Τετάρτη, 1 Φεβρουαρίου 2012

εκ μέσου των πετρών δώσουσι φωνήν



ίνα καρποφορήσωμεν τω Θεώ [...]
εν καινότητι πνεύματος...


«Ψηλά στον τρισχαριτωμένο ναό της Περιβλέπτου [στον Μυστρά], ανάμεσα από αβέβαιες επικίνδυνες σκαλωσιές, ανάερα κρεμασμένος σαν πολυέλαιος της εκκλησιάς, με την άσπρη εργατική μπλούζα του, με την παλέτα και το πινέλο στα χέρια, στρογγυλοπρόσωπος κι εκστατικός, πρόβαλε καλοσωρίζοντάς με ο Κόντογλου. Ποτέ δεν είδα αυτόν τον άνθρωπο, χωρίς να σκιρτήσει η καρδιά μου. Στο δρόμο περνώντας, βλέπεις χιλιάδες ανθρώπους και λες: νεκροταφείο κινούμενο είναι ο δρόμος. 'Ολοι τούτοι πέθαναν ή θα πεθάνουν. Σαν τα πρόβατα, σαν τις όρνιθες, καταχτυπούν μια στιγμή τις σκόνες και τα πεζοδρόμια κι ύστερα θα χαθούν, σαν να μην υπήρξαν ποτέ τους. Και ξάφνου βλέπεις έναν και τινάζεσαι χαρούμενος. Λες: τούτος δεν θα πεθάνει. Τούτος έχει ψυχή, πιάνει την ύλη και την κάνει πνεύμα, τού δόθηκε μια στάλα εφήμερη ζωή και την κάνει αθανασία... τα μάτια του λάμπουν κι είναι τα χέρια του γεμάτα ανυπομονησία και δύναμη. Κι όταν τον παρασφίξει η πίκρα, αρχινάει και ψέλνει ένα τροπάρι: «Τη υπερμάχω στρατηγώ τα νικητήρια...» ή «Σιγησάτω πάσα σαρξ βροτεία...». Κι η πίκρα ξορκίζεται κι η γης μετατοπίζεται κι ο Κόντογλου, με τα σγουρά μαλλιά του, με τα μεγάλα του μάτια μπαίνει ολάκερος στον παράδεισο».



Γράφει, [ποιός;], ο Καζαντζάκης για τον κυρ-Φώτη Κόντογλου, στο άρθρο του: «Θνητοί και Αθάνατοι»! Αντλημένο από άρθρο της 'Εφης Μαυρομιχάλη (Λέκτορος της Ιστορίας της Τέχνης), με θέμα: «Φώτης Κόντογλου: Ο ζωγράφος της πονεμένης Ρωμηοσύνης», απ' εδωδά.


-----
Ο τίτλος του παρόντος είναι στίχος ειλημμένος εκ του Προοιμιακού ψαλμού. Το motto, όμως, εκ της Προς Ρωμαίους (ζ' 4,6) επιστολής του Παύλου. Ο ίδιος.-

Δεν υπάρχουν σχόλια: