Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

τα χαρακτηριστικά τής θεωρητικής θέσης τού Εμπειρίκου


το έργο τού Αρτεμίδωρου κατατασσόταν στους λαϊκούς ονειροκρίτες,
αλλά και στον καταστατικό «αντικλασικισμό» των υπερρεαλιστών,
μια και θεωρούσαν ότι ο ελληνορωμαϊκός πολιτισμός
καταδυνάστευε την τέχνη με το παράδειγμά του.*

Έλλεψη χρονολογικής ταξινόμησης, μη περιορισμένος χώρος, αυτονομία των εικόνων, ενώ το σημείο αναφοράς ορίζεται ως το όνειρο, το οποίο αποτελεί τη σύνδεση τόσο με τον Breton όσο και με τον Φρόυντ· αυτά είναι τα χαρακτηριστικά τής θεωρητικής θέσης τού Εμπειρίκου, όπως διατυπώνονται στο «Αμούρ-Αμούρ».

Επιπλέον, το κείμενο αυτό προσπαθεί να καταστεί το ίδιο αυτές οι θεωρητικές αρχές: κατά συνέπεια, ενώ ξεκινάει ως αυτοβιογραφία ενός ποιητή που αναζητεί τα κατάλληλα εκφραστικά μέσα διά τής αναλογίας τής εικόνας τού καταρράκτη, μετατρέπεται σε εγκώμιο για τον «Ανδρέα Μπρετόν και τους άλλους υπερρεαλιστάς» και «τον Σίγκμουντ Φρόϋντ και τους ψυχαναλυτάς»,

ώστε με μια διπλή μεταφορά, «και ιδού που μία φράσις γίνεται κορβέττα και με ούριον άνεμο αρμενίζει, καθώς νεφέλη που την προωθεί μαϊστράλι ή τραμουντάνα»,

να εξελιχθεί σε απολογισμό τής πορείας τού υπερρεαλισμού στην Ελλάδα, αλλά και σε ένα προσωπικό οδοιπορικό τής παιδικής ηλικίας τού Εμπειρίκου στη Ρωσία, με συνεχείς αναδρομές και προδρομές, που συνδέουν τον καταρράκτη με την επιθυμία για συγγραφή, τον Αμούρ, τον ποταμό, με τον Αμούρ, τον έρωτα.

*

Πρόκειται για ένα ιδιαίτερης θεωρητικής και μεθοδολογικής σημασίας κείμενο, το οποίο πραγματεύεται ακριβώς τα ζητήματα που θέτει ο André Breton στο Les Vases communicants, δηλαδή τον χρόνο, τον χώρο και την αρχή τής αιτιότητας στο όνειρο.

*

Τονίζει λοιπόν ότι οι εικόνες μπορεί να έχουν ένα λογικό ή μη λογικό ειρμό που να αποτελεί ένα θέμα, αλλά μπορεί να παρεισφρύσει κάποιος άλλος ειρμός. [...]

Το όνειρο καθίσταται κατά συνέπεια το πρότυπο τής λογοτεχνικής γραφής του, μια και επιτρέπει τη σύζευξη και την ταυτόχρονη ανάγνωση πολλαπλών νοημάτων.

Επιτρέπει δηλαδή και θεωρητικοποιεί τόσο τη θεματική σύζευξη [...] όσο και τη μορφική σύζευξη

(μίξη ειδών, όπως το ίδιο το «Αμούρ-Αμούρ» που συνιστά μανιφέστο, δοκίμιο και αυτοβιογραφικό αφήγημα, ή το κείμενο «Αργώ ή Πλους αεροστάτου» που αποτελεί λαϊκό και λόγιο, περιπετειώδες και ερωτογραφικό αφήγημα, ένα μίγμα, κατά το πρότυπο τής γοητευτικής δεκαπενταετούς ινδομιγούς κόρης που απάγει ο Ρώσος ναύαρχος Βλαδίμηρος Βιερχόυ και τού επίσης ινδομιγούς ζωέμπορου Πάμπλο Γκονζάλεθ, εραστή τής Καρλόττας, κόρης, αντικειμένου τού πόθου και θύματος τού Ντον Πέντρο Ραμίρεθ, ή, τέλος Ο Μέγας Ανατολικός, που αποτελεί ιδιότυπο ταξιδιωτικό αφήγημα, επικαλύπτεται θεματικά με τα ψυχαναλυτικά κείμενά του και αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στο ρομαντικό και το νατουραλιστικό παράδειγμα).

*

Χρόνος και αιτιότητα: «Η Μανταλένια» επί τής Αφροδίτης τής Μήλου. [...] Η Αφροδίτη, υπό το φώς τής οποίας θα διακόρευε την παιδίσκη και τη νεάνιδα στην αμμουδιά, ο πόθος για τη γυναίκα που γίνεται πόθος για το θηλυκό καράβι, το κλίππερ τής γραμμής των Ινδιών τού 19ου αιώνα, το «νάνι Μανταλένια» και οι νάνοι τού 17ου και τού 18ου αιώνα με τα αστραφτερά μαχαίρια, ο σουγιάς που χαράζει το όνομα στο βάθρο τού αγάλματος, η κόπια τής Αφροδίτης τής Μήλου και η ξύλινη κόπια τής παραδοσιακής γοργόνας που γίνεται γυναίκα:

σε αυτές τις εικόνες συνοψίζονται μια σειρά από ερωτήματα που θέτει συστηματικά το κείμενο για το πρότερο, το ύστερο και το ομόχρονο (το πλοίο και το πλήρωμά του καλύπτουν τον 17ο, τον 18ο και τον 19ο αιώνα, ο δε νέος καπετάνιος του και τον 20ο), για το πρωτότυπο και το αντίγραφο, για το αίτιο και το αποτέλεσμα.

Πρέπει να το διαβάσουμε από την αρχή προς το τέλος, να ξεκινήσουμε δηλαδή από το νανούρισμα που περιέχει την πρώτη ύλη τής αφήγησης (ύπνος, όνειρο, Μανταλένια, νάνοι), ή από το τέλος προς την αρχή, να ξεκινήσουμε δηλαδή από την εγχάραξη τού ονόματος τής Μανταλένιας στο βάθρο τού αγάλματος τής Αφροδίτης τής Μήλου;

Αν ακολουθήσει κανείς την προτροπή του Φρόυντ, τότε θα επιλέξει τη σύζευξη και όχι τη διάζευξη, έτσι ώστε να δημιουργήσει μια ξεχωριστή σειρά συνειρμών από την κάθε αφετηρία.

*

Το ίδιο άλλωστε προτείνει και ο Εμπειρίκος, ο οποίος υποστηρίζει ότι «οι εικόνες αυτές κινούνται, επικοινωνούν αναμεταξύ των και συναγελάζονται [...] έχουν μια αυτονομία, τής οποίας η διάρθρωσις [...] ξεφεύγει από τον έλεγχο τής συνειδητής πλευράς τής προσωπικότητας, όπως συμβαίνει εις τα όνειρα».

Παρατηρεί κανείς στο κείμενο αυτό ότι δεν αποτελεί ζητούμενο η χρονική σειρά ή η σχέση αιτιότητας, αλλά η δυναμική που δημιουργείται από τις παράλληλες συνειρμικές αλυσίδες που κατασκευάζονται.

Με την έννοια αυτή ιδιαίτερα σημαντικός είναι ο ρόλος τού αναγνώστη, στον οποίο ουσιαστικά επαφίεται να επιλέξει τα σημεία εισόδου και εξόδου, να κατασκευάσει τις συνειρμικές αλυσίδες, να ερμηνεύσει τους υπαινιγμούς τού κειμένου.

Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι το κείμενο θεματοποιεί με εξαντλητικό τρόπο τη διαδικασία τού ονειρεύεσθαι και τής αφήγησης τού ονείρου, έτσι ώστε να βάζει τον αναγνώστη σε μια θέση ανάλογη με αυτήν τού ανθρώπου που βλέπει ένα όνειρο και το υποβάλλει στη δευτερογενή επεξεργασία για να μπορέσει να το διηγηθεί.

το υπερρεαλιστικό πρότυπο του ονείρου [...]
συνιστά την κινητήρια δύναμη τού λόγου του.**


Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, Αρτεμίδωρος & Φρόυντ. Ερμηνευτικές θεωρίες & λογοτεχνικά όνειρα (έκδ. Εξάντας, Αθήνας 2005, σσ. 223-224, 222-223, 225, 225, 225-226, 229, 233-234, 234-235). - Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 218). Και η κατακλείδα ομοίως (ό.π., σ. 235).

Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2025

οιονεί όνειρα


Οι γυρίνοι του σπέρματος
Και ο αμνός της κοιλίας σου με τα υγρά
.*


Το όνειρο στη νεοελληνική πεζογραφία του 19ου αιώνα: μεταξύ ρομαντισμού και ρεαλισμού: [...] μια ταξινόμηση είναι κατ' ανάγκη γενικευτική και προσπαθεί να εντάξει σε κοινές κατηγορίες λογοτεχνικά κείμενα που εξ ορισμού ανθίστανται· [...]

Στην πρώτη κατηγορία τα όνειρα απουσιάζουν ως ρητές αναφορές, αλλά προέχει το στοιχείο τής κατασκευής ενός φανταστικού παρελθόντος. Μπορεί να μιλήσει κανείς για οιονεί όνειρα. Τα παραδείγματα αυτής τής κατηγορίας προέρχονται από τον Μιχαήλ Μητσάκη και τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.

Στη δεύτερη εντάσσονται όσα λειτουργούν προφητικά ως προς τα μέλλοντα να συμβούν στην αφήγηση. Πρόκειται για τις αφηγηματολογικές προλήψεις: συνιστούν σχόλια στη γραμμικότητα τής αντίληψης τού χρόνου και υπονομεύουν τις συμβάσεις τού ρεαλισμού, μια και προβλέπουν το μέλλον τής αφήγησης προσφέροντας στον αναγνώστη (ιδίως σε αυτόν που ξαναδιαβάζει το κείμενο) ένα άλλο επίπεδο πρόσληψής του. Τα παραδείγματα αυτής τής κατηγορίας προέρχονται από τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.

Στην τρίτη εντάσσονται τα όνειρα που υπηρετούν την καθεστηκυία τάξη των πραγμάτων, που καταλύουν το ονειρικό επίπεδο. Τα παραδείγματα εδώ προέρχονται από τον Ανδρέα Καρκαβίτσα.

Στην τέταρτη, τέλος, τα όνειρα δημιουργούν έναν εναλλακτικό αφηγηματικό χώρο και κατασκευάζουν τον άλλο, την ετερότητα: καταλύουν τις ρεαλιστικές συμβάσεις, ανατρέπουν την αφηγηματική σειρά και προτείνουν το φανταστικό με όρους πραγματικού. Τα παραδείγματα αυτής τής κατηγορίας προέρχονται από τον Γεώργιο Βιζυηνό και τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.

*

Στην ουσία ο αφηγητής ερμηνεύει την επιγραφή και εντάσσει
τα συμπεράσματά του στη θεωρία που ήδη είχε διαμορφώσει:
κατασκευάζει μια ιστορία από τα ίχνη που έχουν απομείνει.**


[παράδειγμα της πρώτης κατηγορίας από το διήγημα του Μιχαήλ Μητσάκη «Εις τοίχος»:] Η εκ τού σύνεγγυς ανάγνωση όμως αποκαλύπτει την αυταπάτη [σημ.4: Με την έννοια της «illusion», όπως την περιγράφει ο Winnicott]: δίδεται προς στιγμήν η εντύπωση στον αναγνώστη ότι ένα πραγματικό αντικείμενο χρησίμευε ως εξωκειμενική αναφορά.

Εδώ έγκειται το στοιχείο του μοντερνισμού: το αφήγημα μεταμφιέζεται σε επιθυμία ανασύστασης τού χαμένου παρελθόντος, ενώ στην ουσία πρόκειται για την επιθυμία κατασκευής ενός παρελθόντος.

Δίδεται λοιπόν η εντύπωση ότι ανασυστήνεται το παρελθόν, η μόνη πραγματικότητα που απομένει όμως είναι τού παρόντος, και μάλιστα σε τελευταία ανάλυση, όχι τού τοίχου, που πολύ σύντομα και αυτός πρόκειται να γκρεμιστεί, αλλά τού κειμένου.

Αυτό άλλωστε υπογραμμίζεται από τη φωνητική αντιστοιχία ανάμεσα στη γραπτή μορφή τού τίτλου «Εις τοίχος» και στην ταυτόχρονα προφερόμενη «Εις στίχος». Η ιστορική μνήμη και η ποιητική κατασκευή συμπλέκονται και η ιστορία τού τοίχου προσφέρει τη θέση της στην ποιητική κατασκευή.

Η επιθυμία να ανασυσταθεί ένα παρελθόν που έχει χαθεί οριστικά και έχει αφήσει μόνο ίχνη μετατρέπεται στην πράξη τής κατασκευής ενός κειμένου, το οποίο θα μείνει αντ' αυτού.

Η αυτοαναφορική αυτή διάσταση, η οποία υπογραμμίζεται από τη φωνητική αντιστοιχία, αφενός αποτελεί σημαντικό δείκτη τού μοντερνισμού τού κειμένου, αφετέρου συμβάλλει στην ψευδαίσθηση τής οργανικής συνέχειας μεταξύ τού παρελθόντος και τού παρόντος.

αυτές οι επιγραφές υποτίθεται, με βάση τις συμβάσεις τής ρεαλιστικής αφήγησης,
ότι υπήρχαν πριν από το κείμενο και ότι αντιγράφηκαν σε αυτό. Όμως,
λόγω τής διαφοράς στον τρόπο τής γραφής τους (η μία χαραγμένη, η άλλη με μολύβι),
λόγω των διαφορετικών σημαινομένων (η μία σημαίνει τον θάνατο, η άλλη τη ζωή),
η δεύτερη επιγραφή παρουσιάζεται ως η συμπλήρωση τής πρώτης,
η δε «συμπλοκή» τους ως το κατεξοχήν παράδειγμα κατασκευής τού νέου.***

Ο εναπομείνας τοίχος τού κάστρου,
η επιγραφή με το μολυβδοκόνδυλο πάνω στην επιτύμβια στήλη,
η τελευταία επιστολή τού αυτόχειρος,
λειτουργούν ως μνημονικά ίχνη που θέτουν σε
κίνηση τη διαδικασία τής συγγραφής
.****


Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, Αρτεμίδωρος & Φρόυντ. Ερμηνευτικές θεωρίες & λογοτεχνικά όνειρα (έκδ. Εξάντας, Αθήνας 2005, σσ. 189-191, 191-192). - Το ενσωματωμένο motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 195). Και οι κατακλείδες, ομοίως (ό.π., σσ. 196, 197).

-----
* Το αρκτικό motto Αντώνης Φωστιέρης, απ’ εδωδά.

Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2025

ψυχανάλυση και λογοτεχνία


Εσπέρα έαρος: ήχος θαλάσσης
φύσημα φοινικικού ρυθμού.*

[...] Ο Foucault [ενν. στον τρίτο τόμο τής Histoire de la sexualité] θεωρεί ότι το κείμενο τού Αρτεμίδωρου παρουσιάζει ιδιαίτερο θεωρητικό ενδιαφέρον στο πλαίσιο μιας ιστορίας των ερωτικών ηθών τής αρχαιότητας. [...] επικεντρώνει την ανάλυσή του στην περιγραφή των σεξουαλικών επαφών στα όνειρα που παρουσιάζει ο Αρτεμίδωρος και τις συνδυάζει με το θετικό ή αρνητικό φορτίο που φέρουν: «κατά νόμον», «παρά νόμον» και «παρά φύσιν».

*

Οι αφηγηματολογικές προλήψεις: Τα όνειρα λειτουργούν προφητικά ως προς τα όσα μέλλουν να συμβούν στην αφήγηση, αποτελούν με τον τρόπο αυτό σχόλια στη γραμμικότητα τής αντίληψης τού χρόνου υπονομεύοντας τις συμβάσεις τού ρεαλισμού, χωρίς ωστόσο να τίς καταλύουν. Το όνειρο τής Αμέρσας, τής δεύτερης κόρης τής Φραγκογιαννούς, στη «Φόνισσα» [...]

όνειρα «ονειροσβέστες»: Όνειρα που υπηρετούν την καθεστηκυία τάξη των πραγμάτων, που καταλύουν το ονειρικό επίπεδο. [...] τής Κρουστάλλως, στον Ζητιάνο τού Ανδρέα Καρκαβίτσα [...]

όνειρα που προτείνουν το φανταστικό με όρους πραγματικού: Πρόκειται για εκείνα τα όνειρα που δημιουργούν έναν εναλλακτικό αφηγηματικό χώρο και κατασκευάζουν τον άλλο, την ετερότητα: καταλύουν τις ρεαλιστικές συμβάσεις, ανατρέπουν την αφηγηματική σειρά και προτείνουν το φανταστικό με όρους πραγματικού.

Υπάρχουν αρκετά όνειρα, ονειροπολήσεις καθώς και μια περίπτωση εγκοίμησης στα διηγήματα τού Γεωργίου Βιζυηνού. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον ως π[ρος τη λειτουργία τού χρόνου και τη διαπλοκή τού ρεαλιστικού και τού φανταστικού στοιχείου τής αφήγησης έχουν τα όνειρα στο διήγημα «Το μόνον τής ζωή του ταξείδιον» [...].

*

[στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, «Υπό την βασιλικήν δρύν»:] Ο άνδρας αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο μια εμπειρία που είχε όταν ήταν ένδεκα ετών παιδί με το δέντρο, το οποίο τον μάγευε και ήταν για αυτόν η ερωτική επιθυμία: «Μ' έθελγε, μ' εκήλει, μ' εκάλει εγγύς της. Επόθουν να πηδήσω από τού υποζυγίου, να τρέξω πλησίον της, να την απολαύσω· να περιπτυχθώ τον κορμόν της, όστις θα ήτον αγκάλιασμα διά πέντε παιδιά ως εμέ, και να τον φιλήσω».

Η επιθυμία αυτή εντεινόταν επειδή οι μεγάλοι δεν τον άφηναν να φύγει από κοντά τους για να πάει να αγκαλιάσει το δέντρο. Εντεινόταν επίσης επειδή την περιοχή όπου βρισκόταν η βασιλική δρυς την επισκέπτονταν στις γιορτές τής Άνοιξης [...].

Μέχρις ότου μια χρονιά (το 186...), Μεγάλο Σάββατο, μετά την Πρώτη Ανάσταση και πριν τελειώσει η λειτουργία, αφού την προηγουμένη νύχτα είχε ονειρευτεί τη δρύ «την θεσπεσίαν και υψηλήν...», ξεφεύγει για να την αναζητήσει, ελπίζοντας ότι η απουσία του θα περάσει απαρατήρητη, για [να] ασπασθεί την ερωμένη του, όμως μάς λέει ο ίδιος.

Καθ' οδόν χάνεται, αλλά ο όγκος τού δέντρου τον προσανατολίζει και τον καθοδηγεί· φθάνει «κατάκοπος, κάθιδρως και πνευστιών», κυλιέται στη χλόη, στις παπαρούνες και στα χαμολούλουδα και, επειδή δεν είχε κοιμηθεί καλά τη νύχτα, ονειρευόμενος τη δρύ, αποκοιμιέται κάτω από τον ίσκιο τού δέντρου και ονειρεύεται.

Το όνειρό του είναι η μεταμόρφωση τής δρυός σε γυναίκα, τής οποίας περιγράφει τα μέλη: «εύτορνοι κνήμαι, οσφύς, κοιλία, στέρνον, κόλποι γλαφυροί, κόμη πλουσία κόρης»· και το συμπέρασμα «δεν είναι δέντρον, είναι κόρη».

Το όνειρο όμως δεν τελειώνει με αυτή την ταύτιση. Πριν ξυπνήσει το παιδί, ακούει το δέντρο να τού ζητάει να μην το κόψουν γιατί η νύμφη που βρίσκεται σε αυτό δεν είναι αθάνατη, ζεί όσο η δρύς· διαφορετικά ακουσίως θα γίνει κακό.

Δύο είναι τα όνειρα στο κείμενο και σε κατοπτρική σχέση μεταξύ τους:

το όνειρο τής νύχτας, με θέμα το δέντρο, που οδηγεί στην έξαρση τής επιθυμίας και στην αναζήτηση τής επόμενης ημέρας· και

το όνειρο κάτω από τον ίσκιο τού δέντρου, με θέμα τη μεταμόρφωση τής δρυός σε γυναίκα, που συνιστά την εκπλήρωση τής επιθυμίας και την επιβεβαίωση τής παιδικής παντοδυναμίας.

Αυτή η παντοδυναμία θριαμβεύει άλλωστε όταν η οπτική γωνία τού παιδιού συμπίπτει με αυτήν τού ενηλίκου, μια και το τελευταίο μέρος τού δεύτερου ονείρου, η προειδοποίηση τής νύμφης, εκπληρώνεται με τον θάνατο τού ξυλοκόπου που έκοψε τη δρύ,

ενώ, παράλληλα, η ταύτιση δρυός και γυναικός εικονογραφεί την εγκυκλοπαιδική γνώση τής μυθολογίας: το παιδί είχε βιώσει αυτά που θα επιβεβαίωναν οι αναγνώσεις τού ενηλίκου.

*

Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι το όνειρο λειτουργεί στη λογοτεχνία πάντοτε εκ των υστέρων. Δηλαδή η σημασία του στην αφήγηση προσδιορίζεται από την εξέλιξη και την απόληξή της· ο αναγνώστης, ολοκληρώνοντας την ανάγνωση, αντιλαμβάνεται τη λειτουργία τού ονείρου στο λογοτεχνικό κείμενο ως διαδικασία επίρρωσης ή ανατροπής των αφηγηματικών συμβάσεων και όχι αναγκαστικά ως αυτοβιογραφική αναφορά·

επίσης, την αντιλαμβάνεται ως επέμβαση στη γραμμική λειτουργία τού χρόνου, ιδίως αν ο κυρίαρχος αφηγηματικός τρόπος είναι ο ρεαλιστικός.

Το όνειρο αποτελεί λοιπόν μια κατασκευή τού παρόντος για την αιτιολόγηση τής καταγωγής του χάρις στην οποία το υποθετικό παρελθόν μετατρέπεται σε σημείο αναφοράς.

Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, Αρτεμίδωρος & Φρόυντ. Ερμηνευτικές θεωρίες & λογοτεχνικά όνειρα (έκδ. Εξάντας, Αθήνας 2005, σσ. 163, 202, 203, 203-204, 213, 214-215, 215-216).

-----
* Το motto δίστιχο του Κυριάκου Χαραλαμπίδη από το ποίημα 'Χοροεσπερίς εν Λάρνακι τω 1895' από την συλλογή Δοκίμιν (έκδ. Άγρα, Αθήνα 2000, σ. 173).


Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2025

και η αξία τού ονείρου;


«η εκτίμηση [....] των αρχαίων λαών προς το όνειρο
είναι θεμελιωμένη σε μια σωστή ψυχολογική διαίσθηση
και εκφράζει το σεβασμό τους για το αδάμαστο και ακατάλυτο
στην ανθρώπινη ψυχή, το 'δαιμονικό', που παράγει την ονειρική επιθυμία
και που το ξαναβρίσκουμε να λειτουργεί στο ασυνείδητό μας»*

[...] ας σταθούμε στην καταληκτική παράγραφο τής Ερμηνείας των ονείρων και στη θέση που διατυπώνει σε αυτήν ο Φρόυντ: «Και η αξία τού ονείρου για τη γνώση τού μέλλοντος; Γι' αυτό φυσικά δεν μπορεί να γίνει λόγος. Αντ' αυτού θα θέλαμε να πούμε: για τη γνώση τού παρελθόντος. Διότι από κάθε άποψη το όνειρο προέρχεται από το παρελθόν. Βέβαια και η παλαιά δοξασία, ότι το όνειρο μάς δείχνει το μέλλον, μπορεί να έχει μια δόση αλήθειας.

Καθώς το όνειρο μάς παρουσιάζει μια επιθυμία ως εκπληρωμένη, μάς οδηγεί οπωσδήποτε στο μέλλον· αλλά αυτό το μέλλον, το οποίο ο ονειρευόμενος εκλαμβάνει ως παρόν, είναι διαμορφωμένο από την ακατάλυτη επιθυμία του ως ακριβές ομοίωμα τού παρελθόντος».

*

Το κοινό σημείο λοιπόν τής ονειροκριτικής θεωρίας τού Αρτεμίδωρου και τής ψυχαναλυτικής θεωρίας τού Φρόυντ είναι ότι χρησιμοποιούν την ομοιότητα για να συνδέσουν το όνειρο, που αποτελεί έκφραση τού ανθρώπου στον κόσμο τού ύπνου, με τις πράξεις που τον εκφράζουν στον κόσμο τής εγρήγορσης, εστιάζοντας ο μεν στο μέλλον, στο οποίο προβάλλεται το παρελθόν, και ο δε στο παρελθόν, το οποίο επικαθορίζει το μέλλον.

Με τον τρόπο αυτό αναλογίζονται τη σχέση παρελθόντος-παρόντος-μέλλοντος και προτείνουν μια μη γραμμική λειτουργία τού χρόνου. Αυτό και στους δύο επιτυγχάνεται με τον αναλογικό τρόπο σκέψης, ο οποίος συνδυάζεται με το κεκτημένο -ανάλογα με την εποχή τού καθενός- τής εμπειρικής παρατήρησης: «τήρησις» για τον πρώτο, θετικές επιστήμες για τον δεύτερο.

*

[...] ο αναλογικός τρόπος σκέψης θεωρητικοποιείται με την αριστοτελική έννοια τής μεταφοράς. [...] Αντίστοιχα χαρακτηριστικά με τη μεταφορά έχουν δύο φροϋδικές έννοιες, οι οποίες δεν είναι πάντοτε εύκολο να διαχωριστούν, η ερμηνεία (Deutung) και η κατασκευή (Konstruktion).

*

Σύμφωνα με τον Φρόυντ, ό,τι απουσιάζει είναι εξίσου σημαντικό με ό,τι ανευρίσκεται ή αναφέρεται, αυτό που ο αρχαιολόγος ή ο ψυχαναλυτής συνάγει είναι εξίσου σημαντικό με αυτό που βλέπει ή ακούει.

Ο Φρόυντ υποστηρίζει «ότι η αναλυτική εργασία αποτελείται από δύο εντελώς διαφορετικά μέρη, ότι εκτελείται σε δύο χωριστές σκηνές και γίνεται από δύο ανθρώπους, ο καθένας από τούς οποίους έχει άλλη αποστολή. [...] ο αναλυόμενος πρέπει να οδηγηθεί ώστε να ξαναθυμηθεί κάτι που έζησε και απώθησε [...]. Ο αναλυτής δεν έζησε ούτε απώθησε τίποτε από τα ζητούμενα, δεν μπορεί να είναι δουλειά του να θυμηθεί κάτι.

Ποιά είναι λοιπόν η αποστολή του; Πρέπει να μαντέψει το ξεχασμένο υλικό από τα σημάδια που άφησε πίσω του ή, πιο σωστά, να το κατασκευάσει. Η εργασία του [...] έχει πολλά κοινά σημεία με τη δουλειά τού αρχαιολόγου που ανασκάπτει έναν κατεστραμμένο και θαμμένο οικισμό, ή ένα κτήριο τού παρελθόντος».

Η θέση αυτή του Φρόυντ καθιστά σαφές ότι τα δύο μέρη τής ψυχαναλυτικής διαδικασίας έχουν μια σχέση με το παρελθόν, σύμφωνα με την οποία το ένα (ο αναλυόμενος) επιχειρεί, επιτυχώς ή ανεπιτυχώς, να θυμηθεί, και το άλλο (ο αναλυτής) να κατασκευάσει και να παραστήσει μια αφήγηση που αφορά το παρελθόν και βασίζεται στις αναμνήσεις και στην απουσία αναμνήσεων.

*

Ο Φρόυντ τονίζει ότι η σύγχρονη προσέγγιση πρέπει να ακολουθήσει τα βήματα των ερμηνευτών ονείρων τής αρχαιότητας, κατά τη διάρκεια τής οποίας υπήρχαν δύο μέθοδοι για την ανακάλυψη τού νοήματος των ονείρων: η συμβολική, οι ερμηνείες τής οποίας ήταν κατ' ουσίαν αυθαίρετες, και η κρυπτογραφική, η οποία «μεταχειρίζεται το όνειρο ως ένα είδος κρυπτογραφίας, όπου κάθε σημείο μεταφράζεται σύμφωνα με σταθερά προκαθορισμένο κλειδί σε άλλο σημείο με γνωστή σημασία».

[...] Το πρόβλημα με την κρυπτογραφική μέθοδο, κατά τον Φρόυντ, ήταν ότι η αξιοπιστία τού κλειδιού δεν ήταν εγγυημένη και ότι το κλειδί δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στο όνειρο ως σύνολο, αλά μόνο σε μεμονωμένα στοιχεία του.

Η δική του τεχνική διαφέρει σε ένα ουσιώδες σημείο από την αρχαία μέθοδο, επειδή, όπως γράφει, αναθέτει το έργο τής ερμηνείας στον ίδιο τον ονειρευόμενο.

Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, Αρτεμίδωρος & Φρόυντ. Ερμηνευτικές θεωρίες & λογοτεχνικά όνειρα (έκδ. Εξάντας, Αθήνας 2005, σσ. 152-153, 154, 155 157-158, 160-161, 161). Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 160).

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2025

και το έργο τέχνης


Στα κείμενά του για την τέχνη ο Φρόυντ διαμορφώνει μια θεωρία η οποία στόχο έχει να υπογραμμίσει τις αναλογίες μεταξύ τής λογοτεχνικής δημιουργίας και τής καθημερινής εμπειρίας.

Οι αναλογίες αυτές εδράζονται στη θεωρία τής μετουσίωσης, στις παρατηρήσεις για το παιδικό παιχνίδι και στην εκπλήρωση τής μεταμφιεσμένης επιθυμίας, όπως περιγράφεται στη θεωρία τού ονείρου.

Ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι προσεγγίζει το έργο τέχνης και το λογοτεχνικό κείμενο από δύο πλευρές: από αυτήν τής δημιουργίας (ή, σύμφωνα με έναν άλλο κώδικα, τής παραγωγής) του και από αυτήν τής πρόσληψηςκατανάλωσής) του.

*

Βασική του θέση είναι ότι ο άνθρωπος ουδέποτε απαρνείται κάτι που τού προσφέρει απόλαυση, απλώς υποκαθιστά μια μορφή απόλαυσης με μιαν άλλη. Κατά συνέπεια, υποστηρίζει ότι περνάει κανείς από το παιχνίδι στη φαντασίωση, ότι δηλαδή οι φαντασιώσεις των ενηλίκων θα έμοιαζαν με το παιδικό παιχνίδι αν είχαν τη δυνατότητα να συνδεθούν με την πραγματικότητα των άλλων·

όμως δεν έχουν αυτή τη δυνατότητα, μια και δεν παίρνουν ποτέ μια μορφή ανακοινώσιμη και παραμένουν απόλυτα ιδιωτικές. Με μια εξαίρεση, τις φαντασιώσεις εκείνες που παίρνουν τη μιρφή μιας γραπτής μυθοπλαστικής αφήγησης, ενός μυθιστορήματος με την ευρύτερη δυνατή σημασία τού όρου.

Κατά συνέπεια, ο Φρόυντ διακρίνει ανάμεσα στη δημιουργική γραφή και στη φαντασίωση με κριτήριο την προσθήκη, το πλεόνασμα, τής μορφής· με άλλα λόγια, με κριτήριο κάποια μορφή αισθητικής, η οποία καθιστά το προϊόν τής φαντασίωσης λογοτεχνικό κείμενο, το «αισθητικοποιεί», το «κοινωνικοποεί» και τού προσδίδει μια σχέση με την εκτός αυτού πραγματικότητα.

*

Το σύντομο αυτό κείμενο [ενν. «Ο ποιητής και η φαντασίωση» (1908)] έχει καταστατική σημασία στη σύνδεση τής φροϋδικής θεωρίας για τα όνειρα με αυτήν για την λογοτεχνία. 'Οπως τονίζει ο Paul Ricoeur,

πρώτον, εισάγει την έννοια τού παιχνιδιού, το οποίο, όπως ο ίδιος ο Φρόυντ θα αναπτύξει στο Πέραν τής αρχής τής ηδονής, σημαίνει τον έλεγχο τής απουσίας, έναν έλεγχο που διαφέρει από την παραισθητική εκπλήρωση επιθυμιών·

δεύτερον, επειδή ακριβώς δεν διεισδύει στα εσώτερα τής καλλιτεχνικής δημιουργίας, σχολιάζει την απόλαυση που αυτή προσφέρει και την τεχνική που υιοθετεί για την επεξεργασία των φαντασιώσεων:

ο συγγραφέας αφενός απαλύνει τον εγωιστικό χαρακτήρα των φαντασιώσεων με αλλαγές και αποκρύψεις και αφετέρου δωροδοκεί τον αναγνώστη με την αισθητική απόλαυση που προσφέρει η γραπτή μορφή τους, με ένα είδος «προκαταρκτικής απόλαυσης» (Vorlust), που υπόσχεται και προοιωνίζεται μεγαλύτερη απόλαυση από «βαθύτερες πηγές τής ψυχής».

*

[...] εδώ έγκειται η σημασία τής θεωρίας τής μετουσίωσης και των απόψεων για το παιδικό παιχνίδι, που επιτρέπουν στον ψυχαναλυτικό λόγο:

πρώτον, να υπογραμμίσει τη σημασία τής πρόσληψης τού έργου τέχνης και τού λογοτεχνικού κειμένου·

δεύτερον, να καταδείξει τις ομοιότητες που υπάρχουν ανάμεσα στην καλλιτεχνική ή τη λογοτεχνική παραγωγή και την καθημερινότητα·

τρίτον, να προχωρήσει στη μελέτη των καθημερινών και κοινών σε όλους φαινομένων, όπως τού ονείρου, τής φαντασίωσης, τού παιδικού παιχνιδιού, μέσω τής γνώσης που παρέχει η λογοτεχνία και η τέχνη.

[...] Η μετατροπή των ενορμήσεων σε κοινωνικά καταξιωμένες συνδέεται με την εκπλήρωση των μεταμφιεσμένων με βάση τους μηχανισμούς του ονείρου επιθυμιών·

Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, Αρτεμίδωρος & Φρόυντ. Ερμηνευτικές θεωρίες & λογοτεχνικά όνειρα (έκδ. Εξάντας, Αθήνας 2005, σσ. 139-140, 143-144, 144-145, 146, 146-147).

Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2025

έτι περί της απώλειας αλλά και περί της αναλογίας


[...] Όπως τονίζει εξάλλου σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο ο Jacques Lacan, «το ανθρώπινο αντικείμενο πάντοτε καθορίζεται με τη διαμεσολάβηση μιας πρώτης απώλειας. Δεν συμβαίνει τίποτε το εποικοδομητικό στον άνθρωπο παρά μόνο μέσω τής απώλειας ενός αντικειμένου».

Η έννοια τής απώλειας αποτελεί, επομένως, καταστατική συνθήκη τόσο τού περί ονείρου λόγου όσο και κάθε ερμηνευτικής διαδικασίας.

Η απώλεια και το αχρονικό συνδυάζονται με την αναλογία που χαρακτηρίζει τον περί ονείρου λόγο, βάσει τής οποίας συνδέονται τα διαφορετικά επίπεδα με γνώμονα την ομοιότητα.

*

Συγκεκριμένα, με την αναλογία συγκρίνονται:

1) το εικονικό σύστημα (δηλαδή οι ονειρικές εικόνες που βλέπει κάποιος όταν κοιμάται) προς το σύστημα τού λόγου (αυτό τής πρώτης αφήγησης τού ονείρου)·

2) το έκδηλο περιεχόμενο τού ονείρου προς το λανθάνον, όπως αυτό θα προκύψει μετά τη διαδικασία τής ψυχαναλυτικής ερμηνείας·

3) οι ονειρικές εμπειρίες, οι οποίες προέρχονται από τη συγκεκριμένη ζωή τού ονειρευομένου, προς τα συστήματα περί των ονειρικών εμπειριών, τα οποία στόχο έχουν να τίς ταξινομήσουν και να δομήσουν μια θεωρία για αυτές [...].

*

Η ομοιότητα ως διαδικασία που συμβάλλει στην ερμηνεία των ονείρων αποτελεί σημαντικό στοιχείο στον Αρτεμίδωρο, επειδή τού επιτρέπει να κινείται από το παρελθόν προς το παρόν και το μέλλον.

Η απώλεια χαρακτηρίζει και το όνειρο, το οποίο σημαίνει τόσο τις εικόνες που κάποιος βλέπει στον ύπνο του, όσο και την αφήγηση που συντίθεται βάσει αυτών των εικόνων.

