Αν υπάρχουν θεοί, μαζί σου θα είναι πάντα,
γιατί είσαι δίκαιος άνθρωπος. Αν δεν υπάρχουν,
τότε τί νόημα έχει αυτός ο μόχθος
που ονομάζουμε ζωή;*
γιατί είσαι δίκαιος άνθρωπος. Αν δεν υπάρχουν,
τότε τί νόημα έχει αυτός ο μόχθος
που ονομάζουμε ζωή;*
[…] Η απελευθέρωση ήταν πρόσφατη, δεν ήταν μακριά. Μόλις είχεν τελειώσει εκείνη η Κατοχή, δεν γνωρίζαμε ακόμη τα κατοπινά αίματα και τ’ αλλεπάλληλα συρματοπλέγματα. Πιστεύαμε, άκαιρα, ότι τώρα πια καλοσύνεψε ο κόσμος, το κακό χάθηκε πολύ μακριά…
Έτσι ξεθαρρεύαμε.
Σιγά σιγά στήνονταν πάλι οι δουλειές, έστω του ποδαριού και της παράγκας, ξεχέρσωναν οι ξωμάχοι τα κτήματά τους και προπαντός ελευθέρωναν τη γή από τις πάμπολλες νάρκες. Σακατεύτηκαν βέβαια πολλοί, κάποιοι νέοι, όταν βοσκούσαν τα λιγοστά τους ερίφια σε μακρινότερες περιοχές, πατούσαν τις νάρκες και τα σημάδια από τις ανατινάξεις μια ζωή στη γωνιά μαζί τους μαράζι (όταν δεν τύχαινε ο ακαριαίος θάνατος, ο πιο συχνός). […]
*
[…] Απρίλης ήταν. Η νάρκη σκότωσε τον ξάδερφο μια κι όξω, έγινε κομμάτια, μέρες τά ‘ψαχναν για να κάνουν την κηδεία του. Λίγο πιο πέρα από το παραμεθόριο χωριό του Καϊμάκτσαλαν, βοσκώντας λιγοστά γίδια, ο Λιαλιάς ο Αχιλλέας κι ο ξάδερφός του, συνέβη το κακό.
Ο ξάδερφος πάτησε τη νάρκη κι έγινε κομμάτια, ο Λιαλιάς ο Αχιλλέας μετά την έκρηξη έσκουζε στην ερημιά μισοπεθαμένος, έτρεξαν κάποιοι, τελικά τον σήκωσαν, ο πατέρας του όσο γρήγορα μπορούσε τον πέρασε από την άλλη μεριά του βουνού, εκεί τον γιατροπόρεψαν, σταμάτησαν τις αιμορραγίες, σ’ ένα πρόχειρο χειρουργείο έγινε ό,τι έγινε.
Όταν πατέρας και γιος καβάλα στο άλογο γύρισαν πίσω, ο Λιαλιάς ο Αχιλλέας είχε ένα χέρι μόνο, το δεξί, το άλλο σχεδόν σύρριζα κομμένο από τον ώμο· και το ένα μάτι το αριστερό υπήρχε αλλά ήταν γκρίζο, σαν γκαζιά, σαν λευκό κουινάκι, δεν έβλεπε από κεί. […]
*
Ο μπαρμπα-Τρύφων ο Βλαντοβίτης είχε κι άλλον γιο στο Αντάρτικο. Δεν τό ‘παμε τότε. Τυχερός ήταν αυτός, δεν σκοτώθηκε, όπως ο αδερφός του, στον Εμφύλιο· μετά την ήττα οι γνωστοί δρόμοι, μαζί μ’ άλλους συναγωνιστές πέρασε στην Αλβανία, λίγο μετά στο λιμάνι, στην Αυλώνα, και εν συνεχεία στ’ αμπάρια των καραβιών, στριμωγμένοι μέρες και νύχτες αμίλητοι, είχαν εντολές να μην ακούγονται και να μη βλέπονται κυρίως, πέρασαν το Ιόνιο, πέρασαν όλο το Αιγαίο πέλαγος κι όταν έφτασαν στα Δαρδανέλια τότε μόνο ξετρύπωσαν, ξεθάρρεψαν κι ανάψανε τσιγάρο στο κατάστρωμα. Πού πήγαιναν;
Πιάσαν λιμάνι ψηλά στον Εύξεινο Πόντο τριάντα μέρες μετά, άλλες τόσες περίπου χρειάστηκε αλλάζοντας τρένα, προς Ανατολάς πάντα, για να καταλήξουν στην Τασκένδη.
