Τα πουλιά από τότε τα φοβάμαι. Διαισθάνομαι ότι διαγράφουν με τις τροχιές τους, σπανίως ευφρόσυνες, συνήθως δυσοίωνες, παραγράφους από ιστορίες. Ναί! Τα ζηλεύω για την πτήση τους, τα φοβάμαι για την πτώση τους, για την άπειρη γνώση που χωράει μέσα στο κουκούτσι του μυαλού τους. Και αφορά την δική μας επίγεια διαδρομή. Αν τύχει να μπούν στα σπίτια μας, χτυπιούνται στους τοίχους τρελαμένα, προσπαθώντας να εφεύρουν παράθυρα. Καμιά φορά, πετώντας πάνω από τα κεφάλια μας, ξαφνικά σταματάνε κι αιωρούνται. Τότε μάς στέλνουν μηνύματα. Χαιρετίσματα από ψυχές, ή στήνουν εναέριες παγίδες για τη σκέψη μας, ή απλά μάς κοροϊδεύουν–που-πετάει-πετάει το μυαλό μέσα στο κλουβί του σώματός του.
Μαρία Μήτσορα, Με λένε λέξη (κεφ. Προαίσθημα ΙΙ: Τα πουλιά-μαθηματικοί, έκδ. Πατάκη, σσ. 125-126).
"Αύται δ' ότε έφθανον εις τον ναόν της Αθηνάς εν τη ακροπόλει, ήνοιξεν εις αυτάς τας θύρας η καλλιπάρηος Θεανώ, η κόρη του Κισσέως, η σύζυγος του ιπποδαμαστού Αντήνορος· διότι ταύτην οι Τρώες έβαλαν ιέρειαν της Αθηνάς. εκείναι δε με θρηνώδη κραυγήν όλαι εσήκωσαν τας χείρας προς την Αθηνάν. εκείνη δε η καλλιπάρηος Θεανώ, λαβούσα τον πέπλον έθηκεν επί των γονάτων της καλλικόμου Αθηνάς, προσευχομένη δ' ηύχετο εις την κόρην του μεγάλου Διός: (Ζ 297-304)
-Σεβαστή Αθηνά, η φυλάττουσα τας πόλεις, ευγενεστάτη μεταξύ των θεαινών, θραύσον λοιπόν το δόρυ του Διομήδους, και δώσε και ο ίδιος να πέση πρηνής έμπροσθεν των Σκαιών πυλών, ίνα αμέσως σού θυσιάσωμεν εν τω ναώ δώδεκα βούς λαμπράς αδαμάστους, αν ίσως ελεήσης την πόλιν και τας συζύγους των Τρώων και τανήλικα παιδιά." (Ζ 305-310)
[η προσευχή στο πρωτότυπο:]πότνι' Αθηναίη, ρυσίπτολι δία θεάων,
άξον δη έγχος Διομήδεος, ηδέ και αυτόν
πρηνέα δος πεσέειν Σκαιών προπάροιθε πυλάων,
όφρα τοι αυτίκα δυοκαίδεκα βους ενί νηώ
ήνις ηκέστας ιερεύσομεν, αι κ' ελεήσης
άστυ τε και Τρώων αλόχους και νήπια τέκνα. (Ζ 305-310)
ρυσίπτολις = η τας πόλεις ρυομένη τ.ε. σώζουσα, φυλάττουσαήνις αντί ήνιας = λαμπράςήκεστος ηκέστη = ακέντητος, αδάμαστος. Αμφότερα σημαίνουσι την μη υποβληθείσαν έτι εις εργασίαν και ζυγόν, ότε ην άχρηστος προς θυσίαν (ενν. η βούς).ιερεύσομεν = θύσειν(απόδοση υπό Α.Ξ. Καραπαναγιώτου (1893), έκδοση βασισμένη στην Ιλιάδα του J. La Roche.)
i. 'Ετρεχε ο γιατρός Πασπάτης από γειτονιά σε γειτονιά τον καιρό της χολέρας, έβλεπε τους πληγέντες κι ύστερα χανόταν στα σκοτεινά σοκάκια, για να κρατήσει σημειώσεις από ό,τι εντόπιζε η εξασκημένη ματιά του. Το 1871, όταν κατασκευαζόταν η σιδηροδρομική γραμμή του Orient Express: Paris, Gares du Nord – Constantinople, Σταθμός του Eminonu, ο γιατρός ακολουθούσε κατά πόδας τους Γάλλους μηχανικούς και, σε έξαλλη κατάσταση, μετρούσε τις θεμελιώσεις των βυζαντινών παλατιών, που ξεθάβονταν και ξεθεμελιώνονταν για να καθαρίσει ο τόπος, υπολόγιζε τα μεγέθη των ακρωτηριασμένων κιόνων, σχεδίαζε ξεπατωμένες προσόψεις, εκλιπαρούσε τους υπεύθυνους των εργοταξίων να σεβαστούνε τα αιωνόβια μνημεία και τα θεοφρούρητα Τείχη. 'Ολα μάταια. (σσ. 59-60)
ii. Κρατούσα σημειώσεις σε δελτία, λοιπόν. Αλλά και σε τετράδια, παλαιά ημερολόγια, μπακαλοτέφτερα, διαφόρων ειδών χαρτάκια και, προπαντός, στο πίσω μέρος του τσιγαρόκουτου (Καρέλια άφιλτρα επί δεκαετίες, το καλύτερο σημειωματάριο αμέσως μετά το δελτίο). 'Ομως ο απειθάρχητος χαρακτήρας μου, η βιασύνη και η τσαπατσουλιά με έκαναν συχνά πυκνά να ξεγλιστράω από το μεθοδικό έργο της αποδελτίωσης σε καρτέλες – κι ας θύμωνε ο Αγγέλου. Πολλές φορές το μετάνιωσα, ορκίστηκα να πειθαρχήσω, άνοιγα το καινούριο βιβλίο, έχοντας τα δελτία στο ξύλινο κουτί δίπλα, έγραφα καμιά τριανταριά, τα τακτοποιούσα γεμάτη υπερηφάνεια, κι ύστερα σημείωνα όπου έβρισκα. Ακόμα και σε λογαριασμούς της Δ.Ε.Η. (σ. 85)
iii. Κι αυτό που έμεινε είναι πολυτιμότερο από τις καταγραφές στα μυριάδες σκόρπια χαρτάκια. Γιατί με την πάροδο του χρόνου μάθαινα. Και η μάθηση γινότανε γνώση και η γνώση συνείδηση. (...) Μεσολάβησαν βεβαίως και τα ταξίδια. Τα εξαίσια ταξίδια – η μεγάλη φυγή. Αλλιώς δεν ξέρω πώς θα μεταμορφώνονταν οι μελέτες σε βίωμα και πώς το παρελθόν θα αποκτούσε τη δυναμική του παρόντος. (σ. 86)
iv. Κάποτε, αποφάσισα να βρέξω τα πόδια μου στη Μαύρη Θάλασσα. (...) Αναζητούσα τα ίχνη των Ελλήνων, αλλά οι Μογγόλοι είχαν περάσει από παντού. Οι Ελληνες συνέδεσαν τα πράγματα, τούς έδωσαν υπόσταση και ουσία. 'Εκαναν εύξεινα τα άξενα. Οι Μογγόλοι, με τις οπλές των αλόγων τους, τίναξαν τα πάντα στον αέρα. (σ. 197)
Σκόρπια αποσπάσματα από το νέο βιβλίο της αιθερίας Μαριάννας Κορομηλά, Η Μαρία των Μογγόλων (έκδ. Πατάκη 2008).
'Ελαβα,
άγιε δέσποτα,
τη σεβαστή επιστολή που μού έστειλε η αγιότητά σου,
μαζί με τα πλούσια δώρα,
δηλαδή και τον νεαρό δούλο,
που από Σεβλάδος τώρα μετονομάστηκε Θεόδωρος,
και το
«ταυροσκάλιστο» ή,
άν θέλεις,
«ρωσοσκάλιστο» εκείνο κουτάκι-μελανοδοχείο,
στο οποίο,
πάνω σε κόκαλο ψαριού,
έχει σκαλιστεί σχέδιο άφατης ομορφιάς,
που ξεπερνά ακόμη και τα θρυλούμενα χειροτεχνήματα του Δαιδάλου.
Ιωάννης Τζέτζης, Επιστολή (προς τον Μητροπολίτη Δρίστρας) αριθμ. 80 [119.1-8] όπως παραδίδεται στο βιβλίο των A.P. Kazhdan – A.W. Epstein, Αλλαγές στο Βυζαντινό πολιτισμό κατά τον 11ο και τον 12ο αιώνα (ΜΙΕΤ 1997, σ. 450).