Το όνειρο και η ανάλυσή του αποτελεί πρότυπο τής ψυχαναλυτικής ερμηνείας, επειδή αποτελεί τη διά τού λόγου αναδιάταξη ενός εικονικού κειμένου.

Η μετάβαση από το εικονικό στο αφηγηματικό κείμενο πραγματοποιείται με τη δευτερογενή επεξεργασία και την ερμηνεία τής εικονικής εμπειρίας και τών συναισθημάτων που έφερε στην επιφάνεια.

Το όνειρο λοιπόν είναι ένα φαινόμενο άρρηκτα συνδεδεμένο με την διαδικασία τού ερμηνεύειν, μια και η αφήγησή του δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια κατασκευή που βασίζεται στην ονειρική εμπειρία.

Η ερμηνεία επεξεργάζεται τις αναμνήσεις, ενώ η κατασκευή συμπληρώνει τα κενά· και οι δύο έχουν ένα ρόλο δημιουργικό.

*

ειδή τού επιτρέπει να κινείται από το παρελθόν προς το παρόν και το μέλλον.

Η ομοιότητα έχει και για τον Φρόυντ μεγάλη σημασία, επειδή το ασυνείδητο δεν διέπεται από τους κανόνες τής χρονικής ακολουθίας τού συνειδητού και, κατά συνέπεια, το παρόν δομείται κατ' αναλογίαν τού παρελθόντος.

Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, Αρτεμίδωρος & Φρόυντ. Ερμηνευτικές θεωρίες & λογοτεχνικά όνειρα (έκδ. Εξάντας, Αθήνας 2005, σσ. 132, 133, 133-134, 150-151).

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2025

ψυχαναλυτικές έννοιες ανάλυσης του ονειρικού φαινομένου


[...] η εκ παραλλήλου ανάγνωση των κειμένων του Αρτεμίδωρου και του Φρόυντ θα πραγματοποιηθεί με άξονα τρεις έννοιες:

πρώτον, την ψυχαναλυτική έννοια τής απώλειας (Verlust) και το πώς συνδέεται με την ψυχαναλυτική έννοια τού αντικειμένου (Objekt), μέσω τής οποίας μπορούμε να οδηγηθούμε στη διάκριση εξωτερικής και εσωτερικής πραγματικότητας·

δεύτερον, την έννοια τού χρόνου, διότι και οι δύο θεωρίες θεματοποιούν τη χρονική διαφορά ανάμεσα στην εμπειρία τού εικονικού περιεχομένου τού ονείρου και την αφήγησή του και προβάλλουν το όνειρο σε διαφορετικές χρονικότητες, ο Φρόυντ στο παρελθόν και ο Αρτεμίδωρος στο μέλλον· και

τρίτον, την έννοια τής αναλογίας μεταξύ τού ονειρικού κόσμου, προϊόντος τού ύπνου, και τού κόσμου τής εν εγρηγόρσει ζωής και, κατά συνέπεια, την αναλογική σχέση που χρησιμοποιεί τις ονειρικές εικόνες και την ονειρική αφήγηση.

*

Η ενασχόληση με την απώλεια και τη λειτουργία τού χρόνου επιβάλλει την ανάλυση δύο ψυχαναλυτικών εννοιών απαραίτητων για την εμβάθυνση στο ονειρικό φαινόμενο:

τής φροϋδικής εκ των υστέρων (θεώρησης), η οποία εστιάζει στη χρονικότητα,

και τής μεταγενέστερης, που έχει προταθεί από τον D.W. Winnicott (1951), τού μεταβατικού αντικειμένου και των μεταβατικών φαινομένων, η οποία εστιάζει στην απώλεια.

Οι έννοιες αυτές συμβάλλουν στο να αναλυθεί το ονειρικό φαινόμενο σε σχέση με τις κεντρικής σημασίας ψυχαναλυτικές έννοιες τής ερμηνείας και τής κατασκευής και, σε συνδυασμό με την έννοια τής μεταφοράς, να επανεξετασθεί η έννοια τής αναλογίας.
*

Η εκ των υστέρων θεώρηση αποτελεί δείκτη τών απόψεων τού Φρόυντ για τη χρονική διάσταση και την αιτιοκρατία στην ψυχική ζωή. Δηλώνει την αναψηλάφηση τών εμπειριών, τών εντυπώσεων και τών μνημονικών ιχνών σε μια μεταγενέστερη στιγμή, σε συνδυασμό με τις νέες εμπειρίες τού υποκειμένου όταν αυτό έχει φτάσει σε ένα νέο επίπεδο ανάπτυξης. Το υλικό που αναψηλαφείται νοηματοδοτείται εκ νέου και αποκτά νέα δυναμική στο πώς επιδρά στον ψυχισμό.

[...] Μπορεί λοιπόν να χαρακτηρίσει κανείς και ως κέρδος και ως απώλεια τον χρόνο, μια και αφενός έδωσε τη δυνατότητα τής εκ των υστέρων θεώρησης και νοηματοδότησης -δηλαδή πριμοδότησε τη λειτουργία τού λόγου- και
αφετέρου πρόκειται για χρόνο που χάθηκε στον πεπερασμένο ανθρώπινο βίο.

*

Ο όρος μεταβατικό αντικείμενο προσδιορίζει κατ' αρχάς ένα υλικό αντικείμενο ιδιαίτερης αξίας για το βρέφος ή το μικρό παιδί που χρησιμοποιείται κυρίως όταν επέρχεται ο ύπνος (π.χ. την άκρη τής κουβέρτας). Προσδιορίζει όμως επίσης και τη διαδικασία μετάβασης από το στήθος ή την αγκαλιά τής μητέρας ή τροφού, την οποία το βρέφος αντιλαμβάνεται ως προέκταση τού εαυτού του, ως αυτόματη ανταπόκριση στις ανάγκες του, σε ένα εξωτερικό αντικείμενο.

[...] Το μεταβατικό αντικείμενο συμβολίζει μεν ένα μερικό αντικείμενο, όπως το στήθος, ταυτόχρονα όμως δεν είναι αυτό το αντικείμενο· «το ότι δεν είναι το στήθος -ή η μητέρα- είναι το ίδιο σημαντικό όσο το ότι συμβολίζει το στήθος -ή τη μητέρα» [Winnicott].

Ο Winnicott θεωρητικοποιεί την έννοια αυτή για να δείξει ότι εκτός από τον εσωτερικό και τον εξωτερικό κόσμο υπάρχει και μια ενδιάμεση περιοχή ανάμεσα στους δύο, ανάμεσα στο υποκειμενικό και το αντικειμενικό, η οποία είναι μια περιοχή εμπειρίας που αλλάζει μεν με το χρόνο, αλλά δεν μπορεί να αμφισβητηθεί:

θα τη χαρακτηρίζαμε ως περιοχή μιας αυταπάτης (illusion) που έχει μια δεδομένη χρονική διάρκεια.

Η αυταπάτη αυτή συγχωρείται εν γένει στο παιδί, λόγω τής ιδιαιτερότητας τού παιδικού παιχνιδιού, αλλά και στους ενηλίκους στο χώρο τής ονειροπλασίας, τής τέχνης, τής λογοτεχνίας, τής θρησκείας κ.τ.λ.

Η μοίρα τού μεταβατικού αντικειμένου είναι «σταδιακά να αποεπενδυθεί συναισθηματικά» και σε αυτό διαφέρει από τα άλλα αντικείμενα, τα οποία είτε εσωτερικεύονται είτε απωθούνται. Το μεταβατικό αντικείμενο «δεν λησμονείται και δεν πενθείται», αλλά χάνει το νόημά του και διαχέεται σε μια σειρά από μεταβατικά φαινόμενα που καταλαμβάνουν «την ενδιάμεση περιοχή ανάμεσα στην 'εσωτερική ψυχική πραγματικότητα' και 'τον εξωτερικό κόσμο όπως τον αντιλαμβάνονται από κοινού δύο άτομα', διαχέεται δηλαδή στο πεδίο του πολιτισμού (culture)».

*

[...] Μπορούμε λοιπόν να παρατηρήσουμε τον τρόπο με τον οποίο στην έννοια τού μεταβατικού αντικειμένου και τού μεταβατικού φαινομένου συνδυάζεται η έννοια τής διατήρησης -τής μη απώλειας- τού αντικειμένου με την απώλειά του ως υλικού αντικειμένου. Το κλειδί είναι η έννοια τής αυταπάτης [...].

Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, Αρτεμίδωρος & Φρόυντ. Ερμηνευτικές θεωρίες & λογοτεχνικά όνειρα (έκδ. Εξάντας, Αθήνας 2005, σσ. 124, 125, 125-126, 127, 128, 128-129, 130).

Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2025

μεταφορά και μετωνυμία: ο γλωσσολογικός δεσμός


Οι μηχανισμοί τής εργασίας τού ονείρου παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον γιατί τονίζουν τη γλωσσική διάσταση τών ασυνείδητων διαδικασιών και γιατί σχολιάζουν ένα γλωσσικό κείμενο (το αφηγημένο όνειρο) που κατεξοχήν χαρακτηρίζεται από πολυσημία.

Στο θέμα αυτό [...] σημαντικότατη είναι η συμβολή του Roman Jacobson και του Jacques Lacan.

