Παρασκευή, 25 Νοεμβρίου 2005

sxήμα ιδιόμελο


(ρυτόν *)


Πάντοτε πίστευα πως
η συντροφιά
δεν είναι στεγνή και
δεν είναι μονάχη.
Βρίσκω πως η λέξη αυτή
υποδέχεται μιάν δροσερή
ερμηνεία.
Η συντροφιά
δεν ξέρω το πώς
μα είναι υγρή.

Είναι
η πρώτη μας φύση
εντός της θαλάσσης
ως ψάρια, ή
στο βάθος της μήτρας
μιάς μάνας, όπου
παίζαμε
γεννημένοι στα
κύματα, αφρό...
...δύτες όλοι μας
στα πρώτα μας μνήματα
κλωτσώντας και
πλατσουρίζοντας.
-




* ρυτός. ο ρέων, τρέχων, ρευστός, υγρός. Σε ουδέτερο: είδος ποτηρίου, καταλήγοντος εις οξύ κάτω, πλατέως δε άνω, εν είδει κέρατος. εις το οξύ κάτω άκρον υπήρχεν οπή, δια της οποίας ο οίνος έρρεεν εις το στόμα του πίνοντος. (από λεξικό). Ιδές και τα πολύχρυσα κύπελα των μυκηναϊκών τάφων. (από μένα). losTrome, σε ευχαριστώ που έσπευσες να με διορθώσεις. Τώρα γίνεται πιο κατανοητό, νομίζω.


Τετάρτη, 23 Νοεμβρίου 2005

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2005

βυζαντίου μνήμες


Μού ήρθε με το πρωϊνό ταχυδρομείο. Πρόσκληση.




Τον Θανάση Μπακογιώργο τον έχω συνδέσει με μιά κρύα βροχερή νύχτα και την Θεσσαλονίκη του, πόλη όπου ζεί και εργάζεται (ευρυτάνας ο ίδιος) με το πενάκι του. Εκεί στο λοξό δρομάκι, την Λούη, στ' αριστερά ανεβαίνοντας την Ναυαρίνου και τον Ιππόδρομο.

Περιπλανώμενος αλώνιζα, ξέμπαρκος πάλι, ένας Θεός ξέρει τί γυρεύοντας. Γύρω σκοτάδι κι είχε μέσα φώς. Τράβηξαν το βλέμμα μου οι βυζαντινότροποι πίνακες και στο βάθος ο ίδιος. 'Ανοιξα και μπήκα. Δεν ξέρω γιατί. Κάτι οι πίνακες, κάτι το ζωντανό θέμα, γάτης που νιαούριζε. Πάλευε κάποιες λεπτομέρειες ακόμη. 'Εκθεση ετοίμαζε και βιαζόταν να προλάβει τις ημερομηνίες. Κάναμε κουβέντα. Δεν έλεγε όχι στην συντροφιά -ώρα περασμένη- να δείξει το έργο του κιόλας.

Ζεστός ο λόγος του, ανοιγόταν στην καρδιά που ήθελε επιτέλους να τα βρεί, με τί αλήθεια; Να αρθρώσει δυό λέξεις από την κοινή εμπειρία, που διψάγαμε κι οι δυό και άλλες εφτά χιλιάδες σαν κι εμάς. Νιώσαμε αμέσως φίλοι. Πώς γίνεται βρέ παιδί μου; Φεύγοντας, πέρα από τα κεράσματα (κάτι τυπωμένες κάρτες με το έργο του (δές ένα
δείγμα εδωδά), τη βυζαντινή Θεσσαλονίκη (ιδού μια λεπτομέρεια), τα τείχη, τον άγιο που σκέπει την πόλη, καράβια, γυμνόστηθες γλυκειές σαν το κρασί γυναίκες), δώσαμε τα χέρια. Την άλλη μέρα ξαναπέρασα. Γνωριστήκαμε. Δεν γινόταν αλλιώς.


Μετά τόσα χρόνια με θυμήθηκε, ξανά. Το δίχως άλλο, θα κατέβω να τον δώ αύριο στις 19:00 στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων, Ακαδημίας 50. Να δώ πώς κύλησε μέχρι τα σήμερα το έργο του. Να κοιτάξω τα χρώματα. Να τον δώ, και να δώσουμε τα χέρια, ξανά. Τόσες σιωπές απ' ανάμεσα.


(Ρίξε και σ' αυτό το κείμενο μια ματιά. Παρουσιάζει ενδιαφέρον).


Κυριακή, 20 Νοεμβρίου 2005

sκιές


"Από το φλιτζάνι μου ξεφεύγει αχνός και πάει να επισκεφθεί το λουλούδι σου. Είσαι καθισμένη μπροστά του, το καμαρώνεις και βλέπεις το λουλούδι σου να κλείνει τα πέταλά του. Γυρνάς και με βλέπεις στ' αντικρινό σπίτι, που προσπαθώ να κατευθύνω τον αχνό μου στο λουλούδι σου. Σκέφτεσαι: "Πάλι αυτός".

Κατεβάζεις το ελαφρύ καφασωτό που φράζει το παράθυρό σου. Μά το λουλούδι πεισματωμένο δε θα ξανανοίξει σήμερα. Η μέρα σου πήγε χαμένη
".


Γράφει ο Pierre Bettencourt (Πιέρ Μπεττενκούρ) με το ψευδώνυμο Λού-Κιάνγκ-Τσέου, στο ΘΕΑΤΡΟ ΣΚΙΩΝ του (εκδ. Στιγμή).


Παρασκευή, 18 Νοεμβρίου 2005

αιώρημα



Δέχτηκα ένα mail με συνημμένην αυτή τη φωτογραφία και χάρηκα πολύ. Είπα: τι ευγενικό παιδί.

Σαγηνευτική η δουλειά της Sam Taylor-Wood (γενν. 1967). Το πρώτο mail ακολούθησε δεύτερο με άλλα τρία ενσταντανέ της αιωρουμένης. 'Ομως, εγώ, ένιωσα εδώ σε πλήρη λευκότητα να κυλώ στον ελαφρό κυματισμό του ξύλινου πατώματος. παιδική χαρά της πρώτης μας ηλικίας στην αθωότητα πνιγμένη, δίχως πρόθεση. Και να τώρα που με πλημμυρίζει διάθεση εξομολογητική.

Η
greek gay lolita ήταν πίσω από τα μήνυματα αυτά και ας δεχτεί κι από 'δώ τις ευχαριστίες μου.


(Περισσότερα links για την νεαρά καλλιτέχνιδα
εδωδά, όπου και τα εξής:
artnet
wikipedia
artcyclopedia
exhibitions
Επέλεξε στο search.yahoo link να δείς photos και videos
).


Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2005

εωθινός



Ξημερώματα ροδίζει ο σταυρός της αττικής, και 'γώ το φώς κοιτάζω. Το πεντελικόν συννεφιασμένο είναι κι οι πλαγιές του από κάτω πέφτουν. Καθώς τρέχω κατά 'κεί γκαζώνω με πιρουέτες τα ψαρόνια με κυκλώνουν πέρα, πως φεύγει φεύγω το διάσελο της πόλης έξω... Ριπές στα μάγουλα το κρύο και μιλιά δε βγάζω. Μα όσο δακρύζει το πρωΐ τί αγαπάω όλος;


Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2005

ολομόναχοι μαζί


ύποπτο σήμα πανδοχείου εγώ* και γυρεύω το σχήμα: 3 Iron του Kim Ki-Duk.

ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΤΡΕΝΟ γυρνώντας κάποτε στην πόλη (από την εξοχή όπου είχα βρεί καταφυγή) συνάντησα δυό παιδιά από τη Γαλλία που πήγαιναν στην Καππαδοκία. Πάνε χρόνια, βέβαια. Στον γυρισμό, όπως κανονίσαμε, θα τα φιλοξενούσα πίσω. Και όντως πήγαν. Γυρνώντας μού 'δείξαν λεπτομέρειες που πέρασαν στο χαρτί: από την Αφροδισιάδα, ελληνιστική και ρωμαϊκή πόλη στα νοτιοδυτικά παράλια της Μικράς Ασίας. Ενδιάμεσος σταθμός του ταξειδιού. Tο μάτι μου έπεσε στο πρώτο ήμισυ: αφρό... ιχνογραφημένο πάνω σε μία πέτρα. Μιλήσαμε πολύ εκείνη τη βραδυά. Το πρωΐ κόψαμε σταφύλια που κρέμονταν στην κληματαριά (ήτανε Αύγουστος μήνας) και τσιμπήσαμε ρώγες. Είχα σε μεγάλο μέγεθος ένα έγχρωμο αντίγραφο με τον καππαδόκη καθήμενο στον οντά, (style Buddha!), έργο του Κόντογλου. Το προσέφερα ως ενθύμιο.