Στην τρίτη πολιτεία έμεινε κάπου εννιά μήνες, ανάγκη να μπεί στο Νοσοκομείο εξαιτίας της παλιάς πληγής από τον όλμο στο Βίτσι, τού άνοιξε η οβίδα τα σπλάχνα στην κοιλιά και μπόρεσε κρατώντας τα, παραζαλισμένος, στα χέρια του να τα σώσει· να σώσει και τη ζωή του όταν μετά τη μάχη έτρεξαν οι σύντροφοι και τον σήκωσαν με προσοχή και τον πήγαν στ’ ορεινό, μα τώρα πάλι εξετάσεις πάλι γιατρούς· τον πήγαν στη Μόσχα, γλίτωσε πάλι, από κεί στο Βουκουρέστι, στο Βελιγράδι με άδεια, λίγο λίγο κατέβαινε πιο κοντά στο γεωγραφικό σημείο του χωριού του, ζήτησε να καταλήξει στα Σκόπια· και πήγε τελικά. […]
*
[…] και πέρασαν τα σύνορα, μετά την ήττα, κάπου στην Αλβανία, στην Αυλώνα κατόπιν και στ’ αμπάρια των πλοίων το ταξίδι από το Ιόνιο και το Αιγαίο πέλαγος, τα Δαρδανέλια, τον Βόσπορο· στον αέρα της Μαύρης Θάλασσας αναπνέοντας είδαν τον ήλιο ύστερα από τόσες ημέρες και πέταξαν τα δίκοχά τους ψηλά, τώρα ασφαλείς, τώρα χωρίς χτυποκάρδια στη νέα ζωή, έστω, μακριά από την Πατρίδα – μήτε τώρα…
Έπειτα το αναγκαστικό ταξίδι προς Ανατολάς, προς την έρημο των Ουζμπέκων, στην Τασκένδη καταλήξανε, συμμαζεύτηκαν, άρχισε η ζωή, για πολλούς, από το μηδέν. Σε πολιτείες εμιγκρέδων ζούσαν, το Κόμμα πάντα παρόν, άγρυπνο. Που δεν τού ‘δινε του Βάσκου την έγκριση να σπουδάσει Φιλολογία – μήτε τότε.
Τολμηρός όμως εκείνος πήγε στους Ρώσους διοικητές των Σχολών κι αυτοί τον πέρασαν στις τάξεις των πολιτικών μηχανικών, το Κόμμα τού ‘κανε αυστηρή επίπληξη γιατί παράκουσε τις δικές του διαταγές που τού απαγόρευαν (σχεδόν) να σπουδάσει -πόσες φορές δεν καταράστηκε εκείνο το ντουβαράκι στο χωριό του! [ενν. όπου μετά την απελευθέρωση κατέβηκε στο χωριό του «και μίλησε στη γλώσσα των πατέρων του», ήτοι τα εντόπια!].
Μάρκος Μέσκος, Νερό Καρκάγια. Πεζογραφήματα (έκδ. Ίκαρος, Αθήνα 2005, σσ. 25-26, 66-67, 58-59, 97). –Για την οδό διαφυγής από Αλβανία ίσαμε την Τασκένδη!
-----
* Ευριπίδη, Ιφιγένεια εν Αυλίδι (μτφρ. Παναγιώτα Πανταζή, έκδ. 5η εποχή τέχνης για το Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου, Αθήνα 2022, σ. 87).
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου