Πέμπτη, 4 Μαΐου 2017

και τα «τσιτσίραφα»...


- τον εφίλευε τουρσί από ακρόδρυα πιμπιράμφον, στυφά και ευώδη υπόξινα· πιμπιράμφον: ανύπαρκτη λέξη που οφείλεται σε παρανάγνωση, μάλλον από το χειρόγραφο κατά την πρώτη δημοσίευση στην Αλήθεια. Όπως γνωμάτευσε και ο Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλος σε προσωπική επικοινωνία μας, το ορθό πρέπει να είναι «τσιτσιράφων». Τα «τσιτσίραφα» (σήμερα γνωστότερα ως «τσιτσίραβλα») είναι τρυφεροί βλαστοί της τσιτσιρεβιάς ή τριμιθιάς (αγριοφιστικιάς), διατηρημένοι τουρσί με αλάτι και λάδι, που αποτελούν έξοχο μεζέ για το ρακί και το ούζο στο Πήλιο, τις Σποράδες και τη Β. Εύβοια. Ο τύπος «τσιτσίραφα» παραδίδεται έτσι στο Φυτολογικό λεξικό του Ιω. Γεννάδιου (σελ. 783). Παλαιογραφικά, η παρανάγνωση εξηγείται.

- ήσαν νευροπαθή και οξύχολα· νευροπαθής: η λέξη, που τότε ήταν σχετικά καινούργια (1870 η πρώτη καταγραφή της) υπάρχει στον «Πανδρολόγο» (3.378.17).

Νίκος Σαραντάκος, στο: Αλ. Παπαδιαμάντης, Η νοσταλγία του Γιάννη. Ένα αθησαύριστο διήγημα (Εισ.-επιμ.-σημ. Νίκος Σαραντάκος, έκδ. Ερατώ, Αθήνα 2014, σσ. 34, 53, 37, 56).

Δεν υπάρχουν σχόλια: