Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2009

επιστρέφοντας απ' το θέατρο


Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω πως είναι δυνατόν να μιλάς στην ίδια σου τη μάνα στον πληθυντικό... Μάς το δείχνουν στα θέατρα.


Τετάρτη, 25 Φεβρουαρίου 2009

μaλέαν δε κάμψας...


Κάποιες ιδιωτικές εντυπώσεις καθώς σκόρπισα στους δρόμους της Αθήνας - rider on a tiger. Είπα ν' ανεβώ την Κηφισσίας μέχρι το Στάδιο σχεδόν. 'Υστερα πέρασα στην απέναντι όχθη και βγήκα στo "Σωτηρία". Μετά κατέβηκα από το ρέμα της Καλλιρρόης και την Συγγρού ώς το Φάληρο και τον Περαία (κέντρο) πέρα. Ανέβηκα τέλος την Γρηγορίου Λαμπράκη πίσω και την Πειραιώς, μεθυσμένος σχεδόν από την όψη του 'Ακρου της Πόλης. Σκέφτηκα, μα βέβαια, τούτη η οδός εις μνήμην φέρει τα Μακρά Τείχη. Μπροστά σου ευθύς προβάλλει ο ύψιστος ναός. Και πώς τον συλλαμβάνει η ματιά! Το κάδρο κεντράρει. 'Αγγελος πρωτοστάτης στα δεξιά του οράματος σέβει ο Λυκαβηττός. Φαντασία που δεν διαρκεί για πολύ. Λίγο πριν την ΑΣΚΤ η οδός λοξεύει, δεν κονταροχτυπά πλέον τον ιερό βράχο. Κάθε πολίτη την εποχή εκείνη σαν ύψωνε την κεφαλή, τον τύφλωναν οι κατοπτρισμοί του ηλίου πάνω στην χρυσή πανοπλία της σοφίας αθήνης και Παρθένου. Τέτοιος αυστηρός δίκην κεραυνού τιμωρός ο θεός της κρατικής τότε θρησκείας. Σμπαράλιασμα... κι η μηχανή, σαράβαλη, προσκομίσθη στο συνεργείο, τέρμα Μεσογείων, για την λίπανση και τα λοιπά. 'Ανευ λόγου.


Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου 2009

senso unico


per te....



Μόνο τα βιβλία ακυρώνουν τον θάνατο, τα σώματα φθείρονται.


Γιώργος Βέλτσος, outré tombe [πέραν του τάφου] (έκδ. Πατάκης, Αθήνα 2008, σ. 40. - Aρχικά στο: "Ο Πάνθηρας", ΤΑ ΝΕΑ 1-4-2000).


*


Πρβλ. του ιδίου, Πομπές (έκδ. 'Ινδικτος, Αθήνα 2008, σ. 13):


Τη θεωρεί νεκρή. Τον χρόνο που απαιτεί η κήρυξή της σε αφάνεια, αντιπαρέρχεται και αρχίζει ανάποδα το πένθος της ζωής: γράφει. Καιρό δεν έχει, έως ότου και αυτός αφανιστεί σταδιακά από τον εαυτό του. Διαπίστωσε ότι ήδη την πενθεί, πολύ προτού τη χάσει.
Μετήλθε το στρατήγημα του μελαγχολικού: ο μόνος τρόπος να την έχει, ήταν να τη θρηνεί σα να μην έχει τίποτα. Τί κέρδισε με τη γραφή;



-----
s.u. ~ μονόδρομος


Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2009

το πρόσωπο του Θανάτου


'Ενα τοπίο τρόμου, όπως είναι το υπερφυσικό στα μάτια των αρχαίων Ελλήνων, άρχισε να διαγράφεται καθαρά και να ζωντανεύει.

Με αυτόν ακριβώς τον έξαλλο φόβο που γεννά ο κόσμος των νεκρών, την Γοργώ, ήρθε αντιμέτωπος ο Περσέας πριν καταφέρει να τής κόψει το κεφάλι. Το βασικό στην ιστορία αυτή είναι ο τρόπος με τον οποίο ο αρχαίος 'Ελληνας αντιλαμβάνεται το βλέμμα αυτό. Πρόκειται στην πραγματικότητα για τη θεωρία του έρωτα, όπως την ερμηνεύει ο Πλάτων.

