Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2016

μορφές πεπρωμένου & ανθρώπινης οδύνης


στη σύναξη ζυγώσανε. Κοιτάχτε, εφώναξα, κοιτάξαμε.
 Το φώς πλημμύρα, ο καρποφόρος ήλιος 
μνήμη των αφανών. Τα χρόνια πέρασαν, ασπρίσαμε *

Ο Eliot, που καθώς πιστεύω θα ήταν πρόθυμος να δεχτεί πολλά από τα συμπεράσματα του Auerbach, αναλύοντας τους δραματικούς χαρακτήρες της ποιήσεως του Δάντη έχει υποδείξει τη διαδικασία της δημιουργικής παρόρμησης η οποία μεταμορφώνει τις πραγματικές, μυθικές ή φανταστικές προσωπικότητες σε μορφές πεπρωμένου, σε ήρωες που μέσω της γραφής υπερβαίνουν την ιστορική, μυθική ή φανταστική τους καταγωγή και μετουσιώνονται σε τύπους ανθρώπινης οδύνης.
«Αφού γνωρίσουμε ολόκληρο το ποίημα», διατείνεται ο Eliot, «αναγνωρίζουμε πόσο επιτήδεια και πειστικά προχώρησε ο Δάντης για να μάς δώσει ως πραγματικούς ανθρώπους τους συγκαιρινούς του, τους φίλους και εχθρούς, σύγχρονες ιστορικές πραγματικότητες, μυθικές και βιβλικές μορφές, και μορφές της αρχαίας λογοτεχνίας.
Τον αποδοκίμασαν και τον περιγέλασαν πως ικανοποιούσε προσωπικές μνησικακίες με το να βάζει στην Κόλαση ανθρώπους που γνώριζε και μισούσε. 'Ομως αυτοί, όπως κι ο Οδυσσέας, μεταμορφώνονται μέσα στο σύνολο διότι και οι πραγματικοί και οι πλαστοί αντιπροσωπεύουν όλοι τύπους αμαρτίας, πόνου, λάθους και αρετής, και γίνονται έτσι όλοι πραγματικοί και σύγχρονοι».

Στέφανος Ροζάνης, Η «μίμηση» της πραγματικότητας στη Θεία Κωμωδία του Δάντη (έκδ. Παρουσία, Αθήνα χ.χ., σ. 45).

-----
 * Στο motto στίχοι του Τάκη Σινόπουλου, από τη συλλογή «Νεκρόδειπνος» [1972], περιεχόμενη στην συγκεντρωτική έκδοση Συλλογή ΙΙ (έκδ. Ερμής, Αθήνα 1997, σ. 77).

Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2016

μια αθωότητα ανατρεπτική - το δραματικό πρόσωπο


Τόσο αίμα και τα χέρια του Λουκά, κι άλλα κομένα
σύρριζα, τα βρίσκαμε στη ρεματιά μετά από μήνες 
φεύγοντας *

[...] η αθωότητα αυτή της δημιουργικής παρόρμησης [naiveté] είναι μια αθωότητα ανατρεπτική, μια επικίνδυνη αφέλεια, που μέσα της κρύβει τον καημό της «ανεικονικότητας των εικόνων» [Lukàcs] όχι ως μυστική άρνηση του κόσμου αλλά ως βασική λειτουργία του δημιουργικού λόγου από την οποία όλες οι εικόνες εκπηγάζουν με τη βιαιότητα ενός αναγκαστικού πεπρωμένου.
Προκύπτει κατά συνέπεια ότι το δραματικό πρόσωπο, οσάκις αναδύεται μέσα από τον ποιητικό λόγο δεν μπορεί παρά να μοιράζεται το πεπρωμένο του λόγου αυτού, δεν μπορεί δηλαδή παρά να φανερώνεται ως μορφή, ως πρόσωπο-πεπρωμένο, ως εικόνα βγαλμένη από την αμορφία, ωσάν το ίδιο να εξαναγκάζεται να φανερώσει και να περιγράψει έναν εαυτό κάτω από τη διαρκή απειλή του αφανισμού του.
Το δραματικό πρόσωπο προϋπάρχει όσο και η γραφή του, διότι μέσα του και μόνο βρίσκονται η εικόνα και το πεπρωμένο του, αφού γραφόμενο υπόκειται το ίδιο στη μοίρα της δημιουργίας, γίνεται δηλαδή καθαρή μορφή, είδωλο και «είδωλον ειδώλου».
Για να γίνει το πρόσωπο του ποιητικού λόγου δραματικό πρέπει πρώτα να αποπροσωποποιηθεί, να χάσει την ταυτότητά του ως προσώπου, ως υπάρξεως ιστορικής, να γίνει ένα με τα πράγματα που τα χαρακτηρίζει «η απόλυτη απορρόφηση στον εαυτό τους», καθώς έλεγε ο Rilke, να διαλυθεί μέσα στην αμορφία, και τότε να γεννηθεί εξ υπαρχής όχι ως πρόσωπο, με ατομική ή ιστορική ύπαρξη (η οποία βεβαίως τού ανήκει και δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, καθώς ετόνιζε ο Schelling), μα ως μορφή πεπρωμένου, ως αιτιολογία του εαυτού του, ως φανέρωση και απόκρυψη συγχρόνως της εικόνας του.

Στέφανος Ροζάνης, Η «μίμηση» της πραγματικότητας στη Θεία Κωμωδία του Δάντη (έκδ. Παρουσία, Αθήνα χ.χ., σσ. 42-44).

-----
 * Στο motto ολίγος, αλλά επαρκής, Τάκης Σινόπουλος, από τη συλλογή «Νεκρόδειπνος» [1972], περιεχόμενη στην συγκεντρωτική έκδοση Συλλογή ΙΙ (έκδ. Ερμής, Αθήνα 1997, σ. 75).

Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2016

μετάβαση προς το απόλυτο


Ύστερα εκείνη η θάλασσα, στον Αγιαντρέα χαράματα,
 κι ό,τι στον ίσκιο της καραδοκώντας,

ένα άγριο φώς στην όψη του, καθώς ανέβαινε το δρόμο
στον αιθέρα,

ένοικος τώρα του παντοτεινού,
κεκυρωμένος.*

Ούτε ο θετικισμός του Eliot, ούτε ο ιστορισμός του Gramsci και του Auerbach μπόρεσαν τελικά να κατανοήσουν τη «μετάβαση προς το απόλυτο», που κρύβεται μέσα στη σωματική αντίδραση του Farinata και που μόνη αυτή εδημιούργησε τον Farinata ως πεπρωμένο, ως ήρωα της Θείας Κωμωδίας:

ed ei s' ergea cel petto e colla fronte
comme avesse lo inferno in gran dispitto.

[κι αυτός εγέρθηκε με το στήθος και με το μέτωπο
ωσάν να είχε για την κόλαση μεγάλη περιφρόνηση]

Το γεγονός παραμένει ότι αυτού του είδους η ερμηνευτική απαιτεί ως προϋπόθεσή της το «έξω» του ποιήματος, το «έξω» της γραφής. Μέσα στη γραφή του ποιήματος είναι η γραφή ενός άλλου ποιήματος· και μέσα στη γραφή του δραματικού προσώπου είναι η γραφή ενός άλλου δραματικού προσώπου, έτσι που τα πρόσωπα να μετουσιώνονται σε συγκρουόμενα πεπρωμένα, εκφράσεις του πάθους που τα γράφει, μορφές που επιλέγονται μέσα από την αναγκαιότητα του «είμαι το παρόν» της γραφής.

Στέφανος Ροζάνης, Η «μίμηση» της πραγματικότητας στη Θεία Κωμωδία του Δάντη (έκδ. Παρουσία, Αθήνα χ.χ., σσ. 51-52).

-----
 * Στο motto στίχοι του Τάκη Σινόπουλου, από τη συλλογή «Νεκρόδειπνος» [1972], περιεχόμενη στην συγκεντρωτική έκδοση Συλλογή ΙΙ (έκδ. Ερμής, Αθήνα 1997, σ. 85).

Δευτέρα, 15 Φεβρουαρίου 2016

η σύλληψη του χρόνου και η αγωνία των ψυχών


Λίγον καιρό μετά από τη γραφή, το ποίημα που είχε
 φτιάξει για τη θάλασσα, ήταν γεμάτο βρώμικα νερά
 και πεθαμένα ψάρια.*

Το κρίσιμο σημείο της [δέκατης] ωδής [της Κολάσεως] που διευκρινίζει τη σχέση της ενεργού ζωής προς τον υπερουράνιο τόπο είναι, κατά τον Gramsci, η σύλληψη του χρόνου, και συγκεκριμένα η απουσία του παρόντος στο σχέδιο και την προοπτική του άλλου κόσμου.

[...]
Καθ' όμοιο τρόπο, ο Gramsci αποφαίνεται ότι ο Cavalcante, κατοικώντας τον κόσμο των ψυχών, «βλέπει και στο παρελθόν και στο μέλλον, μα δεν βλέπει στο παρόν, σε μια καθορισμένη ζώνη του παρελθόντος και του μέλλοντος στην οποία συμπεριλαμβάνεται το παρόν. Στο παρελθόν ο Guido είναι ζωντανός, στο μέλλον ο Guido είναι νεκρός, αλλά στο παρόν; Είναι νεκρός ή ζωντανός;».

Ο κόσμος των ψυχών, ο υπερουράνιος τόπος, στερείται παρόντος. Μπορεί να ενθυμείται το παρελθόν της ενεργού ζωής· μπορεί ακόμη να προφητεύσει το μέλλον της· μα ως προς το παρόν είναι τυφλός· και επείγεται να μάθει, να πληροφορηθεί. Η αγωνία των ψυχών είναι η αγωνία του παρόντος.

Στέφανος Ροζάνης, Η «μίμηση» της πραγματικότητας στη Θεία Κωμωδία του Δάντη (έκδ. Παρουσία, Αθήνα χ.χ., σσ. 24-25).

-----
 * Στο motto ολίγος, αλλά επαρκής, Τάκης Σινόπουλος, από τη συλλογή «Ο Χάρτης» [1977], περιεχόμενη στην συγκεντρωτική έκδοση Συλλογή ΙΙ (έκδ. Ερμής, Αθήνα 1997, σ. 205).

Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2016

η αθωότητα της ποιήσεως



Σωστό καθάριο κυπαρίσσι η Μάγδα, αριστερά παρά-
θυρο και φώς και κάτι μάτια ποταμοί, νόμιζες ανηφό-
ριζαν πουλιά. 

[...] 

στο μάτι, η Λίτσα ανάσκελα, έψιλον χρυσό, το νύχι
 κόκκινο, το δάχτυλο σαλεύοντας, το πόδι αργά, τεμπέ-
λικα, παίζοντας στο νερό,

φύκια, σχιστόλιθοι, όστρακα*

Υπάρχει, λοιπόν, το δραματικό πρόσωπο του ποιήματος εκτός της στιγμής που «γράφεται», εκτός της στιγμής που το ίδιο το ποίημα το παράγει ως αισθητική κατηγορία; Υπάρχει ένα γεγονός διαφορισμένο από το ποιητικό γεγονός (...) μέσα στο οποίο το ποιητικό γεγονός ανακαλύπτει τους δραματικούς του χαρακτήρες; Και εν τέλει, γράφει ο ποιητής την ιστορικότητα του προσώπου ή το πρόσωπο είναι το ίδιο μια στιγμή του ποιήματος χωρίς ιστορικότητα άλλη πέραν του παρόντος του ποιητικού λόγου;

Θα πρέπει να ξεκινήσουμε από την προϋπόθεση της ποιήσεως· και αυτή δεν είναι άλλη από την αθωότητά της. Η δημιουργική στιγμή του ποιητή εικονοποιεί αυτή την αθωότητα, θέτει τον κόσμο κάτω από τη λάμψη της πρώτης ματιάς, αυτής της ματιάς που ανυποψίαστη κινείται από το πάθος της να ιδεί, να δημιουργήσει έναν κόσμο αιώνιο πραγμάτων με μοναδική αφετηρία τα πράγματα και τις μορφές τους. Η αθωότητα της ποιήσεως βρίσκεται στο άτρεπτο του κόσμου της. Δεν γνωρίζει καμιά διάκριση και καμιά φθορά. Ο κόσμος της είναι ο κόσμος ενός αιώνιου παρόντος, μιάς απειρότητας που την ανιχνεύει πάντα μέσα στην περιοριστικότητα και το πεπερασμένο [...]

Ο κόσμος της ποιήσεως είναι ο κόσμος των πραγμάτων· και ένα μοναδικό πεπρωμένο που η μορφή των πραγμάτων επιβάλλει στον ποιητή είναι η ενέργεια εκείνη η μοναδική του λόγου που επιχειρεί να αποτυπωθεί «στο χαρτί με το μελάνι», να γίνει γραφή και πάθος για τη γραφή. Η ποίηση δεν γνωρίζει παρελθόν ούτε μέλλον· είναι η αθωότητα ενός διαρκούς παρόντος, μιας διαρκούς εικόνας που ταυτίζει την ομορφιά με την μορφή, που ανευρίσκει το πεπρωμένο της μέσα στην ενέργειά της να διαπερνά τα πράγματα και να αναζητά τις αιτίες της μέσα σε κάθε καινούργια εικόνα που απ' αυτά κατασκευάζει. Η αθωότητα της ποιήσεως είναι, λοιπόν, η αθωότητα της μορφής.

Στέφανος Ροζάνης, Η «μίμηση» της πραγματικότητας στη Θεία Κωμωδία του Δάντη (έκδ. Παρουσία, Αθήνα χ.χ., σσ. 38-40).

-----
 * Στο motto ολίγος, αλλά επαρκής, Τάκης Σινόπουλος, και δη και στίχοι από το πρώτο ποίημα της συλλογής «Νεκρόδειπνος» [1972], περιεχόμενη στην συγκεντρωτική έκδοση Συλλογή ΙΙ (έκδ. Ερμής, Αθήνα 1997, σσ. 66, 68).

Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2016

ένα αλληγορικό όραμα του άλλου κόσμου...

[...] 
Μες στο καμίνι όλα τα πρόσωπα 
γινήκανε ένα πρόσωπο, κανένα πρόσωπο.
Η πόρτα δίχως μάνταλο κι ήρθες εσύ

μακρί μονόξυλο
 μαύρο ποτάμι.*

[...] αποφαίνεται ο De Sanctis, «η Θεία Κωμωδία είναι ένα αλληγορικό όραμα του άλλου κόσμου...
Ο άλλος κόσμος είναι αλληγορία και εικόνα αυτού του κόσμου, είναι στο βάθος η ιστορία ή το μυστήριο της ψυχής στις τρεις καταστάσεις της, αυτές που στην Αλληγορία της ψυχής αποκαλούνται Ανθρώπινη, Απογυμνωμένη, Αναγεννημένη, και οι οποίες ανταποκρίνονται στους τρεις κόσμους, στην κόλαση, στο καθαρτήριο και στον παράδεισο.
Είναι η ψυχή, η συσκοτισμένη από την αίσθηση, στην κατάσταση την καθαρά ανθρώπινη, που, απογυμνωμένη και καθαρμένη από τη σάρκα, ξαναγεννιέται, ξαναγυρίζει καθαρή και θεία.
Αυτή η αλληγορία ήταν λαϊκή και κοινή όχι λιγότερο απ' όσο στη λογοτεχνία.

Ο καθ' ένας έβλεπε κάπως τον άλλο κόσμο με το μάτι αυτού του κόσμου, με τα πάθη και τα ενδιαφέροντά του. Κυρίως, οι ιεροκήρυκες στην περιγραφή των οδυνών της κόλασης, αναζητούσαν εικόνες των γήινων παθών...
Ο άλλος κόσμος είναι εικόνα (figura) της ηθικής.
Η κόλαση είναι εικόνα (figura) του κακού ή των κακών συνηθειών·
ο παράδεισος είναι εικόνα (figura) του καλού ή της αρετής·
το καθαρτήριο είναι το πέρασμα από τη μία στην άλλη κατάσταση διά μέσου της μετανοίας και του σωφρονισμού.
Ο άλλος κόσμος είναι γι' αυτόν τον λόγο εικόνα (figura) διαφόρων καταστάσεων, στις οποίες βρίσκεται ο άνθρωπος σ' αυτή τη ζωή.
Η αναπαράσταση του άλλου κόσμου είναι λοιπόν μια εφαρμοσμένη ηθική, μια ηθική ιστορία του ανθρώπου, όπως αυτός τη βρίσκει μέσα στη συνείδησή του. Ο καθ' ένας έχει εντός του την κόλασή του και τον παράδεισό του».

Στέφανος Ροζάνης, Η «μίμηση» της πραγματικότητας στη Θεία Κωμωδία του Δάντη (έκδ. Παρουσία, Αθήνα χ.χ., σσ. 16-18).

-----
 * Στο motto ολίγος Τάκης Σινόπουλος, και δη η κατάληξη του ποιήματος «Πρόσωπα» της συλλογής «Δρομοδείχτες» [1960-1980], περιεχόμενη στην συγκεντρωτική έκδοση Συλλογή ΙΙ (έκδ. Ερμής, Αθήνα 1997, σ. 24).

Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2016

στον ευθύ θάνατο



1 Ξέρεις γιατί με λένε Τζακ;
Γιατί;
Για αυτό.

Do you know why my name is Jack?
Why?
That's why.




2 Λουλούδια
στραβά στοχεύουν
στον ευθύ θάνατο.

Flowers
aim crookedly
at the straight death.




3 Το όνειρο του Θεού
είναι μονάχα
ένα όνειρο.

God's dream,
it's only
a dream.




16 Διαρκώς προσεύχομαι-
Μιλώντας
στον εαυτό μου.

Praying all the time-
Talking
to myself.


Τζακ Κέρουακ, Ρεμπό και 18 Χάικου (μτφρ. - επίμετρο: Γ. Λειβαδάς, έκδ. Κουκούτσι, Αθήνα 2015, σσ. 28, 29, 30, 43).