*

Ο Roman Jacobson, ξεκινώντας από τη διάκριση του Saussure σε συνειρμικές (in absentia) και συνταγματικές (in praesentia) σχέσεις της γλώσσας [Saussure, Μαθήματα γενικής γλωσσολογίας, 162-166], ορίζει την επιλογή και τον συνδυασμό ως τούς δύο τρόπους διάταξης των γλωσσικών σημείων που αντιστοιχούν στις σχέσεις αυτές, για να θεματοποιήσει στη συνέχεια τούς δύο πόλους τών αφασικών διαταραχών:

στο ένα άκρο βρίσκεται η διαταραχή τής ομοιότητας (αφορά την επιλογή και επιδρά στις συνειρμικές ή παραδειγματικές σχέσεις) και

στο άλλο η διαταραχή τής συνάφειας (αφορά τον συνδυασμό και επιδρά στις συνταγματικές σχέσεις).

Περαιτέρω, θεωρητικοποιεί τις δύο αυτές σημαντικές και αντιτιθέμενες διαστάσεις τής γλωσσικής δομής με όρους ρητορικούς: το σχήμα τής μετωνυμίας, που συνδέει τα στοιχεία τής γλώσσας βάσει τής συνάφειας, είναι κατ' ουσία συνταγματικό, διότι τα δύο στοιχεία συνυπάρχουν,

ενώ η μεταφορά είναι η αντικατάσταση ενός πράγματος από κάποιο άλλο, και επομένως παραδειγματική.

*

Ειδικότερα, οι σχέσεις ανάμεσα στα σημαίνοντα που σχηματίζουν την αλυσίδα τών σημαινόντων είναι όλες είτε μετωνυμικές είτε μεταφορικές, με τη διευρυμένη έννοια που ο Jacobson έχει δώσει σε αυτούς τούς όρους.

Δηλαδή η αλυσίδα είτε κινείται συνταγματικά από ένα σημαίνον σε ένα άλλο συναφές (μετωνυμία), είτε λειτουργεί παραδειγματικά, βάζοντας ένα σημαίνον στη θέση ενός άλλου (μεταφορά).

Μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι η κίνηση χαρακτηρίζει τη μετωνυμία, ενώ η υποκατάσταση τη μεταφορά.

[...] Ο Jacobson συγκρίνει αφενός τον άξονα τής μεταφοράς με τις ψυχαναλυτικές έννοιες τής συμπύκνωσης και τού συμβολισμού, και αφετέρου τον άξονα τής μετωνυμίας με την ψυχαναλυτική έννοια τής μετάθεσης.

*

Ο Jacobson με την ανάλυσή του παρέχει στον Lacan δύο βασικά μεθοδολογικά εργαλεία από τη δομική γλωσσολογία, τον συνταγματικό και τον παραδειγματικό άξονα, και μια αναλογία ως προς την προσέγγιση τής ρητορικής, αυτή τής μετωνυμίας και τής μεταφοράς.

Πέραν αυτών, ο Lacan, στην ανάγνωση που επιχειρεί σε ένα κείμενό του τού 1957 [...] έχει υιοθετήσει μια θέση από τη θεωρία τού Saussure για το σημείο: την άποψη ότι το σημαινόμενο (signifié), όπως υποδηλώνει και το όνομά του, είναι απλώς αυτό το οποίο σημαίνεται και δεν υπάρχει ανεξάρτητα από το σημαίνον (signifiant) του· ότι δηλαδή η γλώσσα δεν τοποθετεί ετικέτες σε μια σειρά προκαθορισμένων διακριτών οντοτήτων, αλλά διαιρεί ένα αδιαφοροποίητο πεδίο αντίληψης, εμπειρίας κ.τ.λ., με τη μορφή των αρθρώσεων που εισάγονται από τα σημεία [Saussure, Μαθήματα γενικής γλωσσολογίας, 99-101].

Ενώ όμως η θέση τού Saussure είναι ότι υφίσταται η ένωση του σημαίνοντος και τού σημαινομένου στο σημείο -τα συγκρίνει με τις δύο όψεις μιας κόλλας χαρτιού- ο Lacan τονίζει τον χωρισμό τους.

*

[...] Ο Lacan δεν αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο οι λέξεις συνδυάζονται συντακτικά για να σχηματίσουν μια πρόταση, αλλά στον συνειρμό και την ερμηνεία, με την έννοια ότι το νόημα μιας λέξης δεν είναι παρά μία ακόμη λέξη, που κι αυτής μπορούμε να αναζητήσουμε το νόημα: όπως συμβαίνει με έναν ορισμό του λεξικού, στον οποίο μπορούμε να αναζητούμε επ' άπειρον τη σημασία·

ή όπως οι εικόνες σε ένα όνειρο, που μπορούν, όπως είδαμε στους μηχανισμούς του ονείρου, να αντικαθιστούν η μία την άλλη στη βάση τής ομοιότητας.

Είναι σαφές από την παραπάνω περιγραφή ότι η σημαίνουσα αλυσίδα του Lacan αναφέρεται στην παραγωγή νοήματος στο ασυνείδητο: γι' αυτόν η «γλώσσα» είναι πρώτα και κύρια οι γλωσσικής μορφής διεργασίες τού ασυνειδήτου.

Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, Αρτεμίδωρος & Φρόυντ. Ερμηνευτικές θεωρίες & λογοτεχνικά όνειρα (έκδ. Εξάντας, Αθήνας 2005, σσ. 116-117, 117, 117-118, 118, 118-119, 121-122).

Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2025

εργασία του ονείρου


Η συμπύκνωση λειτουργεί ως πρόσκομμα στην αντιστοιχία μεταξύ των στοιχείων του έκδηλου και αυτών του λανθάνοντος ονείρου. [...]

Η μετάθεση -ή ενίοτε και μεταβίβαση- [...] σημαίνει την επανενεργοποίηση και επικαιροποίηση των ασυνείδητων επιθυμιών [...]. Το αποτέλεσμα είναι η παραμόρφωση του ονείρου με άξονα τη μετατροπή του ασήμαντου σε σημαντικό και του σημαντικού σε ασήμαντο.

Η μέριμνα για την παραστασιμότητα συνίσταται στο ότι οι ονειρικές σκέψεις οφείλουν να υποβάλλονται σε μια διαδικασία επιλογής και μετατροπής σε εικόνες. Στην ουσία οι αφηρημένες ονειρικές εικόνες υποκαθίστανται από συγκεκριμένες εικονικές. [...]

Τέλος, η δευτερογενής επεξεργασία (ή επεξεργασία) συνίσταται στην αναδιάταξη του ονείρου, ώστε αυτό να αποκτήσει τη μορφή ενός σχετικά λογικού και κατανοητού σεναρίου. [...] Η δευτερογενής επεξεργασία αποτελεί την πρώτη ερμηνεία του ονείρου από τον ίδιο τον ονειρευόμενο, αφού αυτή μετατρέπει το εικονικό περιεχόμενό του σε αφήγηση και στόχο έχει να προσδώσει κάποια συνοχή στα στοιχεία στα οποία κατέληξε η εργασία του ονείρου.

*

[...] Η επιθυμία που εκφράζεται στο όνειρο είναι πάντοτε απωθημένη και κατά κανόνα παιδική και ερωτική, ενώ το υλικό του ονείρου έχει διαφορετικές πηγές: πρόσφατα και αδιάφορα γεγονότα (δηλαδή τα ημερήσια κατάλοιπα), παιδικές εμπειρίες, σωματικές ανάγκες.

Τρία λοιπόν είναι τα στάδια για να φτάσουμε στο έκδηλο όνειρο: πρώτον, η επίμονη απωθημένη επιθυμία συνιστά το κίνητρο του ονείρου· δεύτερον, κατά τη διάρκεια της ημέρας η επιθυμία αυτή συναρτάται σε κάποια σκέψη· τρίτον, η σκέψη διατηρεί την ενέργειά της και αναζωογονείται κατά τη διάρκεια του ύπνου ως το ισοδύναμο της απωθημένης επιθυμίας. Η διαδικασία αυτή συντελείται με δεδομένη τη θεωρία περί μνήμης, την οποία χαρακτηρίζει η συστημικότητα και το ανεξίτηλο των εγγραφών στο ασυνείδητο.

Εκτός όμως από την κίνηση από τις λανθάνουσες ονειρικές σκέψεις προς το έκδηλο όνειρο, υπάρχει και η αντίθετη. Ξεκινώντας από το έκδηλο όνειρο, κατασκευάζονται οι λανθάνουσες ονειρικές σκέψεις διά της ερμηνείας των συνειρμών στην αναλυτική διαδικασία· κατασκευάζονται, δεν ανασυντίθενται.

*

Τονίζει χαρακτηριστικά ο Φρόυντ: «Οι συγγραφείς [...] γνωρίζουν ένα σωρό πράγματα μεταξύ ουρανού και γής, που τα αγνοεί παντελώς η σχολαστική παιδεία μας».

Η καθημερινότητα, η κατασκευαστικότητα και η αχρονικότητα τού ονείρου αποτελούν τούς τρεις βασικούς λόγους για να εξετάσουμε τις απόψεις τού Φρόυντ για την καλλιτεχνική και λογοτεχνική παραγωγή, προκειμένου να συνδυάσουμε τις απόψεις του αυτές με τη θεωρία του για το όνειρο και την ερμηνεία του.

*

Και μια καταληκτική παρατήρηση: στα κείμενα τού Φρόυντ το όνειρο, το παιδικό παιχνίδι, και η λογοτεχνία (ή η τέχνη) συνδέονται όχι μόνο γιατί εκπληρώνουν επιθυμίες, αλλά και γιατί συνιστούν στρατηγικές ή στρατηγήματα που στόχο έχουν την υπέρβαση των αντιστάσεων. Αυτό δεν συμβαίνει ούτε με την φαντασίωση ούτε με το παραλήρημα, έννοιες προς τις οποίες ο Φρόυντ αντιπαραβάλλει το λογοτεχνικό κείμενο και το όνειρο.

Η έννοια τής στρατηγικής ή τού στρατηγήματος εμπεριέχει προσθετικότητα ή βούληση: όχι κατ' ανάγκη συνειδητοποιημένη, ούτε καν υποχρεωτικά συνειδητή [...]

[...] Νομίζω ότι πρόκειται για τη σχέση εκείνη των ονείρων με το μέλλον, η οποία θα καταστεί ορατή μόνο από την οπτική ενός μεταγενέστερου μέλλοντος· ή για τη σχέση εκείνη τής λογοτεχνίας με την πραγματικότητα των άλλων, η οποία θα διαφανεί μόνο αν και εφόσον η πραγματικότητα αυτή αναδιαμορφωθεί χάρη στην παρέμβαση τής λογοτεχνίας·

ή, τέλος, για τη σχέση τού παιδικού παιχνιδιού με την πραγματικότητα των μεγάλων, στην οποία θα μπορέσει να αναφερθεί το παιδί μόνο αφού θα έχει πρώτα γίνει μεγάλος.

Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, Αρτεμίδωρος & Φρόυντ. Ερμηνευτικές θεωρίες & λογοτεχνικά όνειρα (έκδ. Εξάντας, Αθήνας 2005, σσ. 103, 108, 109, 110, 110-111, 111, 115-116, 137-138, 148-149, 149).

Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2025

μια μορφή αχρονικότητας στο όνειρο


πρώτον, τα όνειρα αποτελούν εκπλήρωση επιθυμιών, και
δεύτερον, οι επιθυμίες που περιέχονται στα όνειρα
είναι μεταμφιεσμένες.*

Το ασυνείδητο, το ψυχικό σύστημα στο οποίο παράγεται το όνειρο, δεν χαρακτηρίζεται από τη χρονικότητα του συνειδητού, μια και σε αυτό η πάροδος του χρόνου δεν επιφέρει καμία μεταβολή. Αυτό σημαίνει ότι ο χρόνος λειτουργεί με έναν ιδιαίτερο τρόπο τόσο στο ασυνείδητο όσο και στο όνειρο που αποτελεί φαινόμενό του.

Συγκεκριμένα, στο όνειρο η επιθυμία εικονογραφείται ως πράξη. Για παράδειγμα, η επιθυμία να πάει κανείς ταξίδι παίρνει στο όνειρο τη μορφή ενός ταξιδιού που συντελείται, ο ονειρευόμενος δηλαδή δεν επιθυμεί να ταξιδέψει αλλά ταξιδεύει. Έτσι, ο χρόνος που αναγκαστικά παρεμβάλλεται μεταξύ της επιθυμίας και της εκπλήρωσής της καταργείται. Παρατηρεί λοιπόν κανείς μια μορφή αχρονικότητας στο όνειρο, η οποία συνίσταται στην παρουσίαση της επιθυμίας ως γεγονότος.

Για αυτόν που επιθυμεί και που βλέπει στο όνειρό του την εκπλήρωση της επιθυμίας του, η εμπειρία είναι ενιαία. Κατά συνέπεια, δεν είναι δυνατόν να υποστηρίξει κανείς ότι τα όνειρα εκφράζουν μόνο την επιθυμία, αφού όχι μόνο η επιθυμία αλλά και η εκπλήρωσή της ανήκει στο περιεχόμενο του ονείρου.

*

«[...] η σχέση του ονειρευομένου με τις επιθυμίες του είναι ιδιαίτερη. Τις απαρνιέται και τις λογοκρίνει, με άλλα λόγια δεν τού αρέσουν. Κατά συνέπεια, η εκπλήρωσή τους δεν θα τού προσφέρει απόλαυση, αλλά το αντίθετο· και η πείρα δείχνει ότι το αντίθετο παίρνει τη μορφή του άγχους».

*

Μέχρι στιγμής σταθήκαμε στο ότι τα όνειρα αποτελούν εκπλήρωση επιθυμιών. Ποιών ακριβώς, όμως, και πόσο εύκολο είναι να τις εντοπίσουμε; Ο Φρόυντ προβαίνει σε μια τριμερή διάκριση των ονείρων: υπάρχουν «όνειρα που είναι πλήρη νοήματος και ταυτόχρονα κατανοητά», υπάρχουν «όνειρα που έχουν μεν εσωτερική συνοχή και καθαρό νόημα αλλά μάς ξενίζουν» και, τέλος, υπάρχουν «όνειρα που δεν έχουν νόημα ούτε είναι κατανοητά, εκείνα που φαίνονται ασυνάρτητα, συγκεχυμένα και ανόητα». Είναι προφανείς οι επιθυμίες στην πρώτη και ίσως στη δεύτερη κατηγορία, αδύνατον όμως να εντοπισtούν στην τρίτη: οι επιθυμίες που περιέχονται στα όνειρα αυτά είναι μεταμφιεσμένες.

Το ζήτημα που έρχεται στο προσκήνιο με την κατηγοριοποίηση αυτήν είναι το δεύτερο σκέλος του ερωτήματος, η διαδικασία μεταμφίεσης των επιθυμιών. Για να γίνει κατανοητή, πρέπει να συνδυαστεί με τη διάκριση, που ήδη αναφέραμε, μεταξύ του έκδηλου και του λανθάνοντος περιεχομένου του ονείρου.

Το έκδηλο περιεχόμενο είναι αυτό το οποίο βλέπει ή θυμάται κανείς και αποτελεί το θέμα της ονειρικής αφήγησης. Το λανθάνον (οι λανθάνουσες ονειρικές σκέψεις) δίνει στο όνειρο το νόημά του. Η θεωρητική αυτή καινοτομία επιτρέπει τη συνεχή σύγκριση δύο όρων και την αναγωγή του ενός στον άλλο· αποτελεί συνέπεια της διάκρισης σε πρωτογενή διαδικασία που χαρακτηρίζει το ασυνείδητο και δευτερογενή που χαρακτηρίζει το συνειδητό.

Στον διάλογο αυτόν συμμετέχουν δύο πρόσωπα: ο ονειρευόμενος και ο ερμηνευτής, ο αναλυόμενος και ο αναλυτής. Η συμμετοχή του ονειρευομένου στην ερμηνευτική διαδικασία αποτελεί, όπως αναφέραμε, καινοτομία της ψυχανάλυσης. Η διαδικασία βάσει της οποίας οι λανθάνουσες ονειρικές σκέψεις (το λανθάνον περιεχόμενο) μετατρέπονται στο έκδηλο περιεχόμενο του ονείρου ονομάζεται εργασία του ονείρου (Traumaarbeit).

Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, Αρτεμίδωρος & Φρόυντ. Ερμηνευτικές θεωρίες & λογοτεχνικά όνειρα (έκδ. Εξάντας, Αθήνας 2005, σσ. 99-100, 101, 102-103). - Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 98).

Παρασκευή 21 Νοεμβρίου 2025

όνειρο, επικοινωνία μεταξύ ασυνειδήτου και συνειδητού


Η ερμηνεία των ονείρων (Die Traumdeutung, 1900) συνεισφέρει με δύο τρόπους στην ανατροπή κοινών τόπων που χαρακτήριζαν τον ευρωπαϊκό ορθολογικό τρόπο σκέψης:

πρώτον, τεκμηριώνει ότι το όνειρο είναι ένα ψυχικό φαινόμενο, έργο μιας πολύπλοκης διαδικασίας του ονειρευόμενου, που εκκινεί από την επιθυμία (Wunsch) και στόχο έχει την εκπλήρωσή (Erfüllung) της·

δεύτερον, διατυπώνει την πρώτη ολοκληρωμένη άποψη για την δομή του ψυχικού οργάνου διαχωρίζοντας μεταξύ της συνείδησης ή του συνειδητού (Bewusstsein, bewusst) αφενός και του ασυνειδήτου (das Unbewusste, unbewusst) αφετέρου και περιγράφοντας τους μηχανισμούς λειτουργίας των δύο συστημάτων και τους τρόπους της μεταξύ τους επικοινωνίας.

Το όνειρο συγκεκριμένα αποτελεί τον πλέον καίριο τρόπο επικοινωνίας μεταξύ ασυνειδήτου και συνειδητού.

*

Η ψυχαναλυτική προσέγγιση στο όνειρο έχει [...] ένα κοινό στοιχείο με την προσέγγιση των αρχαίων ονειροκριτών: συνδέει και αυτή το όνειρο με το μέλλον, όχι βέβαια άμεσα, αλλά έμμεσα, επειδή υποστηρίζει ότι το όνειρο δεν είναι τίποτε άλλο παρά η εκπλήρωση μιας ανεκπλήρωτης -στο επίπεδο της πραγματικότητας- επιθυμίας.

