Σάββατο, 27 Ιουνίου 2009

το αίσθημα του ωραίου και το αίσθημα του υπέροχου


Το αίσθημα αυτό είναι διττό: αποτελείται από το αίσθημα του ωραίου και αυτό του υπέροχου· οι συγκινήσεις τους είναι ευχάριστες, αλλά με διαφορετικό τρόπο. Η όψη των χιονισμένων κορυφών μιας οροσειράς που υψώνονται πάνω από τα σύννεφα, η περιγραφή ενός κυκλώνα ή του βασιλείου της κολάσεως (Milton) μάς παρέχουν μια απόλαυση ανάμεικτη με τρόμο. Η θέα των ανθισμένων λιβαδιών, οι ελικώσεις των ποταμών και τα βοσκοτόπια, η περιγραφή των Ηλυσίων ή η ομηρική αναπαράσταση του κεστού της Αφροδίτης μάς προξενούν επίσης ευχάριστα συναισθήματα, που δεν αποπνέουν όμως παρά μόνο ιλαρότητα και χαρμονή. Για να μπορεί κανείς να προσοικειωθεί, σ’ όλη της την ισχύ, την πρώτη εντύπωση, πρέπει να διαθέτει το αίσθημα του υπέροχου, για να μπορεί να απολαύσει τη δεύτερη, το αίσθημα του ωραίου.

Οι πελώριες βελανιδιές και οι μοναχικές βαθύσκιες φυλλωσιές σ’ ένα παρθένο δάσος είναι υπέροχες· τα ανθοτόπια, οι μικροί φράχτες, οι ομοιόσχημα κλαδεμένες δενδροσειρές είναι ωραία. Η νύχτα είναι υπέροχη, η ημέρα είναι ωραία. Αυτοί που διαθέτουν το αίσθημα του υπέροχου οδηγούνται στα υψηλά αισθήματα της φιλίας, της αιωνιότητας, της περιφρόνησης του κόσμου, μέσα στη γαλήνια σιωπή μιας καλοκαιρινής νύχτας, όταν η τρεμάμενη λίμνη των άστρων διατρέχει τη μελανόχροη νύχτα και το φεγγάρι εμφανίζεται μοναχικό στο στερέωμα. Το φέγγος της μέρας γεννά, μαζί με το ζήλο για εργασία, ένα αίσθημα χαράς. Το υπέροχο ταράσσει, το ωραίο γοητεύει.

Το πρόσωπο αυτού που διαπερνάται από το αίσθημα του υπέροχου αποπνέει την αυστηρότητα και, συχνά, την έκπληξη, το ζωηρό αίσθημα του ωραίου αναγγέλλεται από το φωτεινό βλέμμα, το χαμόγελο και, συχνά, από τη θορυβώδη ευθυμία. Το υπέροχο παρουσιάζεται με διάφορες μορφές. 'Αλλοτε συνοδεύεται από βαρυθυμία ή τρόμο, άλλοτε από σιωπηλό θαυμασμό, και άλλοτε συνδυάζεται με το αίσθημα μιας σεβάσμιας ευμορφίας. Αποκαλώ υπέροχο-τρομακτικό το πρώτο είδος υπέροχου, υπέροχο-ευγενές το δεύτερο, υπέροχο-μεγαλοπρεπές το τρίτο. Μια βαθιά μοναξιά είναι υπέροχη, αλλά εμπνέει τρόμο.



Immanuel Kant, Παρατηρήσεις πάνω στο αίσθημα του ωραίου και του υπέροχου, [κεφ. πρώτο: Διάφορα αντικείμενα του αισθήματος του ωραίου και του υπέροχου], (μτφρ. Χ. Τασάκος, έκδ. Prinda, Αθήνα 2001 (2η), σσ. 25-26).



Τρίτη, 23 Ιουνίου 2009

για το ωραίο



'Οσοι πολεμούν σήμερα [1948] για την ελευθερία, σε τελευταία ανάλυση αγωνίζονται για το ωραίο. Εννοείται ότι δεν υπερασπίζονται το ωραίο καθαυτό. Το ωραίο δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τον άνθρωπο, και μόνο αν συμπαρασταθούμε στην ανθρώπινη δυστυχία θα αποδώσουμε στην εποχή μας το μεγαλείο και τη γαλήνη της. Δεν μπορούμε πια να είμαστε μοναχικοί. Αλλά και ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει χωρίς το ωραίο, κι αυτό η εποχή μας προσποιείται ότι το αγνοεί. Τεντώνεται για να φτάσει το απόλυτο και την εξουσία, θέλει να μεταμορφώσει τον κόσμο προτού τον εξαντλήσει, να τον βάλει σε τάξη προτού τον κατανοήσει. 'Ο,τι κι αν ισχυρίζεται, λιποτακτεί απ' αυτό τον κόσμο. Στο νησί της Καλυψώς ο Οδυσσέας μπορεί να διαλέξει ανάμεσα στην αθανασία και την πάτρια γη. Διαλέγει τη γη του, και μαζί το θάνατο. Μια τόσο απλή μεγαλοσύνη μοιάζει στις μέρες μας ξένη. Αλλοι θα πούν ότι μάς λείπει η ταπεινοφροσύνη.


Albertus Camus, Η εξορία της Ελένης [L’ exile d’ Helene, 1948] - (μτφρ. Χρ. Λιοντάκης, έκδ. 'Αγρα – φυλλάδια, Αθήνα Νοεμ. 1983, σσ. 8-9).


Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2009

η εξορία της ομορφιάς



Εμείς εξορίσαμε την ομορφιά, οι 'Ελληνες πολέμησαν γι' αυτήν. Πρώτη, αλλά θεμελιώδης διαφορά. Η ελληνική σκέψη κατέφευγε πάντα στην ιδέα του μέτρου. Δεν εξώθησε τίποτε ως την υπερβολή, ούτε το θείο ούτε το λόγο. Αγκάλιασε τα πάντα, εξισορροπώντας τη σκιά με το φώς. Αντίθετα η Ευρώπη μας, ριμαγμένη στην κατάκτηση των πάντων, είναι κόρη της 'Υβρεως. Αρνιέται την ομορφιά, όπως αρνιέται ό,τι δεν εξυμνεί. Και, με διαφορετικούς έστω τρόπους, ένα μόνο εξυμνεί: τη μέλλουσα κυριαρχία της λογικής. Στην τρέλα της μεταθέτει τα ακατάλυτα όρια, και αμέσως οι σκοτεινές ερινύες ορμούν και την ξεσκίζουν. Η Νέμεσις, θέα του μέτρου, όχι της εκδίκησης, αγρυπνεί. Τιμωρεί χωρίς οίκτο όσους ξεπερνούν τα όρια.


Albertus Camus, Η εξορία της Ελένης [L' exile d' Helene, 1948] - (μτφρ. Χρ. Λιοντάκης, έκδ. 'Αγρα – φυλλάδια, Αθήνα Νοεμ. 1983, σ. 2).

Επειδή σάς άρεσε η πρώτη γεύση...


Δευτέρα, 15 Ιουνίου 2009

η εξορία της Ελένης


Η Μεσόγειος έχει την τραγικότητα του ήλιου της, διαφορετική από την τραγικότητα της ομίχλης. Κάποιες βραδιές στη θάλασσα, στους πρόποδες των βουνών, η νύχτα πέφτει στην τέλεια καμπύλη ενός ορμίσκου, και τότε μια εναγώνια πληρότητα ανεβαίνει από τα σιωπηλά νερά. Σ' αυτούς τους τόπους μπορούμε να καταλάβουμε ότι οι αρχαίοι 'Ελληνες μόνο με την ομορφιά και το δυναστευτικό της στοιχείο κατόρθωσαν να αγγίξουν τα όρια της απελπισίας. Σ' αυτή τη μακάρια δυστυχία, η τραγωδία κορυφώνεται.

Αντίθετα, η εποχή μας έθρεψε την απελπισία της μέσα στην ασχήμια και το σπαραγμό. Αν ποτέ μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε τον πόνο ευτελή, τότε και η Ευρώπη θα άξιζε τον ίδιο χαρακτηρισμό.


Albertus Camus, Η εξορία της Ελένης [L' exile d' Helene, 1948] - (μτφρ. Χρ. Λιοντάκης, έκδ. 'Αγρα – φυλλάδια, Αθήνα Νοεμ. 1983, σ. 1).


Πέμπτη, 11 Ιουνίου 2009

ό,τι ωραίον


Μην αγγίζετε ό,τι ωραίον.
Ωραίο είναι εκεί
που το συνάντησε η ματιά σας.

Αυτή η ματιά
γίνεται πια
ο ωραίος τόπος.



'Αγγελος Καλογερόπουλος, Το φωτεινό παράθυρο (έκδ. 'Ινδικτος, Αθήνα 2004, σ. 17).


Κυριακή, 7 Ιουνίου 2009

αιδοίον, οξύθυμον


κερδών άθικτον τούτο βουλευτήριον,
αιδοίον, οξύθυμον, ευδόντων ύπερ
εγρηγορός φρούρημα γης καθίσταμαι.


Αδέκαστο στήνω το Βουλευτήριο τούτο,
αγέλαστο και σεβαστό, φρουρό που ξαγρυπνά
στης κοιμισμένης πόλης το προσκέφαλο.



Αισχύλου, Ευμενίδες (704-6).

-----
(είναι η Αθηνά που θεσμίζει εδώ τον 'Αρειο Πάγο).


Πέμπτη, 4 Ιουνίου 2009

καλώ γενέσθαι τάνδοθεν


ΣΩ......Ουκούν ευξαμένω πρέπει τοίσδε πορεύεσθαι;
ΦΑΙ....Τί μήν;
ΣΩ......'Ω φίλε Παν τε και άλλοι όσοι τήδε θεοί, δοίητέ μοι καλώ γενέσθαι τάνδοθεν· έξωθεν δε όσα έχω, τοις εντός είναί μοι φίλια. Πλούσιον δε νομίζοιμι τον σοφόν·το δε χρυσού πλήθος είη μοι όσον μήτε φέρειν μήτε άγειν δύναιτ' άλλος ή ο σώφρων.
...........'Ετι άλλου του δεόμεθα, ω Φαίδρε; Εμοί μεν γαρ μετρίως ηύκται.


ΣΩ......Μα δεν πρέπει να προσευχηθούμε σ' αυτούς εδώ τους θεούς προτού φύγωμε;
ΦΑΙ....Πώς όχι;
ΣΩ......Αγαπητέ μου Πάνα και σεις οι άλλοι θεοί αυτού εδώ του τόπου, δώστε μου να γίνω όμορφος μέσα μου. Και όσα έχω έξωθέ μου να είναι φιλιωμένα με όσα έχω μέσα μου. Πλούσιος όμως να μού φαίνεται ο σοφός. Και χρυσού πλήθος νάχω όσο μήτε να σηκώση μήτε να βαστάξη ημπορεί επάνω του άλλος παρά ο φρόνιμος.
...........Χρειαζόμαστε τίποτε άλλο ακόμα, Φαίδρε μου; Γιατί εγώ δα κράτησα σωστό μέτρο στην προσευχή μου.


Πλάτωνος, Φαίδρος 279b-c


Ο Σωκράτης επίσης προσεύχεται στο 220c του Συμποσίου. Αλλά και στο τέλος του Φαίδωνα προβάλει ως τελευταία του επιθυμία να θυσιάσουν οι μαθητές του έναν κόκορα για την καλή ευόδωση της φυγής του.