Παρασκευή, 17 Φεβρουαρίου 2017

το βλέμμα που μάς έριξε


[...] δυο νεαροί ήταν καθισμένοι σ' ένα τραπέζι, στη βεράντα. Δεκαπέντε και δεκαεπτά ετών μπορεί. Από την επαρχία, σίγουρα· τίποτε, όμως, στο παρουσιαστικό τους δεν πρόδιδε χωρικό της βόρειας ή της κεντρικής Γαλλίας· πιο άνετοι, πιο ζωηροί. Πώς μάς κοίταζαν· κυρίως ο μεγαλύτερος. Ποτέ δεν θα ξεχάσω εκείνο το βλέμμα που μάς έριξε, στην Ίνγκα και σε μένα, όταν κάναμε κούνια· ούτε ίχνος φθόνου, μόνο θαυμασμός, η έκσταση να βλέπει πως τόση ευτυχία ήταν εφικτή, πως υπήρχε πράγματι, εκεί, μπροστά του. Κι όταν η Ρομάνα ήρθε να κάνει κούνια με τη σειρά της, αντικαθιστώντας την 'Ινγκα πλάι μου: η έκπληξη· η λαβωματιά στην καρδιά του, το κοκκίνισμα στα μάγουλά του. Πώς άνοιγε διάπλατα τα μάτια του για να αποτυπώσουν την εικόνα που έβλεπαν. Τί νά 'ταν για κείνον άραγε; Μεγάλες κυρίες σαν αυτές που βλέπουμε στον κινηματογράφο· άγγελοι που εκφράζονται σε άγνωστες γλώσσες! Ήταν ωστόσο προφανές πως η καρδιά του ήταν δοσμένη στην Ίνγκα, ίσως γιατί είναι η πιο ζωηρή από τις δύο, ή γιατί δεν είχε ποτέ φανταστεί πως μπορεί μια γυναίκα να είναι τόσο ξανθιά, τόσο λευκή. Ά, τί κρίμα... 'Επρεπε να το πώ στην 'Ινγκα και να την πείσω να μείνει στον κήπο ενώ η Ρομάνα κι εγώ θα φεύγαμε για λίγο. Θα κάναμε μια βόλτα, και σε μια ώρα θα γυρίζαμε να την πάρουμε. 'Ετσι, θα είχα περάσει μία ώρα με τις «παραλλαγές», ενόσω το «κυρίως θέμα»... Και τι ανάμνηση θα είχε πάρει μαζί του πίσω στο χωριό, το όμορφο εκείνο αγόρι! Το πρόσωπό του, τα νιάτα του, όλα έδειχναν πως θα κρατούσε μυστική τη συναρπαστική του περιπέτεια· αρκετά ευαίσθητος, εν πάση περιπτώσει, ώστε να μη μιλήσει ποτέ χυδαία για το θέμα αυτό. Κάτι σαν συναπάντημα με νεράιδα [...]

Valery Larbaud, Εραστές, ευτυχισμένοι εραστές... (μτφρ. Β. Χατζάκη, έκδ. 'Αγρα, Αθήνα 2005, σσ. 61-63).

Δεν υπάρχουν σχόλια: