Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2005

εωθινός



Ξημερώματα ροδίζει ο σταυρός της αττικής, και 'γώ το φώς κοιτάζω. Το πεντελικόν συννεφιασμένο είναι κι οι πλαγιές του από κάτω πέφτουν. Καθώς τρέχω κατά 'κεί γκαζώνω με πιρουέτες τα ψαρόνια με κυκλώνουν πέρα, πως φεύγει φεύγω το διάσελο της πόλης έξω... Ριπές στα μάγουλα το κρύο και μιλιά δε βγάζω. Μα όσο δακρύζει το πρωΐ τί αγαπάω όλος;


6 σχόλια:

Ημερολόγιο είπε...

ποιητική η πένα σας

παπαρούνα είπε...

τί αγαπάς;
μάλλον αυτά που μόλις περιέγραψες...;)

polyvios eupatridis είπε...

φευγιό

Πάνος είπε...

Θείε - Τραγί, το πρωινό είναι (σχεδόν) πάντοτε βατό, το φως του ήλιου απλοποιεί ανακουφιστικά τα πάντα.

Νύχτα - ασετυλίνη - ψιλόβροχο - τσουχτερό κρύο - αβέβαιες κατευθύνσεις - αμαρτίες σε αναστολή - πειρασμοί σε εγρήγορση - η φύση αιώνες μακριά...

Εδώ σας θέλω!

(να σας δω)

eirineta είπε...

Πρωινή αδιαθεσία! Κυοφορία λοιπόν. Αρα ξέρετε τι αγαπάτε. Γλυκιά η προσμονή με υπολανθάνουσα αίσθηση φευγιού.
Γνώριμα μονοπάτια. Σας ζηλεύω!

το θείο τραγί είπε...

E, τί να πώ κι εγώ τώρα... Σάς ευχαριστώ όλους. Ευχαριστώ και σάς παρακολουθώ.