Ο έρως είναι η απορροή αυτή που ξεκινά από τον ερώντα και αντανακλά στο βλέμμα του ερωμένου, έτσι ώστε αυτό που βλέπουμε στο βλέμμα του άλλου να είναι ο ίδιος ο εαυτός μας. Για τον Πλάτωνα όμως, ο άλλος που με αγαπά βλέπει σε εμένα το Καλόν, με κεφαλαίο, αυτό δηλαδή που είναι πέρα από εμένα και με ξεπερνά.

Το ίδιο ισχύει και για την Γοργώ: όταν την κοιτώ, αυτό που βλέπω είναι ο εαυτός μου ή, καλύτερα, εκείνος που μέσα μου είναι ήδη το 'Αλλο (το έτερον), εκείνο που, μέσα μου, είναι στην πραγματικότητα πέρα από εμένα, όχι όμως προς τα επάνω, αλλά προς τα κάτω. Αυτό που καταλαβαίνω είναι ότι σε κάθε ανθρώπινο ον ενυπάρχει ήδη η απειλή ενός αθεράπευτου χάους. Αυτό είναι που δεν μπορείς εύκολα να αντικρίσεις στο βλέμμα της Γοργούς: το πρόσωπο του Θανάτου!


Jean-Pierre Vernant, Ανάμεσα στον μύθο και την πολιτική (μτφρ. Μ. Γιόση, έκδ. Σμίλη, Αθήνα 2003, σσ. 66-67).


Παρασκευή, 13 Φεβρουαρίου 2009

μνημοσύνη


'Οταν ο 'Εκτωρ πέφτει στο πεδίο της μάχης –ο 'Εκτωρ τον οποίο οι 'Ελληνες έτρεμαν και μισούσαν-, οι 'Ελληνες τον περιστοιχίζουν. Τού έχουν αφαιρέσει τα όπλα και την πανοπλία, κείτεται γυμνός και, όπως διαβάζουμε στην Ιλιάδα, «όλοι θαυμάζουν την ομορφιά του». Είναι και αυτός νέος στην ηλικία, έτσι οι πρώτες νεκρικές τιμές είναι να ξαναδώσουν στον 'Εκτορα, που τώρα είναι πλέον σώμα, δηλαδή ένα σώμα νεκρό, όλη την ομορφιά της νιότης του. Σβήνουν τις πληγές του, το μυρώνουν, το αλείφουν με λάδι, κι είναι ωραίο στη θέα, αντίθετα από το σώμα ενός γέρου. Κατόπιν το τοποθετούν στην πυρά και το καίνε. Μόλις οι φλόγες καταλαγιάζουν από τις χοές, τα οστά ξεχωρίζουν ανάμεσα στις στάχτες. Τα οστά αυτά τα μαζεύουν πολύ προσεκτικά, τα τοποθετούν σε μια υδρία, συχνά με λάδι, τυλιγμένα μέσα σε ύφασμα, και στη συνέχεια τα θάβουν στο χώμα. Τέλος, στήνουν μία στήλη ώστε ο καθένας να μπορεί να δεί τον τόπο όπου έχουν ταφεί τα οστά, ακριβώς όπως όλοι ακούν τα τραγούδια που υμνούν τον νεκρό. Εδώ βρίσκεται η Μνημοσύνη, η μνήμη του νεκρού που γίνεται τραγούδι.

Στην Ινδία προβαίνουν επίσης σε καύση του νεκρού, αλλά όταν σβήνει η φωτιά και τα γυμνά οστά είναι ακόμα ορατά, τα συλλέγουν και κάνουν αυτό που από πλευράς νεκρικής τελετουργίας ονομάζεται δεύτερη καύση: τοποθετούν και πάλι τα οστά στην πυρά μέχρι να καούν ολοσχερώς. Κατόπιν, αντί να μαζέψουν τη στάχτη σε ένα συγκεκριμένο μέρος, με μία στήλη που να δηλώνει τον ιδιαίτερο τόπο της ταφής, την σκορπίζουν στα νερά ενός ποταμού ή στον άνεμο, έτσι ώστε να μην υπάρχει πια κανένα ίχνος από αυτό που ήταν ο νεκρός.


Jean-Pierre Vernant, Περί ορίων – ανάμεσα στον μύθο και την πολιτική ΙΙ (μτφρ. Μ. Γιόση, έκδ. Σμίλη, Αθήνα 2008, σσ. 101-102).