Ο Stefan ήταν αδύνατος, εβραϊκής καταγωγής και σπούδαζε σχεδιαστής μόδας a Pari. Ανάμεσα στους συνειρμούς της νύχτας κι ενώ η Melani είχε γείρει ν’ αποκοιμηθεί, ανέφερε τον Τσβέ. Τρέχα γύρευε τώρα ποιός νά είναι τάχα αυτός ο «Τσβέ». Τελείως απίθανο μού φαινόταν για όνομα γερμανικό. (Είχαμε πιεί και τα κρασάκια μας –δεν είχα τότε τα γνωστά προβλήματα-, ο Στέφανος είχε φτιάξει πεντανόστιμο ριζότο στο μαγερείο, ακριβή συνταγή). Mάς έσωσε ο Μαγγελάνος. Για τον συνονόματό του, έλεγε, τον Zweig (Τσβάϊχ, σε μια παιδιαρίζουσα γαλλική ανάγνωση: Τσβέ), τον μεγάλο αυστριακόν συγγραφέα (εβραϊκής καταγωγής) του μεσοπολέμου. Μεγάλον, γιατί κατόρθωσε να διεισδύσει βαθιά στην ανθρώπινη ενδοχώρα και να φέρει στο φώς της δημοσιότητος μια σειρά από μικρά διαμαντάκια γραφής, γι' αυτήν ακριβώς την ενδοχώρα.

ΒΡΙΣΚΩ αντιστοιχίες (-συγγένειες, είτε πές: καταγωγές, με διαφορετική απόλυση, βέβαια) ανάμεσα στο φίλμ του βραβευμένου κορεάτη και το τελευταίο αριστούργημα του Τσβάϊχ, την ΣΚΑΚΙΣΤΙΚΗ ΝΟΥΒΕΛΑ (SCHACHNOVELLE, 1942, έκδ. 'Αγρα 1991, ISBN 960-325-229-8). Αρχινώ από την αργόσυρτη, αλλά ευφυή τους δομή. Δομή μές στην σιγή (του αλλοτινού εγκλεισμού). Αντιγράφω, τώρα, από το οπισθόφυλλο του τόμου -και όποιος έχει δεί ήδη την ταινία, ας βγάλει μόνος του συμπεράσματα
:


«Ο συγγραφέας αναπτύσσει με μεγαλειώδη τρόπο το θέμα του πνευματικού εγκλεισμού που δεν μπορεί να βρεί διέξοδο παρά στην τρέλα. Ο δρ. Μπ., πριν ταξιδέψει, υπέστη από τους ναζί μια ιδιαίτερη φυλάκιση σ’ ένα εντελώς άδειο δωμάτιο ξενοδοχείου, χωρίς τίποτα να μπορεί ν’ απασχολήσει ή να διασκεδάσει το μυαλό του, μέχρι που ανακάλυψε ένα εγχειρίδιο με παρτίδες σκακιού που άρχισε ν’ αποστηθίζει και να ξαναπαίζει από μνήμης.

'Εχοντας εξαντλήσει τις πηγές του βιβλίου, το μυαλό του τον οδήγησε σε παρτίδες με αντίπαλο τον εαυτό του κι έτσι άρχισε να υποβάλλεται σε μια σχιζοφρενική διάλυση που επρόκειτο να αποβεί μοιραία.

Στο αφήγημα απεικονίζεται η πάλη του πνεύματος και της φαντασίας –χαρακτηριστικά του παλαιού κόσμου- ενάντια στον εσωτερικό δαίμονα και στην αδιάβλητη και πεισματική λογική της σύγχρονης βαρβαρότητας».

(Κι εσύ να διαβάσεις την νουβέλα. Αλλιώς δεν θα σε αγγίξουν αυτά που σημειώνω εδώ. Σαν τηνε διαβάσεις θα πλαντάξεις, η ίδια, από τον «εγκλεισμό». Μ’ ακούς;).


Ο ΤΟΝΟΣ του βιβλίου, με το πολύ δυνατό finis, είναι τρυφερά απαισιόδοξος. (Ο ίδιος, ο Τσβάϊχ, αμέσως μετά την συγγραφή αυτή και ήδη αυτοεξόριστος στη Βραζιλία, αυτοκτονεί, το 1943). Στην ταινία του Κι Ντούκ (2004), εμφανίζεται κάποια στιγμή ο ήρωας, έγκλειστος, να μελετά με τη διαίσθησή του (:τάϊ τσί) πώς να «εξαφανίζεται» (μές σε απόλυτο σιγή) από τον οπτικό ορίζοντα του αντιπάλου του. Παιχνίδι του νού κι αυτό, όμοιο εκείνου που γνώρισε ο έγκλειστος ασκούμενος στο chess. Μα με διάφορο, είπαμε, τέλος: κερδίζει, αυτός, τον έρωτα (σε mode πλήρους σιωπής) μένοντας με την ηρωΐδα ολομόναχοι μαζί. Σοφά ρύθμισε, ο σκηνοθέτης, και τα τρία χτυπήματα με τα μπαλάκια του γκόλφ. Εκδίκηση που δεν συμμερίζομαι.

(Γι’ αυτό μικρή μου thalassa, τέτοιες ταινίες βλέπω εγώ και πράσσειν άλογα σού λέω).


* Ρ3μπώ ξανά και να με συμπαθάτε.


Παρασκευή, 11 Νοεμβρίου 2005

απογαλακτισμός


Αλληλογραφούσα μ' ένα παιδί στα κρυφά από διαδικτύου ήδη από τον ξεχασμένο Δεκέμβρη... 'Ετσι στα ξαφνικά (αφού με ευλόγησε όσο τού ήταν δυνατό) έπαψε ν' απαντά στις 8 τ' Απρίλη, μέρα των κατά κόσμο γενεθλίων μου, χωρίς να τα θυμηθεί. Τέτοιος απογαλακτισμός. Υπαινιγμός: Προς Θεού, όχι άλλους διθυράμβους. Ο ίδιος εγώ.


Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2005

τα παιδιά της πόλης

ΠΡΑΞΗ 3η - Το ταξείδι

»Αισθάνομαι πτώμα τούτη τη στιγμή που σού γράφω. Δεν ξέρω αν τα πόδια μου θα με βαστήξουν άλλο σήμερα, κι έτσι εδώ θα ξαποστάσω. Το ξέρω, δεν με ήθελες περισσότερο κοντά σου. 'Αλλωστε κι εγώ τό 'χα πολύ δύσκολο να περάσω κι άλλες τόσες στιγμές στο πλάϊ σου, άπραγος. Πίστεψέ με. Μόνο που, όπως στο είπα, με μπέρδεψες με την άκαιρή σου ερώτηση. Δεν άφησες να έρθει ήρεμα, φυσιολογικά. Κι έτσι έχασες την παραμυθία που σού επεφύλασσα. Εγώ με τη σειρά μου, όπως είδες, έχασα τη λαλιά μου. 'Οταν την επανέκτησα, δεν μού ήταν πλέον εύκολο να σού εξηγήσω. Δεν μού ήταν εύκολο να μιλήσω ξεκάθαρα, ανεπιτήδευτα, όπως ζητάς. Να σού περιγράψω τί ακριβώς στοχεύω. Να σού πώ για το ταξείδι μου αυτό και το τί σήμαινε για μένα... Είναι φανερό πως δεν συνεργούμε στο να συναντηθούμε. Είναι φανερό πως δεν εκβιάζουμε τα πράγματα και τις υποθέσεις τις ύστερες και πάντα πρώτες. Είναι φανερό πως δεν επιδιώκουμε άλλο, εξόν την επαφή, το πρώτο άγγιγμα... των ψυχών, αγλάϊσμα της δόξης της ψυχής φυγής, πνοής θερμότατης... το πεντζίκειο εκείνο ταξείδι – «περίπατος των ψυχών έξω από τις κάμαρες».

