Σάββατο 18 Δεκεμβρίου 2021

για μια ιδιωτική θεωρία της λογοτεχνίας


Ο Γκανάς είναι ο πιο επώνυμος
δημοτικός ποιητής μας.*

Η καλή λογοτεχνία θέτει τα ερωτήματα. Η κακή λογοτεχνία τα απαντά.

*

Δεν μπορούμε να μιλάμε για έτοιμο έργο πριν ο συγγραφέας αισθανθεί λαθραναγνώστης του.

*

Συχνά με αναζητώ σ' εκείνο το αριστούργημα που χάθηκε αύτανδρο στ' ανοιχτά μιας πολύκροτης ελληνικής δεκαετίας: ...από το στόμα της παλιάς Remington... του Γιάννη Πάνου (1983).

*

«Αυτό δεν είναι μια πίπα», ή: Το μέγα μάθημα-σφαλιάρα του Ρενέ Μαγκρίτ: μη διαβάζετε τις λεζάντες.

Αχιλλέας Κυριακίδης, Σημειώσεις για μια ιδιωτική θεωρία της λογοτεχνίας (έκδ. Κίχλη. Αθήνα 2015, σσ. 13, 7, 37, 40). - Το motto εκ του ιδίου, (ό.π., σ. 32).

Τετάρτη 15 Δεκεμβρίου 2021

θεογονίας στιχάκια και σχόλια εν φιλότητι


στ. 82: διοτρεφέων βασιλήων. Ο τύπος διοτρεφέες βασιλήες (αναθρεμμένοι από το Δία βασιλιάδες) είναι συχνότατος στα ομηρικά έπη και εκφράζει την ελέω θεού εξουσία του βασιλιά, του «ποιμένος λαών». Την αντίληψη αυτήν είχαν και άλλοι λαοί, αρχαιότεροι των Ελλήνων –Ασσύριοι, Βαβυλώνιοι, Αιγύπτιοι– αλλά εξαφανίζεται στους κλασσικούς χρόνους, για να ξαναφανεί με τους Ρωμαίους αυτοκράτορες και να περάσει, με τον Χριστιανισμό, στο Βυζάντιο όπου ο αυτοκράτωρ ήταν ελέω θεού πιστός εν Χριστώ βασιλεύς. Στην Δύση εμφανίζεται πάλι ο τίτλος αυτός με τον Καρλομάγνο, τον 9ο αι.

στ. 131-132: ή δε και ατρύγετον πέλαγος τέκεν, οίδματι θυίον, / Πόντον, άτερ φιλότητος εφιμέρου. (= Και γέννησε [η Γη], χωρίς έρωτα τρυφερό, το ατρύγητο πέλαγος που φουσκοθαλασσώνει, τον Πόντο).

στ. 337-345: Τηθύς δ' Ωκεανώ Ποταμούς τέκε δινήεντας,
Νείλόν τ' Αλφειόν τε και Ηριδανόν βαθυδίνην
Στρυμόνα Μαίανδρόν τε και Ίστρον καλλιρέεθρον
Φάσίν τε Ρήσόν τ' Αχελώιόν τ' αργυροδίνην
Νέσσον τε Ροδίον θ' Αλιάκμονά θ' Επτάπορόν τε
Γρήνικόν τε [=Γρανικόν] και Αίσηπον θείόν τε Σιμούντα
Πηνειόν τε και Έρμον ευρρείτην τε Κάικον
Σαγγάριόν τε μέγαν Λάδωνά τε Παρθένιόν τε
Εύηνόν τε και Άρδησκον θείόν τε Σκάμανδρον
.

Πολλά από τα ποτάμια αυτά είναι της Ιωνίας. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο Ησίοδος δεν αναφέρει κανέναν από τους ποταμούς της Βοιωτίας όπως τον Κηφισσό ή τον Ασωπό.

στ. 371-374: Θεία δ' Ηέλιόν τε μέγαν λαμπράν τε Σελήνην
Ηώ θ', ή πάντεσσιν επιχθονίοισι φαείνει
αθανάτοις τε θεοίσι, τοί ουρανόν ευρύν έχουσι,
γείναθ' υποδμηθείσ' Υπερίονος εν φιλότητι
.

(= Σαν έσμιξε ερωτικά η Θεία με τον Υπερίονα, γέννησε τον μέγα Ήλιο και την λαμπρή Σελήνη και την Αυγή φέγγει για όλους...)

στ. 404-406: Φοίβη δ’ αυ Κοίου πολυήρατον ήλθεν ες ευνήν·
κυσαμένη δη έπειτα θεά θεού εν φιλότητι
Λητώ κυανόπεπλον εγείνατο, μείλιχον αιεί,
μειλίχιον εξ αρχής
...

(= Η Φοίβη θεά από έρωτα θεού, του γοητευτικού Κοίου, γέννησε παιδί, την γαλαζόπεπλη Λητώ πάντα γλυκειά, γλυκειά από την πρώτη ώρα...).

στ. 482-484: κρύψεν δε [η Γαία τον νεογνό της Ρέας Δία] ε χερσί λαβούσα
άντρω εν ηλιβάτω, ζαθέης υπό κεύθεσι γαίης,
Αιγαίω εν όρει πεπυκασμένω υλήεντι
.

(= και με τα χέρια της τον έκρυψε σε μια βαθειά σπηλιά, στα έγκατα της πάνσεπτης γής, στο όρος Αιγαίο το πυκνά δασωμένο).

στ. 497-500: πρώτον δ' εξείμεσσε λίθον, πύματον καταπίνων·
τόν μεν Ζευς στήριξε κατά χθονός ευρυοδείης
Πυθοί εν ηγαθέη γυάλοις ύπο Παρνησοίο
σήμ' έμεν εξοπίσω, θαύμα θνητοίσι βροτοίσιν
.

(= Πρώτον εξέμεσε τον λίθο που είχε, τελευταίον καταπιεί. Αυτόν ο Δίας τον έστησε στην ευρύχωρη Πυθώ [τους Δελφούς] στα ριζά του Παρνασσού να μένει μνημείο στα υστερότερα χρόνια, θαύμα για τους θνητούς ανθρώπους).

Ησιόδου, Θεογονία (εισαγ., μτφρ., σχόλια Στ.& Άγγ. Βλάχου, έκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 2000 (2η), σσ. 54-55, 58-59, 70-71, 70-73, 78-79).

Κυριακή 12 Δεκεμβρίου 2021

απόστιχα επ' έρωτος


ώ κτενός *

Θερμαίνει μ' ο καλός Κορνήλιος· αλλά φοβούμαι
τούτο το φώς, ήδη πύρ μέγα γιγνόμενον
. Μαικίου
ερωτομανές και γέμον ασεβείας

ερωτομανές και γεμάτο ασέβεια
Με ανάβει ο ωραίος Κορνήλιος· αλλά το φοβάμαι
αυτό το φώς, γίνεται κιόλας μεγάλη φωτιά.

*

[...] ου γαρ ο παις ήπιος ουδ' άκακος,
αλλά μέλων πολλοίσι και ουκ αδίδακτος ερώτων.
την φλόγα ριπίζειν δείδιθι, δαιμόνιε
. Διοδώρου
επ' έρωτι παραινέσεις

συμβουλές περί έρωτος
Όχι εσύ, του ενδόξου Μεγιστοκλέους γιε,
ακόμα κι αν σού φαίνεται πολύ ανώτερος
κι από τα δυο σου μάτια,
κι αν λάμπει από τις Χάριτες λουσμένος, μην
τον τριγυρνάς
τον καλλονό· γιατί ο νεαρός δεν είναι πράος ούτε άδολος,
αλλά τη σκέψη απασχολεί πολλών κι άμαθος
από έρωτες δεν είναι.
Τη φλόγα να φυσάς απόφυγε, κακότυχε.


και τεκέων εύσταχυν ανθοσύνην **

Αγαθή Δημητρούκα, Τα ηδονικά - 18 τραγούδια βασισμένα σε ερωτικά επιγράμματα ( έκδ. Πατάκη, Αθήνα 2019, σσ. 26, 55).

-----
* τί αιδοίο, Φιλοδήμου (ό.π, σσ. 24, 54).
** και τέκνων άνθος καρπερό, Αγαθίου Σχολαστικού (ό.π., σσ. 42, 61).

Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2021

εις πόρνας δύο


[36] Φιλονικούσαν μεταξύ τους [ήρισαν αλλήλαις] η Ροδόπη,
η Μελίτη κι η Ροδόκλεια,
για το ποια έχει από τις τρείς καλύτερο μουνί,
[των τρισσών τίς έχει κρείσσονα μηριόνην]
και μ' έβαλαν κριτή· και σαν θεές περίοπτες
σταθήκανε γυμνές το νέκταρ κάνοντας να ρεύσει.
[έστησαν γυμναί, νέκταρι λειβόμεναι.]
Και της Ροδόπης έλαμπε πολύτιμο ανάμεσα στα μπούτια της
ίδιος ροδώνας που τον σκίζει απαλά ο ζέφυρος.
[έλαμπε μέσος μηρών πολύτιμος / οία ροδών πολιώ σχιζόμενος ζεφύρω.]
Της δε Ροδόκλειας υγρό στην όψη σαν γυαλί
ίδιο με φρεσκοσμιλεμένο άγαλμα μες σε ναό.
Αλλά, γνωρίζοντας καλά τι έπαθε για την απόφασή του ο Πάρις,
αμέσως και τις τρείς αθάνατες ισότιμα στεφάνωσα.

*

[35] Ο ίδιος έκρινα πυγές τριών· αυτές με επέλεξαν
γυμνή τη λάμψη των μελών τους δείχνοντάς μου.
[Πυγάς αυτός έκρινα τριών· είλοντο γαρ αυταί
δείξασαι γυμνήν αστεροπήν μελέων
.]
Η πρώτη σφραγιζόταν από στρογγυλά λακκάκια
ανθίζοντας απ' τους γλουτούς με πάλλευκη απαλότητα·
της άλλης η χιονάτη σάρκα εκεί που χώριζε
πιο βαθυκόκκινη γινόταν κι από ρόδο πορφυρό·
[πορφυρέοιο ρόδου μάλλον ερυθροτέρη]
γαληνεμένη η τρίτη την αυλάκωνε το κύμα το βουβό,
και σειόταν από μόνη της με τ' απαλό της δέρμα.
Αν ο κριτής εκείνος των θεών έβλεπε τούτες τις πυγές,
δε θά 'θελε ούτε να κοιτάξει πια τις προηγούμενες.
[ει ταύτας ο κριτής ο θεών εθεήσατο πυγάς,
ουκέτ' αν ουδ' εσιδείν ήθελε τας προτέρας
.]

του Ρουφίνου, εις πόρνας, αναίσχυντον
και σαπρόν και όλον γέμον αναίδειαν, κι όμοιον, αναίσχυντον και σαπρότατον

Αγαθή Δημητρούκα, Τα ηδονικά - 18 τραγούδια βασισμένα σε ερωτικά επιγράμματα ( έκδ. Πατάκη, Αθήνα 2019, σσ. 30-31, 57-58).

Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 2021

παρθένω αιδοίη ίκελον


στ. 535-572: και γαρ ότ' εκρίνοντο θεοί θνητοί τ' άνθρωποι
Μηκώνη, τότ' έπειτα μέγαν βούν πρόφρονι θυμώ
δασσάμενος προέθηκε
, Διός νόον εξαπαφίσκων.
τοις μεν γαρ σάρκας τε και έγκατα πίονα δημώ
εν ρινώ κατέθηκε καλύψας γαστρί βοείη
,
τω δ' αύτ' οστέα λευκά βοός δολίη επί τέχνη
ευθετίσας κατέθηκε καλύψας αργέτι δημώ
.
δη τότε μιν προσέειπε πατήρ ανδρών τε θεών τε·
Ιαπετιονίδη, πάντων αριδείκετ' ανάκτων,
ώ πέπον, ως ετεροζήλως διεδάσσαο μοίρας.
ώς φάτο κερτομέων Ζευς άφθιτα μήδεα ειδώς.
τόν δ' αύτε προσέειπε Προμηθεύς αγκυλομήτης
ήκ' επιμειδήσας, δολίης δ' ου λήθετο τέχνης·
Ζευ κύδιστε μέγιστε θεών αιειγενετάων,
των δ' έλε', οπποτέρην σε ένι φρεσί θυμός ανώγει.
φη ρα δολοφρονέων· Ζευς δ' άφθιτα μήδεα ειδώς
γνώ ρ' ουδ' ηγνοίησε δόλον· κακά δ’ όσσετο θυμώ
θνητοίς ανθρώποισι, τα και τελέεσθαι έμελλεν.
χερσί δ' ό γ' αμφοτέρησιν ανείλετο λευκόν άλειφαρ.
χώσατο δε φρένας αμφί, χόλος δε μιν ίκετο θυμόν,
ως ίδεν οστέα λευκά βοός δολίη επί τέχνη.
εκ του δ' αθανάτοισιν επί χθονί φύλ' ανθρώπων
καίουσ' οστέα λευκά θυηέντων επί βωμών.
τον δε μέγ' οχθήσας προσέφη νεφεληγερέτα Ζευς·
Ιαπετιονίδη, πάντων πέρι μήδεα ειδώς,
ώ πέπον, ουκ άρα πω δολίης επιλήθεο τέχνης.
ώς φάτο χωόμενος Ζευς άφθιτα μήδεα ειδώς·
εκ τούτου δη έπειτα δόλου μεμνημένος αιεί
ουκ εδίδου μελίησι πυρός μένος ακαμάτοιο
θνητοίς ανθρώποις, οί επί χθονί ναιετάουσιν.
αλλά μιν εξαπάτησεν είς πάις Ιαπετοίο
κλέψας ακαμάτοιο πυρός τηλέσκοπον αυγήν.
αυτίκα δ' αντί πυρός τεύξεν κακόν ανθρώποισιν·
γαίης γαρ σύμπλασσε περικλυτός Αμφιγυήεις
παρθένω αιδοίη ίκελον Κρονιδέω διά βουλάς
.

(= [535] Τον καιρό που κρίνονταν, στην Μακώνη [Σικυών] θεοί και άνθρωποι θνητοί τότε ο Προμηθέας μοίρασε ένα μεγάλο βόδι και πρόθυμα, ύστερα, το πρόσφερε με σκοπό να ξεγελάσει τον Δία. Στην μια μερίδα έβαλε τις σάρκες και τα παχιά εντόσθια, σκεπασμένα με της κοιλιάς το δέρμα. [540] Στην άλλη έσιαξε, με τέχνη δολερή, τα γυμνά κόκκαλα του βοδιού και τα σκέπασε με άσπρο λίπος. Τού φώναξε, τότε, ο πατέρας ανθρώπων και θεών: «Ιαπετονίδη! υπέροχε ανάμεσα στους αρχόντους, φίλε… πολύ μεροληπτικά έφτιαξες τις μερίδες!» [545] Έτσι είπε πειράζοντάς τον ο Δίας με την αλάθευτη σκέψη και τότε ο πανούργος Προμηθέας τού αποκρίθηκε χαμογελώντας μη ξεχνώντας την δολερή του τέχνη: «Ένδοξε Δία, άρχοντα των θεών των αιωνίων, διάλεξε όποιαν από τις δύο τραβάει η καρδιά σου». [550] Το είπε πονηρά, κι ο Δίας με την αλάθευτη σκέψη, ένοιωσε, δεν τού ξέφυγε ο δόλος, και μέσα του μελετούσε την καταστροφή των θνητών ανθρώπων όπως κι έμελλε να το κάνει*. Με τα δυο του χέρια σήκωσε το άσπρο λίπος, κι οργίστηκε κι η χολή του φούσκωσε μέσα του [555] καθώς είδε τ' άσπρα κόκκαλα της δολερής παγίδας. Αυτός είν' ο λόγος που στη γή η γενιά των ανθρώπων καίνε, για τους αθανάτους κόκκαλα επάνω σε βωμούς που καπνίζουν. Γεμάτος αγανάκτηση ο νεφεληγερέτης Δίας τού φώναξε: «Ιαπετονίδη, σύ που τα ξέρεις όλα, φίλε [560] δεν την ξέχασες την δολερή σου τέχνη!» Έτσι τού είπε θυμωμένος ο Δίας με την αλάθευτη σκέψη. Τον λόγο αυτόν δεν τον ξεχνούσε και δεν έστελνε επάνω στις μελιές [φτελιές· ο κεραυνός βάζει φωτιά στο δέντρο και την παίρνουν οι άνθρωποι] την ορμή της ακάματης φωτιάς για χάρη των θνητών ανθρώπων που κατοικούν στη γή. [565] Τον εξαπάτησε όμως ο άφοβος γιος του Ιαπετού κι έκλεψε την ανταύγεια της ακάματης φωτιάς μέσα σε κούφιο καλάμι. Βαθιά την δάγκωσε ο θυμός την καρδιά του Δία που βροντάει ψηλά, σαν είδε, ανάμεσα στους ανθρώπους την ανταύγεια της φωτιάς. [570] Ευθύς, αντίρροπο της φωτιάς, κατασκεύασε ένα κακό για τους ανθρώπους. Ο ξακουστός Κουτσοπόδης [Ήφαιστος] έπλασε με χώμα, του Κρονίδη παραγγελία, ένα πλάσμα ίδιο παρθένα σεμνή...).

* Η ιστόρηση αυτή είναι συγκεχυμένη. Η τιμωρία του Προμηθέα αναφέρεται πριν από την πανουργία του και πριν από την κλοπή της φωτιάς. Ο Δίας ξέρει την πονηριά και θυμώνει όχι γι' αυτήν την ίδια αλλά γιατί τον ξεγελούν. Η απόφαση τιμωρίας των ανθρώπων παίρνεται πριν επωφεληθούν της κλοπής και πριν απ' την κλοπή.

Ησιόδου, Θεογονία (εισαγ., μτφρ., σχόλια Στ.& Άγγ. Βλάχου, έκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 2000 (2η), σσ. 80-83).

Παρασκευή 3 Δεκεμβρίου 2021

και ανήκεστον κακόν


στ. 585-590: αυτάρ επεί δη τεύξε καλόν κακόν αντ' αγαθοίο,
εξάγαγ', ένθα περ άλλοι έσαν θεοί ηδ' άνθρωποι,
κόσμω αγαλλομένην γλαυκώπιδος οβριμοπάτρης.
θαύμα δ' έχ' αθανάτους τε θεούς θνητούς τ' ανθρώπους,
ως έιδον δόλον αιπύν, αμήχανον ανθρώποισιν
.

(= Κι όταν, αντί του καλού έφτιαξε το όμορφο αυτό κακό, την πήγε στολισμένη από την γαλανομάτα κόρη του πανίσχυρου, εκεί που ήσαν μαζεμένοι θεοί και άνθρωποι και θαύμασαν και οι αθάνατοι θεοί και οι ανθρώποι οι θνητοί καθώς είδαν την στημένη αυτήν αναπόφευκτη για τους ανθρώπους παγίδα).

στ. 600-612: ώς δ' αύτως άνδρεσσι κακόν θνητοίσι γυναίκας
Ζευς υψιβρεμέτης θήκεν, ξυνήοντας έργων
αργαλέων· έτερον δε πόρεν κακόν αντ' αγαθοίο·
ός κε γάμον φεύγων και μέρμερα έργα γυναικών
μη γήμαι εθέλη, ολοόν δ' επί γήρας ίκοιτο
χήτεϊ γηροκομοίο· ό γ' ου βιότου επιδευής
ζώει, αποφθιμένου δε διά κτήσιν δατέονται
χηρωσταί· ώ δ' αύτε γάμου μετά μοίρα γένηται,
κεδνήν δ' έσχεν άκοιτιν αρηρυίαν πραπίδεσσι,
τω δε τ' απ' αιώνος κακόν εσθλώ αντιφερίζει
εμμενές· ός δε κε τέμνη αταρτηροίο γενέθλης,
ζώει ενί στήθεσσιν έχων αλίαστον ανίην
θυμώ και κραδίη, και ανήκεστον κακόν εστιν
.

(= Έτσι ο Δίας που βροντάει ψηλά, έβαλε, ανάμεσα στους άντρες, για το κακό τους, τις γυναίκες, συντρόφισσες συφοράς κι αντί για καλό τούς πόρισε κακό. Όποιος, αποφεύγοντας τον γάμο και τις έγνοιες που φέρνει η γυναίκα δεν θελήσει να παντρευτεί, σαν φτάσουν τα καταραμένα γεράματα στερημένος γηροκόμο [ενν. τον γιο που εύχεται στον καθένα -πρβλ. Έργα και Ημέραι, στ. 378] δεν τού λείπει το ψωμί όσο ζεί, μα σαν πεθάνει την περιουσία του μοιράζονται μακρινοί συγγενείς. Όποιος πάλι τού έταξε το ριζικό του τον γάμο, μπορεί να πάρει σύντροφο φρόνιμη και με μυαλό, μα πάλι στον αιώνα θα βλέπει το κακό ν’ αντισταθμίζει το καλό. Αλλ' όποιον τού έλαχε καμιά συφοριασμένη θα ζεί έχοντας μέσ' τα στήθια του, στην καρδιά και στο νού, ένα αβάσταχτο βάσανο, κακό που δεν έχει άλλο).

*

στ. 624-626: αλλά σφεας Κρονίδης τε και αθάνατοι θεοί άλλοι,
ούς τέκεν ηύκομος Ρείη Κρόνου εν φιλότητι,
Γαίης φραδμοσύνησιν ανήγαγον ες φάος αύτις
.

(= Ο Κρονίδης όμως και οι άλλοι αθάνατοι θεοί, που τούς είχε γεννήσει απ' τον έρωτα του Κρόνου η Ρέα με τα πλούσια μαλλιά, άκουσαν την συμβουλή της Γής και τούς ξανάφεραν στο φώς).

στ. 651-653: μνησάμενοι φιλότητος ενηέος, όσσα παθόντες
ες φάος αψ αφίκεσθε δυσηλεγέος υπό δεσμού
ημετέρας διά βουλάς υπό ζόφου ηερόεντος
.

(= [Μιλάει ο Δίας στους Γίγαντες:] θυμηθείτε με κάποια ευγνωμοσύνη πως υποφέρατε ανυπόφορα δεσμά, στον σκοτεινό κάτω τον ζόφο...).

Ησιόδου, Θεογονία (εισαγ., μτφρ., σχόλια Στ.& Άγγ. Βλάχου, έκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 2000 (2η), σσ. 82-85, 86-87).