Δευτέρα, 9 Φεβρουαρίου 2009

ο καλός θάνατος


Ο καλός θάνατος [ο ηρωϊκός δηλαδή] έχει το αντίθετό του, τη σύληση του νεκρού, τη μεταχείριση δηλαδή που επιφυλάσσεται στους νεκρούς εχθρούς έτσι ώστε να μη μείνουν ζωντανοί στη μνήμη, αλλά να καταδικαστούν στη φθορά. Με αυτόν τον τρόπο θέλει να ταπεινώσει τον 'Εκτορα ο Αχιλλέας όταν τον σέρνει πίσω από το άρμα του και παραμορφώνει το πτώμα του, ώστε να μη γνωρίσει καλόν θάνατον – κι αυτό ακριβώς είναι που κάνουν και οι Σειρήνες. [Αποκαλύπτοντας στον ναύτη που ζεί και περνά από μπροστά τους τα μυστικά που θέλει να μάθει, οι Σειρήνες του δίνουν έναν άθλιο θάνατο, το αντίθετο του καλού θανάτου].

[...]

Ο Αχιλλέας θέλει να τον εμποδίσει [τον 'Εκτορα] να κερδίσει τον καλόν θάνατον στερώντας του την ταφή, ακρωτηριάζοντας το σώμα του, έτσι ώστε να μην έχει πια καμιά αναγνωρίσιμη μορφή, να μην είναι τίποτε άλλο από σάρκες. Φυσικά, οι θεοί επαγρυπνούν...


Jean-Pierre Vernant, Περί ορίων – ανάμεσα στον μύθο και την πολιτική ΙΙ (μτφρ. Μ. Γιόση, έκδ. Σμίλη, Αθήνα 2008, σσ. 107, 108).


Πέμπτη, 5 Φεβρουαρίου 2009

για τη μέδουσα


Τη μέδουσα, τη μέδουσα όλοι την αντικρύσαμε ποτέ,
το αποκρουστικό της πρόσωπο το είδαμε
Στα πρόσωπά μας ως τρωγοπίνουν και γελούν
στα γλέντια μας τα μεγάλα.


Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2009

για τον θάνατο


Ο Θάνατος στην αρχαία Ελλάδα είναι γένους αρσενικού, όπως και ο ηρωϊκός θάνατος, και στις αγγειογραφίες ο Θάνατος, ο οποίος συχνά συνοδεύεται από τον αδελφό του τον 'Υπνο, δεν έχει τίποτε το τρομακτικό. Φορά περικεφαλαία* κι έχει την ομορφιά του νεανικού θανάτου.

Υπάρχουν όμως και οι Κήρες, οι οποίες περιγράφονται από τον Ησίοδο με τρόπο εκπληκτικό: αρπάζουν τους μικρούς και τους καταβροχθίζουν.

Τέλος, υπάρχει η ίδια η εικόνα του θανάτου που είναι η Γοργώ, η Μέδουσα, δηλαδή ένα πρόσωπο τερατώδες που η θέα του σε απολιθώνει. 'Οταν διαβάζουμε τα κείμενα που αναφέρονται στον Περσέα και τη Γοργώ, βλέπουμε ότι αντιπροσωπεύει το γεγονός πως ο θάνατος είναι κάτι αδιανόητο για τον άνθρωπο. Αυτή η Γοργώ, για την οποία αφηγούνται ότι είναι ένα τέρας φρικτό και απερίγραπτο, συμπυκνώνει το παράλογο, το άλογο, το μη ανθρώπινο.

'Ενα πρόσωπο που υπήρξε και δεν υπάρχει πια, αυτό είναι το παράλογο, το αδιανόητο, ο θάνατος. Κι αυτό ακριβώς το αδιανόητο πρέπει κανείς να αποφύγει.


Jean-Pierre Vernant, Περί ορίων – ανάμεσα στον μύθο και την πολιτική ΙΙ (μτφρ. Μ. Γιόση, έκδ. Σμίλη, Αθήνα 2008, σ. 104).


-----
* Το προτιμώ από τη λέξη "κράνος" που δίνει στη μετάφραση η Μ. Γιόση. – Υπαινιγμός στο αγγείο όπου απεικονίζεται ο Σαρπηδών νεκρός να μεταφέρεται από τον Θάνατο και τον 'Υπνο. (Στην άλλη όψι έχει γραμμένο ες αεί το όνομα των πρωτοτόκων· Λέαγρος).