»'Ηρθα, το λοιπόν, στην πόλη ετούτη, 'Επαχτο, σήμερα 22 τ’Απρίλη. Πήρα ένα δωμάτιο στο ίδιο πάντα το ξενοδοχείο. 'Οπως και τότε... πριν από έξι τόσα χρόνια. 'Ιδια πάλι εποχή, όπως και τότε... που τριγυρνούσες ντυμένος στα λευκά. Βγήκα να συλλέξω τις απαραίτητες πληροφορίες. Είμαι, -ναί, το βλέπω πως είμαι τυχερός. Αύριο μόνον και το Σάββατο, ξανά, έχει λεωφορείο για τα απόμακρα εκείνα μέρη. Αύριο, στις δώδεκα το μεσημέρι, για Αμπελακιώτισσα. Θα περπατήσω κιόλας. Για τον γυρισμό δεν γνωρίζω τίποτα. Θα έχω σίγουρα πολλές δυσκολίες. Δεν ξέρω τί θα βρώ εκεί απάνω. Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρω να είμαι εδώ ξανά στο ραντεβού μας. Εσύ, φυσικά, θα έχεις ήδη περάσει και θα έχεις φύγει πίσω. Θα με βόλευε να γυρνούσα μαζί σου, τώρα μάλιστα που άλλος σού πληρώνει τα έξοδα για το ταξείδι... Μα και σύ τούτο τ’ απόγευμα, χωρίς δουλειά, θα τό 'ριξες στον ύπνο. 'Ετσι δεν είναι; Ναί, βέβαια, σού λείπει ο ύπνος από χθες το βράδυ... Θα το πώ. διακρίνω την ηθική σου σύσταση αυστηρά κλεισμένη στα πλέγματα του λογικού που αναθρέφεις...

»Προκρίνω, ωστόσο, πως κάτι θα ετοιμάζεις μόνος σου στο Μεσολόγγι. Κάποιον νέον ύμνο πάλι... κάτι θα γράφεις τούτη τη στιγμή για τον χαμό του Βύρωνα... 'Ετσι δεν είναι; 'Ενα ποίημα που θα μού διαβάσεις μεθαύριο, ίσως, γυρνώντας στην Αθήνα. Μην περιμένεις να σε πάρω τηλέφωνο... Με τρομάζει πολλές φορές το φέρσιμό σου. Το πώς έχεις δοθεί στην ζωή του κόσμου. Απόκοσμος εγώ. Σού 'χα πεί πως δεν πρόκειται ποτέ αυτόχειρας να γίνω. Να όμως που η μοίρα το προστάζει. Μοίρα να εννοήσεις την συμφορά μου με τον κόσμο, ταξείδι εγώ του πελαργού στον νότο».



(Αντλημένο από κάποιο τεύχος της ΟΔΟΥ του ΠΑΝτΟΣ. Κάτι μού πήγαινε καθώς το πρόβαρα βγάζοντας τις ναφθαλίνες από την ντουλάπα και το αντιγράφω στην ταξειδιάρικη ιστοσελίδα μου, την και: άωρον).


Δευτέρα, 7 Νοεμβρίου 2005

στρατηγήματα

general, tu es negre… *

Από τις συλλογές του πορφυρού και μαύρου φίλου (τον Ναφτίλο, λέω, που από ΑΝεμος θέλει να γίνει φωτιά) μαθαίνω για το Παρίσι. Τηλεόραση δεν ανοίγω. Τους μήνες της Κομμούνας του 1871 αμφισβητείται αν το τρομερό παιδί τριγύρναγε στα Παρίσια. 'Ομως εμπνεύστηκε, κι εγώ επιλέγω κι αντιγράφω από το ΜΙΑ ΕΠΟΧΗ ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ (1873). Παρακολουθώ τον σκληρό κι ειρωνικό και προφητικό λόγο του παλαιού αλήτη. (Παίζαμε άλλοτε γύρω από τον ίδιο ποταμό). Λέγεται πως πέρασε και μέσα από τις γραμμές του εχθρού, σε πεδία μαχών κοιμήθηκε. Διαβάζω:

«Στρατηγέ, αν απόμεινε κανένα παλιό κανόνι στους ρημαγμένους προμαχώνες σου, βομβάρδισέ μας με μπάλες ξερό χώμα... τις βιτρίνες των πανέμορφων μαγαζιών! Τα σαλόνια! Εξαφάνισε την πόλη...» *

Ο Πολύβιος Ευπατρίδης έγραψε δυό λέξεις παραπάνω. 'Ανοιξε μιάν συζήτηση. Δες εδωδά.

Και συνεχίζω:

Μέσα στους δρόμους, τις χειμωνιάτικες νύχτες, χωρίς κατάλυμα, χωρίς ρούχα, χωρίς ψωμί, μια φωνή έσφιγγε την παγωμένη μου καρδιά: «Τα παρατάς ή συνεχίζεις; Και νά που συνεχίζεις. Πηγαίνεις χωρίς να ξέρεις πού και γιατί, να χώνεσαι παντού, νά 'σαι μέσα σε όλα. 'Οταν είσαι πτώμα, δεν σε ξανασκοτώνουν». Το πρωΐ είχα βλέμμα τόσο χαμένο και η όψη μου έμοιαζε τόσο με νεκρού, που όσοι με συνάντησαν μάλλον δεν με είδαν. *

Παρακολουθώ τα δρώμενα. Θυμίζω πως τους προηγούμενους μήνες έπαιρναν φωτιά όλως τυχαίως τα δικά τους καταλύματα. Των μεταναστών. Πολυκατοικίες ολόκληρες καίγονταν. Είχαν νεκρούς σε κείνες τις φωτιές. Κάποιοι δεν τους ήθελαν. Ο Γεώργιος Χοιροβοσκός πέρα από ιστορικό άρθρο για τους αλήτες αυτής της πόλης, τους παρίες, σε μιά αποστροφή προχωρά στην διάκριση "του σημερινού Οικονομικού Πολιτισμού". Λέει: "δεν χρησιμοποιώ τον όρο Δυτικός πολιτισμός γιατί η απλούστευση και οι χωρισμοί εκ του πονηρού σε Ανατολικούς και Δυτικούς δεν χρησιμεύουν σε τίποτα απολύτως".

Ο θεός βοηθός! (bonne chance) φώναζα, αντικρίζοντας στον ουρανό μια θάλασσα φλόγες και καπνό. Κι από δεξιά κι αριστερά, όλα τα πλούτη να λαμπαδιάζουν, λές κι έπεφταν χιλιάδες κεραυνοί. *

νύχτες μετράω. η ενδεκάτη.


* στίχοι του Αρθούρου Ρεμπώ, σε μτφρ. Χριστόφορου Λιοντάκη (έκδ. Γαβριηλίδη, 2004) που σώζει κάπως το δύσβατο στρατήγημα.


Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2005

χρωματισμοί



Λίγα λουλούδια για τους Θεσσαλονικείς, παρακαλώ, που τα μπλογκοπίναν χθες βράδυ... και η φωνή τους απέκτησε χρώμα αναμεταξύ τους. Εύσημα στην πρωτοβουλία.


Σάββατο, 5 Νοεμβρίου 2005

στούς ανθούς μιάς μουσμουλιάς


Είναι περασμένη η ώρα, ήδη απόγιομα, για να μιλήσει κανείς για το ξημέρωμά του, τούτο το πρώτο Σάββατο του Νοέμβρη. Πού 'ναι ζεστό. 'Ομως, δυό εκπομπές απανωτά με την Μαριάννα Κορομηλά δεν είναι και λίγο πράμα. Η ώρα μετάδοσης άλλαξε από το προηγούμενο Σάββατο, αλλά εγώ, ήδη περασμένος στην Τουρκιά, χαμένος στης Εφέσου την τρίτη όψη (εξ’ ου και η αναφορά στην πύλη του Αδριανού) δεν έλαβα γνώση. Στο εξής θα μεταδίδεται από το Β’ Πρόγραμμα της Ελληνικής Ραδιοφωνίας 9:00 με 10:00 το πρωΐ του Σαββάτου. Παραμένει ευτυχώς και η παλιά ώρα μετάδοσης 8:00 με 9:00, από το Α’ Πρόγραμμα (σήμερα: ΝΕΤ 105,8), με πολύτιμες επαναλήψεις αρχείου. Η κυρία είναι από τις τελευταίες αρχόντισσες της ελληνίδας φωνής. Το έργο της φροντισμένο μέχρι κεραίας μάς ξεναγεί στην ελλάδα (άσε με να το χαρώ με μικρό το ε), την ου-τόπος απλωμένη ολόγυρα σε τούτες τις θάλασσες. Κάποτε φουρτουνιασμένες, άλλοτε πάλι μπονάτσα.

Με την αίσθηση της βανίλιας π' αναδίνουν οι νέοι ανθοί της μουσμουλιάς κι αφού καθάρισα την ελιά κάτω στο πεζοδρόμιο και χαίρομαι κατάφωτα τα νεαρά της μπράτσα, κεράκια που θα φέρουν καρπόν, ευχαριστώ όλους όσους με θυμούνται και μού στέλνουν... ραβασάκια! Μην ξεχνάτε πως σάς αγαπώ. Μεταξύ αγνώστων, όπως έχουμε ήδη με άλλη ευκαιρία σημάνει, η αγάπη μου επιδεινώνεται. Θέμα ορμής, υποθέτω.