Τρίτη 22 Ιουνίου 2021

μια γυναίκα τόσο ωραία


Την ώρα του έρωτος και των κυανών βλεφάρων
Βλέπω να καίγουμαι κ' εγώ με τη σειρά μου βλέπω
αυτήν την κατανυκτική κρυψώνα των τιποτένιων πραγμάτων
Που υπήρξε το κορμί μου
Και που την ψάξαν υπομονητικά ράμφη πύρινων ίβιδων *

Ο Swift είναι υπερεαλιστής στην κακία.
Ο Sade είναι υπερεαλιστής στο σαδισμό.
Ο Chateaubriand είναι υπερεαλιστής στον εξωτισμό.
Ο Constant είναι υπερεαλιστής στην πολιτική.
Ο Hugo είναι υπερεαλιστής όταν δεν είναι βλάκας.
Η Desbordes - Valemore είναι υπερεαλίστρια στον έρωτα.
Ο Bertrand είναι υπερεαλιστής στο παρελθόν.
Ο Rabbe είναι υπερεαλιστής στο θάνατο.
Ο Poë είναι υπερεαλιστής στην περιπέτεια.
Ο Baudelaire είναι υπερεαλιστής στην ηθική.
Ο Rimbaud είναι υπερεαλιστής ζώντας και σε άλλα πράγματα.
Ο Mallarmé είναι υπερεαλιστής στην εκμυστήρευση.
Ο Jarry είναι υπερεαλιστής στο αμπσέντι.
Ο Nouveau είναι υπερεαλιστής στο φιλί.
Ο Saint - Pol - Roux είναι υπερεαλιστής στο σύμβολο.
Ο Fargue είναι υπερεαλιστής στην ατμόσφαιρα.
Ο Vaché είναι υπερεαλιστής εντός μου.
Ο Reverdy είναι υπερεαλιστής σπίτι του.
Ο St. J. Perse είναι υπερεαλιστής εξ αποστάσεως.
Ο Roussel είναι υπερεαλιστής στο ανέκδοτο.
κ.λ.π.
[...]
Σημ. Μεταφραστή: Οι υπερεαλιστές θεωρούν ως πρόδρομό τους τον Isidore Ducasse τον ποιητή των Chants de Maldoror.

*

Τα Γραπτά φεύγουν

Το ατλάζι των φίλων που γυρίζει κανείς στα βιβλία σχηματίζει μια γυναίκα τόσο ωραία
Που όταν δεν διαβάζει κανείς τήν ατενίζει με λύπη
Χωρίς να τολμά να τής μιλήση χωρίς να τολμά να τής πή πως είναι τόσο ωραία
Που αυτό που πρόκειται να μάθουμε δεν έχει τιμή
Αυτή η γυναίκα περνά ανεπαισθήτως μέσα σε θρόϊσμα λουλουδιών
Καμμιά φορά στρέφεται μέσα στις τυπωμένες εποχές
Και ζητά την ώρα ή καμώνεται πως κυττάζει τα κοσμήματα κατάματα
Όπως δεν κάνουν ταληθινά πλάσματα
Και ο κόσμος πεθαίνει ένα ρήγμα δημιουργείται στα δακτυλίδια του αέρος
Ένα σχίσμα στην θέσι της καρδιάς

Οι πρωινές εφημερίδες φέρνουν αοιδούς των οποίων η φωνή έχει το χρώμα της άμμου πάνω σε ακτές απαλές και κινδυνώδεις
Και καμμιά φορά οι βραδυνές αφίνουν να περάσουν κάτι πολύ νέα κοριτσάκια που οδηγούν θηριά αλυσσοδεμένα
Μα το πιο ωραίο είναι στα ενδιάμεσα διαστήματα ωρισμένων γραμμάτων
Όπου χέρια πιο λευκά από το κέρας των αστεριών το μεσημέρι αφανίζουν μια φωλιά λευκών χελιδονιών Για να βρέχη πάντοτε.

Τόσο χαμηλά τόσο χαμηλά που τα φτερά δεν μπορούνε πια να σμίξουν
Χέρια απ' όπου ανεβαίνει κανείς σε μπράτσα τόσο ελαφρά που η άχνα των λειβαδιών στα χαριτωμένα της κυματιστά περιπλέγματα πάνω από τις λίμνες είναι ο ατελής τους καθρέφτης
Μπράτσα που δεν εναρθρώνονται με τίποτε άλλο παρά με τον εξαιρετικό κίνδυνο ενός σώματος καμωμένου για τον έρωτα
Του οποίου η κοιλιά καλεί τους στεναγμούς που ξέφυγαν από θάμνους γιομάτους πέπλους
Και που δεν έχει τίποτε το εγκόσμιο εκτός από την αχανή παγωμένη αλήθεια των ελκύθρων των βλεμμάτων επί της κατάλευκης εκτάσεως
Αυτού που δεν θα ξαναδώ πια
Εξ αιτίας ενός θαυμαστού ματόδεσμου

Που φορώ στο παιχνίδι της τυφλόμυγας των τραυμάτων

Andre Breton, στο τομίδιο Υπερεαλισμός 63 χρόνια Α΄ (απόδοση Ανδρέα Εμπειρίκου, έκδ. Γκοβόστη, Αθήνα 1992, σσ. 5-6, 10-11). - Στο motto στίχοι του ιδίου εκ του ποιήματος «Επαγρύπνηση» (ό.π., σ. 13).


Δεν υπάρχουν σχόλια: