Στην Αίγυπτο επικρατεί άλλος τύπος· «εκοιμήθη ο μακάριος», είναι όμως παλαιότερος του προηγουμένου. Και οι δύο αναφέρονται σ' ένα γεγονός, στον θάνατο. Γι' αυτό μετά το όνομα του νεκρού ακολουθεί ο χρονικός προσδιορισμός της κοίμησής του. Και η επιγραφή τελειώνει.

*

Στην περίπτωση που ο χρονικός προσδιορισμός περιέχει μόνον μήνα και ημερομηνία, η αναφορά στην ημερομηνία δεν γίνεται πάντοτε με τη χρονική δοτική, π.χ. «απριλίω η΄», αλλά με την εμπρόθετη αιτιατική πληθυντικού «εις τας» ή σπανιότερα ενικού «εις την». Και οι δύο είναι μορφές της δημοτικής γλώσσας. Εμφανίζονται στον 9ο-10ο αι. που είναι περίοδος γενικότερων μεταλλαγών της ελληνικής γλώσσας.

*

Ώστε, «εκοιμήθη ο δούλος του Θεού Κωνσταντίνος μηνί Νοεμβρίω ογδόη στυκα΄ (=912)». […] Γιατί τάχα πρότεινε τούτη την ανάγνωση; Καταλάβαινε πολύ καλά πως μια άλλη εκδοχή «εκοιμήθη ο δούλος του Θεού Κωνσταντίνος μηνί Νοεμβρίω εις την κα΄», ανταποκρινόταν καλύτερα στα δεδομένα. […] Κατηφόρισαν προς τη λίμνη, όπου το νερό ήταν πολύ σκοτεινό για να καθρεφτίσει τα πλατάνια.

Χαράλαμπος Μπακιρτζής, Πεζά κείμενα με τίτλο Αρχαιολογικαί μελέται (έκδ. Β΄ επαυξημ. Άγρα, Αθήνα 1993, σσ. 11-12 και 23, 15, 16, 20, 20-21).

Παρασκευή 28 Αυγούστου 2020

αρχαιότητες των Αθηνών ΙΙ


Ο Θουκυδίδης λέγει κάπου ότι, αν ερημωθή ποτέ η Σπάρτη και απομείνωσι μόνα τα ιερά της πόλεως και τα θεμέλια των κτισμάτων, δεν θα είναι πιστευτόν εις τους μεταγενεστέους, ότι είχεν άλλοτες μεγάλην δύναμιν η πόλις εκείνη, ενώ αν συμβή το αυτό εις τας Αθήνας, εκ των ερειπίων αυτών κρίνοντες θα φαντάζωνται την δύναμίν των διπλασίαν της πραγματικής.

Ο χρόνος δε εβεβαίωσε το ορθόν της κρίσεως του μεγάλου ιστορικού. Της Σπάρτης τόσον ασήμαντα είναι τα λείψανα, ώστε ουδέ την ελαχίστην παρέχουσιν ένδειξιν του παλαιού μεγαλείου.

*

Εκτός των τειχών δύο είναι τα αξιολογώτατα αρχαία μνημεία, το Στάδιον και οι τάφοι του Κεραμεικού. […] Λίθινοι θρόνοι και εδώλια δεν εκόσμουν κατά τους χρόνους εκείνους το στάδιον, αλλ' οι θεαταί εκάθηντο κατά γής. Μαρμάρινον δε κατεσκευάσθη το στάδιον πολλούς αιώνας ύστερον (εν έτει 131 μ.Χ.) υπό του Ηρώδου του Αττικού, όστις ιδίαις δαπάναις ανεκαίνισε και μεγαλοπρεπέστατα εκόσμησεν αυτό, αποδείξας πρόσφορον όχι μόνον προς γυμνικούς αγώνας, αλλά και προς θηριομαχίας και τάλλα συνήθη και προσφιλή του όχλου των ρωμαϊκών χρόνων βάρβαρα θεάματα.

*

Ο κάλλιστος [τάφος] πάντων είναι ο της Ηγησούς, στήλη έχουσα ανάγλυφον παράστασιν της Ηγησούς, λαμβανούσης παρά παιδίσκης κοσμήματα δια να στολισθή. Απέναντι του τόξου της Ηγησούς είναι μέγας μολοσσός, επιτύμβιον επίθημα.

Παρά τούτον υψηλή στήλη, εφ' ής ορθούται ισχυρός ταύρος και περαιτέρω επιτύμβιον ανάγλυφον του εν Κορίνθω των 394/3 πεσόντος ιππέως Δεξίλεω. Αξιολογώτατος διά την τέχνην αυτού είναι και ο της Δημητρίας και της Παμφίλης τάφος εν σχήματι ναΐσκου.

*

[…] το Ασκληπιείον, ιερόν του Ασκληπιού, του οποίου η λατρεία εισήχθη εις τας Αθήνας περί τα τέλη του Ε΄ αιώνος. Εις το τέμενος αυτού περιλαμβάνονται ιερά και βωμοί και άλλων τινών θεών, στοαί και πηγή ιερά εν μικρώ σπηλαίω, όπερ κατά τον μεσαίωνα μετεποιήθη εις χριστιανικόν εκκλησίδιον.

*

Βορειοδυτικώς της Ακροπόλεως υψούται ο Άρειος πάγος, ο βράχος εφ' ού κατά τους αρχαιοτάτους χρόνους ήδρευεν η εξ Αρείου πάγου βουλή, ήτις έπειτα συνήρχετο εις την Βασίλειον στοάν εν τη αγορά. Εκεί δε και όχι επί του βράχου φαίνεται, ότι είπεν εν έτει 54 μ.Χ. ο Απόστολος Παύλος τον προς Αρεοπαγίτας λόγον, όν αναφέρουσιν αι Πράξεις των Αποστόλων. Κατά την βορειοανατολικήν γωνίαν του βράχου υπάρχει χάσμα, όπου ίσως ήτο το πάλαι το ιερόν των Ευμενίδων.

*

Ο νοτιώτατος των λόφων, ο του Μουσείου, έχει έν μέγα τοιούτο πανάρχαιον οίκημα, την κοινώς λεγομένην Φυλακήν του Σωκράτους, διασκευασθέν κατά τους αρχαίους χρόνους εις αποθήκας ίσως ή εις τάφους.

*

Προς δυσμάς του Αστεροσκοπείου ήτο το Βάραθρον, όπου ερρίπτοντο οι καταδικασθέντες εις θάνατον, μη αναγνωριζόμενον νυν ένεκα των πολλών επιχώσεων.

*

Του πλαστικού κόσμου αυτού [του ναού του Θησείου] διετηρήθησαν αι εκ παρίου μαρμάρου ζωοφόροι [sic] της ανατολικής και της δυτικής πλευράς του σηκού, και αι ανάγλυφοι 12 μετόπαι της ανατολικής πλευράς της περιστάσεως, απεικονίζουσαι άθλους του Ηρακλέους, και ανά έξ της νοτίου και της βορείας πλευράς, απεικονίζουσαι άθλους του Θησέως· αι λοιπαί μετόπαι δεν είχον πλαστικόν κόσμον.

*

Το δ' Ολυμπιείον ή Ολύμπιον, ήτο ναός του Ολυμπίου Διός, ο μέγιστος ίσως των ελληνικών ναών μετά το εν Εφέσω Αρτεμίσιον και τον εν Διδύμοις ναόν του Απόλλωνος.


Ν.Γ. Πολίτης, “Αρχαιότητες των Αθηνών” εν Οδηγός των Αθηνών που εξέδωσε η Επιτροπή των Ολυμπιακών Αγώνων για την Μεσολυμπιάδα του 1906 (Ανατύπωση Δήμος Αθηναίων, Αθήνα 2002, σσ. 50, 52-53, 53, 63, 64, 65, 65-66, 66, 68).

Κυριακή 23 Αυγούστου 2020

αρχαιότητες των Αθηνών


-Το Εικοσιένα; -Αστοχασιά και κρίμα!*

Η Ακρόπολις ήτο γνωστή άλλοτε εις τον λαόν υπό το όνομα Κάστρο. […] ο προμαχών, τον οποίον έκτισεν επί της ελληνικής επαναστάσεως ο Οδυσσεύς Ανδρίτζου, διά να εξασφαλίση εις τους εν τω φρουρίω τον πορισμόν ύδατος.

*

Επί του επιστυλίου αυτού [του ναού της Αθηνάς Νίκης] έχει αναγλύφους παραστάσεις, εν μεν τη ανατολική πλευρά συνεδρίου θεών, εν τη δυτική μάχης Ελλήνων προς Έλληνας και εν ταις μακραίς πλευραίς μάχης Ελλήνων προς βαρβάρους· υποτίθεται ότι αι παραστάσεις αύται αναφέρονται εις την εν Πλαταιαίς μάχην.

