Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2015

πεθαίνω σα χώρα


'Οσοι άκουσαν τον προεδρικό λόγο (γιατί δεν ήσαν λίγοι εκείνοι που γύρισαν το κουμπί), ξεστόμισαν τις χειρότερες βρισιές και για τον πρόεδρο και για τον λόγο του και για την χώρα, παρακινώντας ακόμα και τα μικρά παιδιά να επαναλαμβάνουν ρυθμικά τα βρισίδια χτυπώντας όλα μαζί παλαμάκια.
Γριές που είχαν δεί αμέτρητες φορές παρόμοια γεγονότα, που είχαν ζήσει σφαγές, αλώσεις, προσφυγές, επιδρομές κάθε λογής βαρβάρων ή πολιτισμένων, διωγμούς κι εξανδραποδισμούς, πόλεις ακμαίες και φουντωμένα δάση και κάμπους μεστωμένους να καίγονται σαν τα δαδιά και να μη μένει τίποτα όρθιο από τους μόχθους γενεών και γενεών,
και κορίτσια να βιάζονται μέσα σε γκρεμισμένα σπίτια δέκα και είκοσι φορές σε μια ώρα από ξαμολημένους φαντάρους και μετά να ξεκοιλιάζονται με ξιφολόγχες, βρέφη να αποκεφαλίζονται με μια κοφτή σπαθιά στον αέρα ή να πυροβολούνται εξ επαφής μες στην αγκαλιά της μάνας τους, φαμίλιες να ξεσπιτώνονται και να αποδεκατίζονται σαν τρυγόνια μ' απανωτές μπαταριές-
«τότε πρώτον παίδες μεν γονέων, γυναίκες δε ανδρών και φίλοι φίλων και οι καθ' αίμα των ομοίων ελεεινώς εχωρίζοντο»,
κι αγόρια με μισό πόντο τρίχα στο στήθος και συγκεντρωμένη όλη τη δύναμη του κεραυνού του Δία στα όργανα που συγκλίνουν στην πρόκληση της ισχυρότερης έξαρσης των αισθήσεων, να στήνονται πενήντα-πενήντα μπροστά σ' εκτελεστικά αποσπάσματα μόνο και μόνο για να αφανιστεί ο σπόρος της ζωής μέσα τους,
και τα νερά να γίνονται κόκκινα σαν το τριαντάφυλλο απ' το αίμα, κι ανθρώπους να τρελαίνονται απ' τις αβάσταχτες συμφορές και να τρέχουν κατάμαυροι απ' τα δάκρυα από δώ κι από κεί ουρλιάζοντας σαν τα τσακάλια και σχίζοντας τα μάγουλά τους μέσα στον αδυσώπητο ίλιγγο της αποκάλυψης του πύρινου κενού της ζωής και στον εφιάλτη της υπέρβασης εκείνου του ορίου που την κάνει τόσο ανυπόφορη όσο και μια χούφτα αναμμένα κάρβουνα χωμένα μες στο στόμα,
γριές που ούτε κι αυτές οι ίδιες δεν ήξεραν να πούν την ηλικία τους και μεταφέρονταν σαν ιερά λείψανα προαιώνιων κι ανώνυμων αγίων πάνω στ' αυτοκίνητα, αντί να σηκώσουν το χέρι τους και να σταυροκοπηθούν ακούγοντας τις αγωνιώδεις εκκλήσεις του προέδρου της Δημοκρατίας, έφτυσαν στην παλάμη τους κι έκαναν όλες μαζί, κουνώντας με νόημα το κεφάλι, την κίνηση που κάνουν οι άντρες, μικροί και μεγάλοι, με το δεξί τους χέρι όταν θέλουν να δείξουν χωρίς λόγια πως κάποιον τον έχει βαρέσει η μαλακία στο κεφάλι. (...)

Δημήτρης Δημητριάδης, Πεθαίνω σα χώρα (έκδ. Σαιξπηρικόν, Θεσ/νίκη 2010, σσ. 13-15).

Δεν υπάρχουν σχόλια: