Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

τα σπιτάκια της Αθήνας


[...] είναι άφθαστη πάλιν η ευμορφιά των βράχων της Πελασγικής αρχαιότητος, με τα ιερά της σπήλαια και τας αναθηματικάς των κόγχας, λειψάνων της ευλαβείας των απωτάτων προγόνων μας.

[...]

Διατηρούνται ακόμη τα ήμερα και απέριττα σπιτάκια της [Αθήνας]. Δεν ομιλούμεν δια τα σπίτια των ολίγων αρχόντων με τον θαυμάσιον ξενώνα, τον οποίον ως εκ του αξιώματός των ησθάνοντο κάποιαν υποχρέωσιν να έχουν, και με τα κονάκια δια τους χωρικούς κολλήγους γύρω εις την απέραντον αυλήν και κάτω από τας στοάς της, με βρύσιν νερού ιδιοκτήτου και με συντριβάνια ακόμη.

Ομιλούμεν δια τα σπίτια των πολλών. Τί να τα κάμουν οι Αθηναίοι της Τουρκοκρατίας τα μεγάλα σπίτια; Τα ήθελαν όσο δια να χωρούν και δια να ζούν μέσα εις αυτά καλά και ειρηνικά. Ηύξανεν η οικογένεια; Προσετίθετο κάπου και ένα ακόμη δωμάτιον. Επαντρεύοντο τα παιδιά; Ας είναι καλά τα πεθερικά και η γιαγιά, που επροίκιζε τον έγγονόν της και ιδίως την αγαπητήν της εγγόνα, με το σπιτάκι που είχε κληρονομιά από κάποια θειά της.

Μεγάλο σπίτι ήτον τότε η εκκλησία· οι άνδρες είχαν και το παζάρι, το ωραίον, παστρικόν και σκεπασμένον με κληματαριά παζάρι· οι άρχοντες είχαν και το Κουσέγιο, το Δημογεροντείον να πούμε.

Το σπιτάκι των παλαιών Αθηνών ήτο μικρόν, αλλά η αυλή του ήτο πάντοτε περιποιημένη και ωραία. Είχε το πηγαδάκι της εις την θέσιν του αρχαίου βωμού, δια του οποίου εγίνετο επικοινωνία με τον μυστικόν κόσμον. Είχε λεμονόδενδρα -η μυρωδιά του ανθού των ενέπνευσεν εις τον Βύρωνα το ποίημα «Ζωή μου σ' αγαπώ»- και στο πλατύσκαλον απάνω εκουνιώτανε καμαρωτός στο φύσημα του βοριά ο φουντωτός βασιλικός. Τί να τα κάμουν οι Αθηναίοι τα μέγαρα; Και ο Σωκράτης σπιτάκι είχε. [...]

Δ. Γρ. Καμπούρογλου, Το Ριζόκαστρον (από τας παλαιάς Αθήνας). Ιστορικός Οδηγός (έκδ. Εστία 1920, ανατ. Καραβία, Αθήνα 2012, σσ. 18, 18-19).

Δεν υπάρχουν σχόλια: