Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

τα καλπούτσια


Πένα γοργοφτέρουγη και πένα τεθλιμμένη
Δροσό νερό της Κασταλίας
και βράχοι δυό της Μακρονήσου
Αξίνες -πάλι δυό- εις την πλευρά του στέρνου

Κι αρχινάει μισοφέγγαρο ν' αχνίζει το σκοτάδι *

Τα καλπούτσια ήρθαν πάλι
και σηκώσανε κεφάλι
Είναι οι καλικατζαρέοι
πού 'ναι σκέτοι αρουραίοι

Όλη μέρα τρυπωμένοι
απ' τον ήλιο θαμπωμένοι
και τη νύχτα τριγυρνούν
μέσ' τα σπίτια για να μπούν


Κατεβαίνουν στη φωτιά
για να βρούνε ζεστασιά
κι όταν έρθει το πρωί
φεύγουν πριν ο ήλιος βγεί

Όλα τούτα ώς τα φώτα
γίνονταν
όπως και πρώτα
Ο παπάς με το σταυρό
Τά 'διωχνε απ' το χωριό.


Η ερωτική πράξη είναι αγώνας βραδύτητος
δύο ετεροφυλόφιλων κάθιδρων σωμάτων, που
τερματίζουν στον ίδιο χρόνο.
(«Ομόχρονος έρως»)

Ο έρωτας δεν είναι η αγωνιώδης αναζήτηση τού άλλου μισού,
του αρχικώς ακέραιου ανθρώπου, όπως ισχυρίζεται
στο πλατωνικό Συμπόσιον ο Αριστοφάνης,
αλλά η ασθμαίνουσα πρόσκαιρη ένωση δύο
ετεροφυλόφιλων ανθρώπων, στο απόλυτο Ένα.
(«Το απόλυτο Ένα») **

Βασίλης Αποστολόπουλος, Οι μνήμες ξαναχτίζουν το χωριό μου (αυτοέκδοση, Αγία Παρασκευή 2017, 2021(β΄), σ. 43).

-----
* Το motto στιχάκια της Ασημίνας Λαμπράκου, Λήδα ντ' Αννούντσιο (αυτοέκδοση, Αθήνα 2023, σ. 22). Η κατακλείδα όμως, του Πάνου Δ. Αποστολίδη, Μικρά ερωτικά τη διακρίσει Νάσου Βαγενά, εν Νέα Ευθύνη (τ. 56-57, Ιαν.-Ιούν. 2022, σσ. 188-189).

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

τα χαρακτηριστικά τής θεωρητικής θέσης τού Εμπειρίκου


το έργο τού Αρτεμίδωρου κατατασσόταν στους λαϊκούς ονειροκρίτες,
αλλά και στον καταστατικό «αντικλασικισμό» των υπερρεαλιστών,
μια και θεωρούσαν ότι ο ελληνορωμαϊκός πολιτισμός
καταδυνάστευε την τέχνη με το παράδειγμά του.*

Έλλεψη χρονολογικής ταξινόμησης, μη περιορισμένος χώρος, αυτονομία των εικόνων, ενώ το σημείο αναφοράς ορίζεται ως το όνειρο, το οποίο αποτελεί τη σύνδεση τόσο με τον Breton όσο και με τον Φρόυντ· αυτά είναι τα χαρακτηριστικά τής θεωρητικής θέσης τού Εμπειρίκου, όπως διατυπώνονται στο «Αμούρ-Αμούρ».

Επιπλέον, το κείμενο αυτό προσπαθεί να καταστεί το ίδιο αυτές οι θεωρητικές αρχές: κατά συνέπεια, ενώ ξεκινάει ως αυτοβιογραφία ενός ποιητή που αναζητεί τα κατάλληλα εκφραστικά μέσα διά τής αναλογίας τής εικόνας τού καταρράκτη, μετατρέπεται σε εγκώμιο για τον «Ανδρέα Μπρετόν και τους άλλους υπερρεαλιστάς» και «τον Σίγκμουντ Φρόϋντ και τους ψυχαναλυτάς»,

ώστε με μια διπλή μεταφορά, «και ιδού που μία φράσις γίνεται κορβέττα και με ούριον άνεμο αρμενίζει, καθώς νεφέλη που την προωθεί μαϊστράλι ή τραμουντάνα»,

να εξελιχθεί σε απολογισμό τής πορείας τού υπερρεαλισμού στην Ελλάδα, αλλά και σε ένα προσωπικό οδοιπορικό τής παιδικής ηλικίας τού Εμπειρίκου στη Ρωσία, με συνεχείς αναδρομές και προδρομές, που συνδέουν τον καταρράκτη με την επιθυμία για συγγραφή, τον Αμούρ, τον ποταμό, με τον Αμούρ, τον έρωτα.

*

Πρόκειται για ένα ιδιαίτερης θεωρητικής και μεθοδολογικής σημασίας κείμενο, το οποίο πραγματεύεται ακριβώς τα ζητήματα που θέτει ο André Breton στο Les Vases communicants, δηλαδή τον χρόνο, τον χώρο και την αρχή τής αιτιότητας στο όνειρο.

*

Τονίζει λοιπόν ότι οι εικόνες μπορεί να έχουν ένα λογικό ή μη λογικό ειρμό που να αποτελεί ένα θέμα, αλλά μπορεί να παρεισφρύσει κάποιος άλλος ειρμός. [...]

Το όνειρο καθίσταται κατά συνέπεια το πρότυπο τής λογοτεχνικής γραφής του, μια και επιτρέπει τη σύζευξη και την ταυτόχρονη ανάγνωση πολλαπλών νοημάτων.

Επιτρέπει δηλαδή και θεωρητικοποιεί τόσο τη θεματική σύζευξη [...] όσο και τη μορφική σύζευξη

(μίξη ειδών, όπως το ίδιο το «Αμούρ-Αμούρ» που συνιστά μανιφέστο, δοκίμιο και αυτοβιογραφικό αφήγημα, ή το κείμενο «Αργώ ή Πλους αεροστάτου» που αποτελεί λαϊκό και λόγιο, περιπετειώδες και ερωτογραφικό αφήγημα, ένα μίγμα, κατά το πρότυπο τής γοητευτικής δεκαπενταετούς ινδομιγούς κόρης που απάγει ο Ρώσος ναύαρχος Βλαδίμηρος Βιερχόυ και τού επίσης ινδομιγούς ζωέμπορου Πάμπλο Γκονζάλεθ, εραστή τής Καρλόττας, κόρης, αντικειμένου τού πόθου και θύματος τού Ντον Πέντρο Ραμίρεθ, ή, τέλος Ο Μέγας Ανατολικός, που αποτελεί ιδιότυπο ταξιδιωτικό αφήγημα, επικαλύπτεται θεματικά με τα ψυχαναλυτικά κείμενά του και αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στο ρομαντικό και το νατουραλιστικό παράδειγμα).

*

Χρόνος και αιτιότητα: «Η Μανταλένια» επί τής Αφροδίτης τής Μήλου. [...] Η Αφροδίτη, υπό το φώς τής οποίας θα διακόρευε την παιδίσκη και τη νεάνιδα στην αμμουδιά, ο πόθος για τη γυναίκα που γίνεται πόθος για το θηλυκό καράβι, το κλίππερ τής γραμμής των Ινδιών τού 19ου αιώνα, το «νάνι Μανταλένια» και οι νάνοι τού 17ου και τού 18ου αιώνα με τα αστραφτερά μαχαίρια, ο σουγιάς που χαράζει το όνομα στο βάθρο τού αγάλματος, η κόπια τής Αφροδίτης τής Μήλου και η ξύλινη κόπια τής παραδοσιακής γοργόνας που γίνεται γυναίκα:

σε αυτές τις εικόνες συνοψίζονται μια σειρά από ερωτήματα που θέτει συστηματικά το κείμενο για το πρότερο, το ύστερο και το ομόχρονο (το πλοίο και το πλήρωμά του καλύπτουν τον 17ο, τον 18ο και τον 19ο αιώνα, ο δε νέος καπετάνιος του και τον 20ο), για το πρωτότυπο και το αντίγραφο, για το αίτιο και το αποτέλεσμα.

Πρέπει να το διαβάσουμε από την αρχή προς το τέλος, να ξεκινήσουμε δηλαδή από το νανούρισμα που περιέχει την πρώτη ύλη τής αφήγησης (ύπνος, όνειρο, Μανταλένια, νάνοι), ή από το τέλος προς την αρχή, να ξεκινήσουμε δηλαδή από την εγχάραξη τού ονόματος τής Μανταλένιας στο βάθρο τού αγάλματος τής Αφροδίτης τής Μήλου;

Αν ακολουθήσει κανείς την προτροπή του Φρόυντ, τότε θα επιλέξει τη σύζευξη και όχι τη διάζευξη, έτσι ώστε να δημιουργήσει μια ξεχωριστή σειρά συνειρμών από την κάθε αφετηρία.

*

Το ίδιο άλλωστε προτείνει και ο Εμπειρίκος, ο οποίος υποστηρίζει ότι «οι εικόνες αυτές κινούνται, επικοινωνούν αναμεταξύ των και συναγελάζονται [...] έχουν μια αυτονομία, τής οποίας η διάρθρωσις [...] ξεφεύγει από τον έλεγχο τής συνειδητής πλευράς τής προσωπικότητας, όπως συμβαίνει εις τα όνειρα».

Παρατηρεί κανείς στο κείμενο αυτό ότι δεν αποτελεί ζητούμενο η χρονική σειρά ή η σχέση αιτιότητας, αλλά η δυναμική που δημιουργείται από τις παράλληλες συνειρμικές αλυσίδες που κατασκευάζονται.

Με την έννοια αυτή ιδιαίτερα σημαντικός είναι ο ρόλος τού αναγνώστη, στον οποίο ουσιαστικά επαφίεται να επιλέξει τα σημεία εισόδου και εξόδου, να κατασκευάσει τις συνειρμικές αλυσίδες, να ερμηνεύσει τους υπαινιγμούς τού κειμένου.

Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι το κείμενο θεματοποιεί με εξαντλητικό τρόπο τη διαδικασία τού ονειρεύεσθαι και τής αφήγησης τού ονείρου, έτσι ώστε να βάζει τον αναγνώστη σε μια θέση ανάλογη με αυτήν τού ανθρώπου που βλέπει ένα όνειρο και το υποβάλλει στη δευτερογενή επεξεργασία για να μπορέσει να το διηγηθεί.

το υπερρεαλιστικό πρότυπο του ονείρου [...]
συνιστά την κινητήρια δύναμη τού λόγου του.**


Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, Αρτεμίδωρος & Φρόυντ. Ερμηνευτικές θεωρίες & λογοτεχνικά όνειρα (έκδ. Εξάντας, Αθήνας 2005, σσ. 223-224, 222-223, 225, 225, 225-226, 229, 233-234, 234-235). - Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 218). Και η κατακλείδα ομοίως (ό.π., σ. 235).

Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2025

οιονεί όνειρα


Οι γυρίνοι του σπέρματος
Και ο αμνός της κοιλίας σου με τα υγρά
.*


Το όνειρο στη νεοελληνική πεζογραφία του 19ου αιώνα: μεταξύ ρομαντισμού και ρεαλισμού: [...] μια ταξινόμηση είναι κατ' ανάγκη γενικευτική και προσπαθεί να εντάξει σε κοινές κατηγορίες λογοτεχνικά κείμενα που εξ ορισμού ανθίστανται· [...]

Στην πρώτη κατηγορία τα όνειρα απουσιάζουν ως ρητές αναφορές, αλλά προέχει το στοιχείο τής κατασκευής ενός φανταστικού παρελθόντος. Μπορεί να μιλήσει κανείς για οιονεί όνειρα. Τα παραδείγματα αυτής τής κατηγορίας προέρχονται από τον Μιχαήλ Μητσάκη και τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.

Στη δεύτερη εντάσσονται όσα λειτουργούν προφητικά ως προς τα μέλλοντα να συμβούν στην αφήγηση. Πρόκειται για τις αφηγηματολογικές προλήψεις: συνιστούν σχόλια στη γραμμικότητα τής αντίληψης τού χρόνου και υπονομεύουν τις συμβάσεις τού ρεαλισμού, μια και προβλέπουν το μέλλον τής αφήγησης προσφέροντας στον αναγνώστη (ιδίως σε αυτόν που ξαναδιαβάζει το κείμενο) ένα άλλο επίπεδο πρόσληψής του. Τα παραδείγματα αυτής τής κατηγορίας προέρχονται από τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.

Στην τρίτη εντάσσονται τα όνειρα που υπηρετούν την καθεστηκυία τάξη των πραγμάτων, που καταλύουν το ονειρικό επίπεδο. Τα παραδείγματα εδώ προέρχονται από τον Ανδρέα Καρκαβίτσα.

Στην τέταρτη, τέλος, τα όνειρα δημιουργούν έναν εναλλακτικό αφηγηματικό χώρο και κατασκευάζουν τον άλλο, την ετερότητα: καταλύουν τις ρεαλιστικές συμβάσεις, ανατρέπουν την αφηγηματική σειρά και προτείνουν το φανταστικό με όρους πραγματικού. Τα παραδείγματα αυτής τής κατηγορίας προέρχονται από τον Γεώργιο Βιζυηνό και τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.

*

Στην ουσία ο αφηγητής ερμηνεύει την επιγραφή και εντάσσει
τα συμπεράσματά του στη θεωρία που ήδη είχε διαμορφώσει:
κατασκευάζει μια ιστορία από τα ίχνη που έχουν απομείνει.**


[παράδειγμα της πρώτης κατηγορίας από το διήγημα του Μιχαήλ Μητσάκη «Εις τοίχος»:] Η εκ τού σύνεγγυς ανάγνωση όμως αποκαλύπτει την αυταπάτη [σημ.4: Με την έννοια της «illusion», όπως την περιγράφει ο Winnicott]: δίδεται προς στιγμήν η εντύπωση στον αναγνώστη ότι ένα πραγματικό αντικείμενο χρησίμευε ως εξωκειμενική αναφορά.

Εδώ έγκειται το στοιχείο του μοντερνισμού: το αφήγημα μεταμφιέζεται σε επιθυμία ανασύστασης τού χαμένου παρελθόντος, ενώ στην ουσία πρόκειται για την επιθυμία κατασκευής ενός παρελθόντος.

Δίδεται λοιπόν η εντύπωση ότι ανασυστήνεται το παρελθόν, η μόνη πραγματικότητα που απομένει όμως είναι τού παρόντος, και μάλιστα σε τελευταία ανάλυση, όχι τού τοίχου, που πολύ σύντομα και αυτός πρόκειται να γκρεμιστεί, αλλά τού κειμένου.

Αυτό άλλωστε υπογραμμίζεται από τη φωνητική αντιστοιχία ανάμεσα στη γραπτή μορφή τού τίτλου «Εις τοίχος» και στην ταυτόχρονα προφερόμενη «Εις στίχος». Η ιστορική μνήμη και η ποιητική κατασκευή συμπλέκονται και η ιστορία τού τοίχου προσφέρει τη θέση της στην ποιητική κατασκευή.

Η επιθυμία να ανασυσταθεί ένα παρελθόν που έχει χαθεί οριστικά και έχει αφήσει μόνο ίχνη μετατρέπεται στην πράξη τής κατασκευής ενός κειμένου, το οποίο θα μείνει αντ' αυτού.

Η αυτοαναφορική αυτή διάσταση, η οποία υπογραμμίζεται από τη φωνητική αντιστοιχία, αφενός αποτελεί σημαντικό δείκτη τού μοντερνισμού τού κειμένου, αφετέρου συμβάλλει στην ψευδαίσθηση τής οργανικής συνέχειας μεταξύ τού παρελθόντος και τού παρόντος.

αυτές οι επιγραφές υποτίθεται, με βάση τις συμβάσεις τής ρεαλιστικής αφήγησης,
ότι υπήρχαν πριν από το κείμενο και ότι αντιγράφηκαν σε αυτό. Όμως,
λόγω τής διαφοράς στον τρόπο τής γραφής τους (η μία χαραγμένη, η άλλη με μολύβι),
λόγω των διαφορετικών σημαινομένων (η μία σημαίνει τον θάνατο, η άλλη τη ζωή),
η δεύτερη επιγραφή παρουσιάζεται ως η συμπλήρωση τής πρώτης,
η δε «συμπλοκή» τους ως το κατεξοχήν παράδειγμα κατασκευής τού νέου.***

Ο εναπομείνας τοίχος τού κάστρου,
η επιγραφή με το μολυβδοκόνδυλο πάνω στην επιτύμβια στήλη,
η τελευταία επιστολή τού αυτόχειρος,
λειτουργούν ως μνημονικά ίχνη που θέτουν σε
κίνηση τη διαδικασία τής συγγραφής
.****


Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, Αρτεμίδωρος & Φρόυντ. Ερμηνευτικές θεωρίες & λογοτεχνικά όνειρα (έκδ. Εξάντας, Αθήνας 2005, σσ. 189-191, 191-192). - Το ενσωματωμένο motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 195). Και οι κατακλείδες, ομοίως (ό.π., σσ. 196, 197).

-----
* Το αρκτικό motto Αντώνης Φωστιέρης, απ’ εδωδά.

Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2025

ψυχανάλυση και λογοτεχνία


Εσπέρα έαρος: ήχος θαλάσσης
φύσημα φοινικικού ρυθμού.*

[...] Ο Foucault [ενν. στον τρίτο τόμο τής Histoire de la sexualité] θεωρεί ότι το κείμενο τού Αρτεμίδωρου παρουσιάζει ιδιαίτερο θεωρητικό ενδιαφέρον στο πλαίσιο μιας ιστορίας των ερωτικών ηθών τής αρχαιότητας. [...] επικεντρώνει την ανάλυσή του στην περιγραφή των σεξουαλικών επαφών στα όνειρα που παρουσιάζει ο Αρτεμίδωρος και τις συνδυάζει με το θετικό ή αρνητικό φορτίο που φέρουν: «κατά νόμον», «παρά νόμον» και «παρά φύσιν».

*

Οι αφηγηματολογικές προλήψεις: Τα όνειρα λειτουργούν προφητικά ως προς τα όσα μέλλουν να συμβούν στην αφήγηση, αποτελούν με τον τρόπο αυτό σχόλια στη γραμμικότητα τής αντίληψης τού χρόνου υπονομεύοντας τις συμβάσεις τού ρεαλισμού, χωρίς ωστόσο να τίς καταλύουν. Το όνειρο τής Αμέρσας, τής δεύτερης κόρης τής Φραγκογιαννούς, στη «Φόνισσα» [...]

όνειρα «ονειροσβέστες»: Όνειρα που υπηρετούν την καθεστηκυία τάξη των πραγμάτων, που καταλύουν το ονειρικό επίπεδο. [...] τής Κρουστάλλως, στον Ζητιάνο τού Ανδρέα Καρκαβίτσα [...]

όνειρα που προτείνουν το φανταστικό με όρους πραγματικού: Πρόκειται για εκείνα τα όνειρα που δημιουργούν έναν εναλλακτικό αφηγηματικό χώρο και κατασκευάζουν τον άλλο, την ετερότητα: καταλύουν τις ρεαλιστικές συμβάσεις, ανατρέπουν την αφηγηματική σειρά και προτείνουν το φανταστικό με όρους πραγματικού.

Υπάρχουν αρκετά όνειρα, ονειροπολήσεις καθώς και μια περίπτωση εγκοίμησης στα διηγήματα τού Γεωργίου Βιζυηνού. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως π[ρος τη λειτουργία τού χρόνου και τη διαπλοκή τού ρεαλιστικού και τού φανταστικού στοιχείου τής αφήγησης έχουν τα όνειρα στο διήγημα «Το μόνον τής ζωή του ταξείδιον» [...].

*

[στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, «Υπό την βασιλικήν δρύν»:] Ο άνδρας αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο μια εμπειρία που είχε όταν ήταν ένδεκα ετών παιδί με το δέντρο, το οποίο τον μάγευε και ήταν για αυτόν η ερωτική επιθυμία: «Μ' έθελγε, μ' εκήλει, μ' εκάλει εγγύς της. Επόθουν να πηδήσω από τού υποζυγίου, να τρέξω πλησίον της, να την απολαύσω· να περιπτυχθώ τον κορμόν της, όστις θα ήτον αγκάλιασμα διά πέντε παιδιά ως εμέ, και να τον φιλήσω».

Η επιθυμία αυτή εντεινόταν επειδή οι μεγάλοι δεν τον άφηναν να φύγει από κοντά τους για να πάει να αγκαλιάσει το δέντρο. Εντεινόταν επίσης επειδή την περιοχή όπου βρισκόταν η βασιλική δρυς την επισκέπτονταν στις γιορτές τής Άνοιξης [...].

Μέχρις ότου μια χρονιά (το 186...), Μεγάλο Σάββατο, μετά την Πρώτη Ανάσταση και πριν τελειώσει η λειτουργία, αφού την προηγουμένη νύχτα είχε ονειρευτεί τη δρύ «την θεσπεσίαν και υψηλήν...», ξεφεύγει για να την αναζητήσει, ελπίζοντας ότι η απουσία του θα περάσει απαρατήρητη, για [να] ασπασθεί την ερωμένη του, όμως μάς λέει ο ίδιος.

Καθ' οδόν χάνεται, αλλά ο όγκος τού δέντρου τον προσανατολίζει και τον καθοδηγεί· φθάνει «κατάκοπος, κάθιδρως και πνευστιών», κυλιέται στη χλόη, στις παπαρούνες και στα χαμολούλουδα και, επειδή δεν είχε κοιμηθεί καλά τη νύχτα, ονειρευόμενος τη δρύ, αποκοιμιέται κάτω από τον ίσκιο τού δέντρου και ονειρεύεται.

Το όνειρό του είναι η μεταμόρφωση τής δρυός σε γυναίκα, τής οποίας περιγράφει τα μέλη: «εύτορνοι κνήμαι, οσφύς, κοιλία, στέρνον, κόλποι γλαφυροί, κόμη πλουσία κόρης»· και το συμπέρασμα «δεν είναι δέντρον, είναι κόρη».

Το όνειρο όμως δεν τελειώνει με αυτή την ταύτιση. Πριν ξυπνήσει το παιδί, ακούει το δέντρο να τού ζητάει να μην το κόψουν γιατί η νύμφη που βρίσκεται σε αυτό δεν είναι αθάνατη, ζεί όσο η δρύς· διαφορετικά ακουσίως θα γίνει κακό.

Δύο είναι τα όνειρα στο κείμενο και σε κατοπτρική σχέση μεταξύ τους:

το όνειρο τής νύχτας, με θέμα το δέντρο, που οδηγεί στην έξαρση τής επιθυμίας και στην αναζήτηση τής επόμενης ημέρας· και

το όνειρο κάτω από τον ίσκιο τού δέντρου, με θέμα τη μεταμόρφωση τής δρυός σε γυναίκα, που συνιστά την εκπλήρωση τής επιθυμίας και την επιβεβαίωση τής παιδικής παντοδυναμίας.

Αυτή η παντοδυναμία θριαμβεύει άλλωστε όταν η οπτική γωνία τού παιδιού συμπίπτει με αυτήν τού ενηλίκου, μια και το τελευταίο μέρος τού δεύτερου ονείρου, η προειδοποίηση τής νύμφης, εκπληρώνεται με τον θάνατο τού ξυλοκόπου που έκοψε τη δρύ,

ενώ, παράλληλα, η ταύτιση δρυός και γυναικός εικονογραφεί την εγκυκλοπαιδική γνώση τής μυθολογίας: το παιδί είχε βιώσει αυτά που θα επιβεβαίωναν οι αναγνώσεις τού ενηλίκου.

*

Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι το όνειρο λειτουργεί στη λογοτεχνία πάντοτε εκ των υστέρων. Δηλαδή η σημασία του στην αφήγηση προσδιορίζεται από την εξέλιξη και την απόληξή της· ο αναγνώστης, ολοκληρώνοντας την ανάγνωση, αντιλαμβάνεται τη λειτουργία τού ονείρου στο λογοτεχνικό κείμενο ως διαδικασία επίρρωσης ή ανατροπής των αφηγηματικών συμβάσεων και όχι αναγκαστικά ως αυτοβιογραφική αναφορά·

επίσης, την αντιλαμβάνεται ως επέμβαση στη γραμμική λειτουργία τού χρόνου, ιδίως αν ο κυρίαρχος αφηγηματικός τρόπος είναι ο ρεαλιστικός.

Το όνειρο αποτελεί λοιπόν μια κατασκευή τού παρόντος για την αιτιολόγηση τής καταγωγής του χάρις στην οποία το υποθετικό παρελθόν μετατρέπεται σε σημείο αναφοράς.

Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, Αρτεμίδωρος & Φρόυντ. Ερμηνευτικές θεωρίες & λογοτεχνικά όνειρα (έκδ. Εξάντας, Αθήνας 2005, σσ. 163, 202, 203, 203-204, 213, 214-215, 215-216).

-----
* Το motto δίστιχο του Κυριάκου Χαραλαμπίδη από το ποίημα 'Χοροεσπερίς εν Λάρνακι τω 1895' από την συλλογή Δοκίμιν (έκδ. Άγρα, Αθήνα 2000, σ. 173).


Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2025

και η αξία τού ονείρου;


«η εκτίμηση [....] των αρχαίων λαών προς το όνειρο
είναι θεμελιωμένη σε μια σωστή ψυχολογική διαίσθηση
και εκφράζει το σεβασμό τους για το αδάμαστο και ακατάλυτο
στην ανθρώπινη ψυχή, το 'δαιμονικό', που παράγει την ονειρική επιθυμία
και που το ξαναβρίσκουμε να λειτουργεί στο ασυνείδητό μας»*

[...] ας σταθούμε στην καταληκτική παράγραφο τής Ερμηνείας των ονείρων και στη θέση που διατυπώνει σε αυτήν ο Φρόυντ: «Και η αξία τού ονείρου για τη γνώση τού μέλλοντος; Γι' αυτό φυσικά δεν μπορεί να γίνει λόγος. Αντ' αυτού θα θέλαμε να πούμε: για τη γνώση τού παρελθόντος. Διότι από κάθε άποψη το όνειρο προέρχεται από το παρελθόν. Βέβαια και η παλαιά δοξασία, ότι το όνειρο μάς δείχνει το μέλλον, μπορεί να έχει μια δόση αλήθειας.

Καθώς το όνειρο μάς παρουσιάζει μια επιθυμία ως εκπληρωμένη, μάς οδηγεί οπωσδήποτε στο μέλλον· αλλά αυτό το μέλλον, το οποίο ο ονειρευόμενος εκλαμβάνει ως παρόν, είναι διαμορφωμένο από την ακατάλυτη επιθυμία του ως ακριβές ομοίωμα τού παρελθόντος».

*

Το κοινό σημείο λοιπόν τής ονειροκριτικής θεωρίας τού Αρτεμίδωρου και τής ψυχαναλυτικής θεωρίας τού Φρόυντ είναι ότι χρησιμοποιούν την ομοιότητα για να συνδέσουν το όνειρο, που αποτελεί έκφραση τού ανθρώπου στον κόσμο τού ύπνου, με τις πράξεις που τον εκφράζουν στον κόσμο τής εγρήγορσης, εστιάζοντας ο μεν στο μέλλον, στο οποίο προβάλλεται το παρελθόν, και ο δε στο παρελθόν, το οποίο επικαθορίζει το μέλλον.

Με τον τρόπο αυτό αναλογίζονται τη σχέση παρελθόντος-παρόντος-μέλλοντος και προτείνουν μια μη γραμμική λειτουργία τού χρόνου. Αυτό και στους δύο επιτυγχάνεται με τον αναλογικό τρόπο σκέψης, ο οποίος συνδυάζεται με το κεκτημένο -ανάλογα με την εποχή τού καθενός- τής εμπειρικής παρατήρησης: «τήρησις» για τον πρώτο, θετικές επιστήμες για τον δεύτερο.

*

[...] ο αναλογικός τρόπος σκέψης θεωρητικοποιείται με την αριστοτελική έννοια τής μεταφοράς. [...] Αντίστοιχα χαρακτηριστικά με τη μεταφορά έχουν δύο φροϋδικές έννοιες, οι οποίες δεν είναι πάντοτε εύκολο να διαχωριστούν, η ερμηνεία (Deutung) και η κατασκευή (Konstruktion).

*

Σύμφωνα με τον Φρόυντ, ό,τι απουσιάζει είναι εξίσου σημαντικό με ό,τι ανευρίσκεται ή αναφέρεται, αυτό που ο αρχαιολόγος ή ο ψυχαναλυτής συνάγει είναι εξίσου σημαντικό με αυτό που βλέπει ή ακούει.

Ο Φρόυντ υποστηρίζει «ότι η αναλυτική εργασία αποτελείται από δύο εντελώς διαφορετικά μέρη, ότι εκτελείται σε δύο χωριστές σκηνές και γίνεται από δύο ανθρώπους, ο καθένας από τούς οποίους έχει άλλη αποστολή. [...] ο αναλυόμενος πρέπει να οδηγηθεί ώστε να ξαναθυμηθεί κάτι που έζησε και απώθησε [...]. Ο αναλυτής δεν έζησε ούτε απώθησε τίποτε από τα ζητούμενα, δεν μπορεί να είναι δουλειά του να θυμηθεί κάτι.

Ποιά είναι λοιπόν η αποστολή του; Πρέπει να μαντέψει το ξεχασμένο υλικό από τα σημάδια που άφησε πίσω του ή, πιο σωστά, να το κατασκευάσει. Η εργασία του [...] έχει πολλά κοινά σημεία με τη δουλειά τού αρχαιολόγου που ανασκάπτει έναν κατεστραμμένο και θαμμένο οικισμό, ή ένα κτήριο τού παρελθόντος».

Η θέση αυτή του Φρόυντ καθιστά σαφές ότι τα δύο μέρη τής ψυχαναλυτικής διαδικασίας έχουν μια σχέση με το παρελθόν, σύμφωνα με την οποία το ένα (ο αναλυόμενος) επιχειρεί, επιτυχώς ή ανεπιτυχώς, να θυμηθεί, και το άλλο (ο αναλυτής) να κατασκευάσει και να παραστήσει μια αφήγηση που αφορά το παρελθόν και βασίζεται στις αναμνήσεις και στην απουσία αναμνήσεων.

*

Ο Φρόυντ τονίζει ότι η σύγχρονη προσέγγιση πρέπει να ακολουθήσει τα βήματα των ερμηνευτών ονείρων τής αρχαιότητας, κατά τη διάρκεια τής οποίας υπήρχαν δύο μέθοδοι για την ανακάλυψη τού νοήματος των ονείρων: η συμβολική, οι ερμηνείες τής οποίας ήταν κατ' ουσίαν αυθαίρετες, και η κρυπτογραφική, η οποία «μεταχειρίζεται το όνειρο ως ένα είδος κρυπτογραφίας, όπου κάθε σημείο μεταφράζεται σύμφωνα με σταθερά προκαθορισμένο κλειδί σε άλλο σημείο με γνωστή σημασία».

[...] Το πρόβλημα με την κρυπτογραφική μέθοδο, κατά τον Φρόυντ, ήταν ότι η αξιοπιστία τού κλειδιού δεν ήταν εγγυημένη και ότι το κλειδί δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στο όνειρο ως σύνολο, αλά μόνο σε μεμονωμένα στοιχεία του.

Η δική του τεχνική διαφέρει σε ένα ουσιώδες σημείο από την αρχαία μέθοδο, επειδή, όπως γράφει, αναθέτει το έργο τής ερμηνείας στον ίδιο τον ονειρευόμενο.

Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, Αρτεμίδωρος & Φρόυντ. Ερμηνευτικές θεωρίες & λογοτεχνικά όνειρα (έκδ. Εξάντας, Αθήνας 2005, σσ. 152-153, 154, 155 157-158, 160-161, 161). Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 160).

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2025

και το έργο τέχνης


Στα κείμενά του για την τέχνη ο Φρόυντ διαμορφώνει μια θεωρία η οποία στόχο έχει να υπογραμμίσει τις αναλογίες μεταξύ τής λογοτεχνικής δημιουργίας και τής καθημερινής εμπειρίας.

Οι αναλογίες αυτές εδράζονται στη θεωρία τής μετουσίωσης, στις παρατηρήσεις για το παιδικό παιχνίδι και στην εκπλήρωση τής μεταμφιεσμένης επιθυμίας, όπως περιγράφεται στη θεωρία τού ονείρου.

Ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι προσεγγίζει το έργο τέχνης και το λογοτεχνικό κείμενο από δύο πλευρές: από αυτήν τής δημιουργίας (ή, σύμφωνα με έναν άλλο κώδικα, τής παραγωγής) του και από αυτήν τής πρόσληψηςκατανάλωσής) του.

*

Βασική του θέση είναι ότι ο άνθρωπος ουδέποτε απαρνείται κάτι που τού προσφέρει απόλαυση, απλώς υποκαθιστά μια μορφή απόλαυσης με μιαν άλλη. Κατά συνέπεια, υποστηρίζει ότι περνάει κανείς από το παιχνίδι στη φαντασίωση, ότι δηλαδή οι φαντασιώσεις των ενηλίκων θα έμοιαζαν με το παιδικό παιχνίδι αν είχαν τη δυνατότητα να συνδεθούν με την πραγματικότητα των άλλων·

όμως δεν έχουν αυτή τη δυνατότητα, μια και δεν παίρνουν ποτέ μια μορφή ανακοινώσιμη και παραμένουν απόλυτα ιδιωτικές. Με μια εξαίρεση, τις φαντασιώσεις εκείνες που παίρνουν τη μιρφή μιας γραπτής μυθοπλαστικής αφήγησης, ενός μυθιστορήματος με την ευρύτερη δυνατή σημασία τού όρου.

Κατά συνέπεια, ο Φρόυντ διακρίνει ανάμεσα στη δημιουργική γραφή και στη φαντασίωση με κριτήριο την προσθήκη, το πλεόνασμα, τής μορφής· με άλλα λόγια, με κριτήριο κάποια μορφή αισθητικής, η οποία καθιστά το προϊόν τής φαντασίωσης λογοτεχνικό κείμενο, το «αισθητικοποιεί», το «κοινωνικοποεί» και τού προσδίδει μια σχέση με την εκτός αυτού πραγματικότητα.

*

Το σύντομο αυτό κείμενο [ενν. «Ο ποιητής και η φαντασίωση» (1908)] έχει καταστατική σημασία στη σύνδεση τής φροϋδικής θεωρίας για τα όνειρα με αυτήν για την λογοτεχνία. 'Οπως τονίζει ο Paul Ricoeur,

πρώτον, εισάγει την έννοια τού παιχνιδιού, το οποίο, όπως ο ίδιος ο Φρόυντ θα αναπτύξει στο Πέραν τής αρχής τής ηδονής, σημαίνει τον έλεγχο τής απουσίας, έναν έλεγχο που διαφέρει από την παραισθητική εκπλήρωση επιθυμιών·

δεύτερον, επειδή ακριβώς δεν διεισδύει στα εσώτερα τής καλλιτεχνικής δημιουργίας, σχολιάζει την απόλαυση που αυτή προσφέρει και την τεχνική που υιοθετεί για την επεξεργασία των φαντασιώσεων:

ο συγγραφέας αφενός απαλύνει τον εγωιστικό χαρακτήρα των φαντασιώσεων με αλλαγές και αποκρύψεις και αφετέρου δωροδοκεί τον αναγνώστη με την αισθητική απόλαυση που προσφέρει η γραπτή μορφή τους, με ένα είδος «προκαταρκτικής απόλαυσης» (Vorlust), που υπόσχεται και προοιωνίζεται μεγαλύτερη απόλαυση από «βαθύτερες πηγές τής ψυχής».

*

[...] εδώ έγκειται η σημασία τής θεωρίας τής μετουσίωσης και των απόψεων για το παιδικό παιχνίδι, που επιτρέπουν στον ψυχαναλυτικό λόγο:

πρώτον, να υπογραμμίσει τη σημασία τής πρόσληψης τού έργου τέχνης και τού λογοτεχνικού κειμένου·

δεύτερον, να καταδείξει τις ομοιότητες που υπάρχουν ανάμεσα στην καλλιτεχνική ή τη λογοτεχνική παραγωγή και την καθημερινότητα·

τρίτον, να προχωρήσει στη μελέτη των καθημερινών και κοινών σε όλους φαινομένων, όπως τού ονείρου, τής φαντασίωσης, τού παιδικού παιχνιδιού, μέσω τής γνώσης που παρέχει η λογοτεχνία και η τέχνη.

[...] Η μετατροπή των ενορμήσεων σε κοινωνικά καταξιωμένες συνδέεται με την εκπλήρωση των μεταμφιεσμένων με βάση τους μηχανισμούς του ονείρου επιθυμιών·

Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, Αρτεμίδωρος & Φρόυντ. Ερμηνευτικές θεωρίες & λογοτεχνικά όνειρα (έκδ. Εξάντας, Αθήνας 2005, σσ. 139-140, 143-144, 144-145, 146, 146-147).