Τινές των αναγλύφων πλακών αποκομισθείσαι εν αρχή του ΙΘ΄ αιώνος εις Αγγλίαν υπό του λόρδου Έλγιον έχουσιν αντικατασταθή διά πηλίνων εκμαγείων.

*

Ο Παρθενών, το τελειότατον και περικαλλέστατον μνημείον της αρχαίας τέχνης […] Δι' αθύρου τοίχου, ού μόνον τα ίχνη φαίνονται νυν, εχωρίζετο ο ναός ευρείας τετραγώνου αιθούσης, ήτις κυρίως εκαλείτο Παρθενών, και εν ή Αθηναίαι παρθένοι ύφαινον τον πέπλον της πολιούχου θεάς.

Το μέγεθος των αρχιτεκτονικών μελών του ναού, αι καμπύλαι των οριζοντίων επιφανειών αυτού, η ελαφρά κλίσις των κιόνων και των τοίχων προς τα έσω, αι σκοπίμως παραλλάσσουσαι ενιαχού αποστάσεις των κιόνων απ' αλλήλων εμποιούσιν αίσθησιν άκρας στερεότητος, ενώ εξ άλλου η λευκότης του μαρμάρου, ο πλαστικός και γραφικός κόσμος, το πανταχού διαχεόμενον άπλετον φώς και η λεπτή και τεχνικωτάτη εξεργασία των καθ' έκαστα μερών προσδίδουσιν εις το όλον οιονεί ελαφρότητά τινα και χάριν, ούτω δε η γενική εντύπωσις αποκορυφούται εις απεριόριστον θαυμασμόν.

*

Εις χθαμαλόν τόπον της Ακροπόλεως, παρά το μέσον του βορείου τείχους αυτής, εγείρεται το νεώτατον ιερόν των καλών χρόνων το Ερέχθειον, περατωθέν το 407 π.Χ. Είναι κομψότατον οικοδόμημα ιωνικού ρυθμού, η δε κατασκευή αυτού φαίνεται ότι δεν συνεπληρώθη συμφώνως προς το αρχικόν σχέδιον του αρχιτέκτονος, ανεκτέλεστον αφεθέν κατά το δυτικόν μέρος.

Το όλον αυτού είναι παντελώς διάφορον του συνήθους τύπου των ελληνικών ναών· ο σηκός αυτού είναι διμερής, εκατέρου δε μέρους το έδαφος είναι εις διαφορετικόν ύψος. Περιελάμβανε δε το οικοδόμημα τούτο τα παλαιότατα και σεπτότατα ιερά των Αθηναίων, εν οίς η ιερά ελαία και τα επί του βράχου ίχνη της τριαίνης του Ποσειδώνος.

*

Βορειοδυτικώς του Ερεχθείου κλίμαξ φέρει εις πυλίδα του βορείου τείχους, εξ ής δι' ατραπού κατήρχοντο εις τα προ ολίγων ετών ανακαλυφθέντα και συνεχόμενα άντρα του Απόλλωνος και του Πανός.

Ετέρα δε κλίμαξ προς ανατολάς του Ερεχθείου έφερε κατά τους προϊστορικούς χρόνους εκ των ανακτόρων του βασιλέως εις τα έξω του τείχους.

Και άλλη τρίτη επίσης παλαιοτάτη κλίμαξ προς δυσμάς των Προπυλαίων φέρει εις την πηγήν Κλεψύδραν.

Ν.Γ. Πολίτης, “Αρχαιότητες των Αθηνών” εν τω τομίδίω· Οδηγός των Αθηνών - Επιτροπή των Ολυμπιακών Αγώνων (Αθήναι 1906 - ανατύπωση Αθηναϊκή Βιβλιοθήκη Δήμου Αθηναίων, Αθήνα 2002, σσ. 54, 57, 59-60, 61, 61-62). -Πρβλ. και τον ευσύνοπτο υπό Περικλή Κολλά, Πλήρη οδηγό της Ακροπόλεως των Αθηνών (έκδ. Κακουλίδη, Αθήνα χ.χ.).

-----
* Στο motto σατιρικό στιχάκι και δη εμφατική κατακλείδα εκ του α΄18 γυμνάσματος, εν Κωστής Παλαμάς, Σατιρικά γυμνάσματα (έκδ. Ιδεόγραμμα, Αθήνα 1998, σ. 32).


Τετάρτη 19 Αυγούστου 2020

η νέα πόλις των Αθηνών


Στα έργα της κλασικής Αναγέννησης ολοκληρώνεται η αρμονική σύζευξη μορφής και περιεχομένου. Το ιδανικό κάλλος, ο κλασικός κανόνας των αναλογιών, ο χιασμός των κινήσεων, οι ζυγιασμένες συνθέσεις αποκαλύπτουν όχι τη μίμηση αλλά την εκλεκτική συγγένεια, την βαθιά ομολογία αυτών των έργων με τα αρχαία τους πρότυπα. Ο Μιχαηλάγγελος δεν είχε δεί ποτέ τον Παρθενώνα. Ο Αδάμ ωστόσο της οροφής της Σιξτίνα θυμίζει έντονα στη στάση, την ανατομία και τη ζωτικότητα της μορφής τον Κηφισό του Δυτικού Αετώματος του ναού.
Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα, “Αναγέννηση και Αρχαιότητα”, εν Το φώς του Απόλλωνα. Ιταλική Αναγέννηση και Ελλάδα (συνεπτυγμένη έκδ. Εθνική Πινακοθήκη-Οργανισμός Προβολής Ελληνικού Πολιτισμού, Αθήνα 2003, σ. 10).

*

Ο Κυριακός [επίσκοπος Αγκώνας τον 15ο αιώνα], βρίσκοντας κάποια στιγμή στη Σαμοθράκη μία προτομή του πρώιμου 5ου αι. π.Χ. με μια γεροντική μορφή, θεώρησε ότι απεικόνιζε τον Αριστοτέλη, τη σχεδίασε και έτσι για μεγάλο διάστημα επικράτησε μια εσφαλμένη εντύπωση για τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά του Έλληνα φιλοσόφου. Ο εικονογραφικός τύπος του Αριστοτέλη στην Αναγέννηση εμπνέεται απ' αυτή την παρεξήγηση.

Το φώς του Απόλλωνα. Ιταλική Αναγέννηση και Ελλάδα (συνεπτυγμένη έκδ. Εθνική Πινακοθήκη-Οργανισμός Προβολής Ελληνικού Πολιτισμού, Αθήνα 2003, σ. 20).

*

Την εποχήν εκείνην [τω 1834] αι Αθήναι, κατεστραμμέναι σχεδόν εκ του εννεαετούς πολέμου της επαναστάσεως, είχον 162 μόνον οικίας και περιωρίζοντο εις τους Α. και ΒΑ. πρόποδες της Ακροπόλεως.

*

Στρέφομεν ήδη αριστερά προς την οδόν Ερμού και προχωρούντες συναντώμεν τον Βυζαντινόν ναόν της Καπνικαρέας, τον αρχαιότατον των εν Αθήναις Βυζαντινών ναών, οικοδομηθέντα υπό της αυτοκρατείρας Ευδοκίας Αθηναΐδος συζύγου του αυτοκράτορος Θεοδοσίου του Μικρού, τον 9ον [sic] μ.Χ. αιώνα.

Ολίγον περαιτέρω συναντώμεν την οδόν Ευαγγελιστρίας, επί της οποίας εύρηται ο Ναός της Μητροπόλεως. Ο Ναός ούτος ωκοδομήθη εν έτει 1840-55 εκ του υλικού 70 εκκλησιών και παρεκκλησίων, άτινα προς τον σκοπόν τούτον κατηδαφίσθησαν. […] Παρά τον Ναόν της Μητροπόλεως εύρηται μικρός τις ναός του Αγίου Ελευθερίου ο καλούμενος μικρά ή παλαιά Μητρόπολις. Ο ναΐσκος ούτος κατά τινας εκτίσθη τον Β΄ μ.Χ. αιώνα, κατ’ άλλους δε το 1201 υπό του ηγεμόνος Όθωνος de Laroche.

*

[…] ο Ρωσικός ναός του Αγίου Νικοδήμου, αρχαίος Βυζαντινός ναός ανεγερθείς υπό της αυτοκρατείρας Ειρήνης της Αθηναίας κατά τον 9ον μ.Χ. αιώνα· κάτωθι του ναού τούτου υπάρχουσι λείψανα ρωμαϊκών Μνημείων.

Οδηγός των Αθηνών - Επιτροπή των Ολυμπιακών Αγώνων (Αθήναι 1906 - ανατύπωση Αθηναϊκή Βιβλιοθήκη Δήμου Αθηναίων, Αθήνα 2002, σσ. 70, 71, 72).