[...] Ο Αριστοτέλης [...] επιχειρεί να προσδιορίσει τη θέση του ονείρου στο σύστημα της ψυχής, αν δηλαδή προσιδιάζει στην ικανότητα του νού ή σε αυτήν των αισθήσεων, και καταλήγει ότι ανήκει στην ικανότητα των αισθήσεων αλλά με τρόπο ιδιότυπο, ως κάτι φανταστικό, διατυπώνοντας τον ακόλουθο ορισμό του ονείρου: «Εκ δη τούτων απάντων δεί συλλογίσασθαι ότι έτσι το ενύπνιον φάντασμα μέν τι και εν ύπνω» (Περί ενυπνίων, 462a 16-17).

Σε αυτήν την διατύπωση, έστω και εμμέσως, στηρίζεται ο Φρόυντ για να υποστηρίξει ότι κατά τον Αριστοτέλη «το όνειρο ορίζεται ως ψυχική δραστηριότητα του κοιμωμένου κατά τη διάρκεια του ύπνου».

*

[...] ο θεμέλιος λίθος της φροϋδικής θεωρίας είναι ότι το «όνειρο είναι η (μεταμφιεσμένη) εκπλήρωση μιας (καταπιεσμένης, απωθημένης) επιθυμίας»

[...] Τα εργαλεία για τη μετάβαση από το έκδηλο στο λανθάνον είναι οι τέσσερις μηχανισμοί της εργασίας του ονείρου: η συμπύκνωση (Verdichtung), η μετάθεση (Verschiebung), η μέριμνα για την παραστασιμότητα ή ικανότητα προς απεικόνιση (Rücksicht auf Darstellbarkeit) και η δευτερογενής επεξεργασία (sekundäre Bearbeitung).

*

Κατά τον Φρόυντ, οι ασυνείδητες επιθυμίες παραμένουν πάντοτε ενεργές και οι ασυνείδητες διαδικασίες είναι ακατάλυτες: «Στο ασυνείδητο τίποτε δεν αποτελειώνεται, τίποτε δεν παρέρχεται ούτε λησμονείται. [...] Η προσβολή που δέχθηκε κανείς πριν από τριάντα έτη δρα επί τριάντα έτη σαν πρόσφατη, από τη στιγμή που έχει εξασφαλίσει την πρόσβαση στις ασυνείδητες πηγές των συναισθημάτων. Κάθε φορά που ανακαλείται στη μνήμη αναβιώνει... Εδώ ακριβώς πρέπει να επέμβει η ψυχοθεραπεία. Έργο της είναι να επιφέρει την εξαφάνιση και τη λήθη των ασυνείδητων διεργασιών».

Η λήθη για τον Φρόυντ δεν είναι μια αυτονόητη διαδικασία που οφείλεται στην επίδραση που έχει ο χρόνος πρωτογενώς στα μνημονικά ίχνη και στις συναισθηματικές εμπειρίες, αλλά πρόκειται για μια «επίπονη εργασία» που συντελείται στο επίπεδο του προσυνειδητού (das Vorbewusste, vorbewusst) και συνιστά δευτερογενή διαδικασία (Sekundärvorgang).

Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, Αρτεμίδωρος & Φρόυντ. Ερμηνευτικές θεωρίες & λογοτεχνικά όνειρα (έκδ. Εξάντας, Αθήνας 2005, σσ. 87, 90-91, 96, 96-97, 98-99).

Δευτέρα 17 Νοεμβρίου 2025

στον Αριστοτέλη περί ονείρων και περί μεταφοράς


[...] ο [Αριστοτέλης] «πρώτος ασχολείται συστηματικά και από φιλοσοφική άποψη με το θέμα της ουσίας και της προέλευσης των ονείρων». Πρώτον, λοιπόν, από πού προέρχονται τα όνειρα και, δεύτερον, τί σημαίνουν;

Στο Περί ενυπνίων δίδεται η απάντηση στο ερώτημα της προέλευσης και στο Περί της καθ' ύπνον μαντικής στο ερώτημα της σημασίας, ενώ εκτίθεται και ο προβληματισμός για τη θεϊκή, δαιμονική, ή ανθρώπινη φύση τους.

Στην πρώτη πραγματεία επιχειρείται να προσδιοριστεί η θέση του ονείρου στο σύστημα της ψυχής, αν δηλαδή προσιδιάζει στην ικανότητα του νού ή σε αυτήν των αισθήσεων: «τίνι των της ψυχής φαίνεται, και πότερον του νοητικού το πάθος εστι τούτο ή του αισθητικού» [Περί ενυπνίων, 458b 1-2]. Τα όνειρα είναι λοιπόν «κινήσεις φανταστικαί εν τοις αισθητηρίοις» και προσδιορίζονται ως το αποτέλεσμα ενός ερεθίσματος στο «κοινόν αισθητήριον», την καρδιά δηλαδή με σημερινούς όρους, καθώς επίσης και ως έδρα των εικόνων που δημιουργούνται από τις εντυπώσεις των αισθήσεων κατά τη διάρκεια της εγρήγορσης. Το κείμενο καταλήγει ότι το όνειρο ανήκει στην ικανότητα των αισθήσεων αλλά με τρόπο ιδιότυπο, ως κάτι φανταστικό: «φανερόν ότι του αισθητικού μέν εστι το ενυπνιάζειν, τούτου δ' ή το φανταστικόν» [459a 21-23]. Οι εικόνες των ονείρων δηλαδή είναι εσωτερικές παρορμήσεις που στηρίζονται σε μια ενδόμυχη ιδιότητα της αντίληψης, τη φαντασία.

Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να αναγνωσθεί ο ορισμός του ονείρου που προτείνεται: «Εκ δη τούτων απάντων δεί συλλογίσασθαι ότι εστι το ενύπνιον φάντασμα μεν τι και εν ύπνω» [462a 16-17], ότι είναι δηλαδή το όνειρο μια μορφή, μια εικόνα, που εμφανίζεται κατά τη διάρκεια του ύπνου. Τα όνειρα έχουν διαγνωστική αξία στον βαθμό που σχετίζονται με τη σωματική κατάσταση αυτού που ονειρεύεται· στον ύπνο ο άνθρωπος είναι πολύ ευαίσθητος στις μικρές «σιωπηλές» οργανικές ενοχλήσεις που κατά τη διάρκεια της εγρήγορσης καλύπτονται από τις «θορυβώδεις» κινήσεις των αισθήσεων. Ένας καλός γιατρός μπορεί με βάση αυτά τα όνειρα να προβεί σε διάγνωση.

*

[...] η αναλογία αποτελεί τον συνδετικό κρίκο μεταξύ του σημειωτικού συστήματος των ονείρων που αποτελείται από τις ονειρικές εικόνες και από τις ονειρικές αφηγήσεις και του σημειωτικού συστήματος τής εν εγρηγόρσει ζωής που αποτελεί αντικείμενο αφήγησης, διά της ερμηνευτικής πρακτικής που αντιστοιχεί τις ονειρικές αφηγήσεις σε όσα αφηγείται κανείς ότι συνέβησαν ή θα συμβούν στην εν εγρηγόρσει ζωή.

*

«Μεταφορά δέ εστιν ονόματος αλλοτρίου επιφορά,
ή από του γένους επί είδος ή από του είδους επί γένος ή από του είδους επί είδος ή κατά το ανάλογον» (Περί Ποιητικής, 1457b 6-9).

[...] Η μεταφορά λοιπόν, όπως εξειδικεύεται κυρίως στο τέταρτο είδος [ενν. το κατά το ανάλογον], είναι το σχήμα του λόγου στο οποίο το νόημα παράγεται από τη συνύπαρξη και τη συλλειτουργία μιας απούσας και μιας παρούσας λέξης:

σχολιάζοντας ότι το «γήρας» έχει την ίδια σχέση προς τον «βίον» όπως η «εσπέρα» προς την «ημέραν», χαρακτηρίζεται ως «γήρας ημέρας» η «εσπέρα» και ως «εσπέρα βίου» ή «δυσμάς βίου» το «γήρας» (Περί Ποιητικής, 1457b 23-25).

Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, Αρτεμίδωρος & Φρόυντ. Ερμηνευτικές θεωρίες & λογοτεχνικά όνειρα (έκδ. Εξάντας, Αθήνας 2005, σσ. 82-83, 72, 76, 77).

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2025

ονείρων ταξινομίες


το έργο του Αρτεμίδωρου κατατασσόταν στους λαϊκούς ονειροκρίτες,
αλλά και στον καταστατικό «αντικλασικισμό» των υπερρεαλιστών,
μια και θεωρούσαν ότι ο ελληνορωμαϊκός πολιτισμός
καταδυνάστευε την τέχνη με το παράδειγμά του.*

Ο Αρτεμίδωρος από τα πρώτα κεφάλαια του πρώτου βιβλίου θέτει το θεωρητικό πλαίσιο της προσέγγισής του και προτείνει τη διάκριση μεταξύ δύο κατηγοριών ονείρων: διακρίνει σε ενύπνια και ονείρους.

Η πρώτη κατηγορία (ενύπνια) δεν παρουσιάζει ερμηνευτικό ενδιαφέρον, διότι τα όνειρα αυτά, που προέρχονται από κάποια στέρηση ή έντονη επιθυμία, αναφέρονται στο παρόν και όχι στο μέλλον του ονειρευομένου και περιγράφουν μόνο την υπάρχουσα κατάσταση των πραγμάτων. Κατά συνέπεια, στο βαθμό που αναφέρονται στο παρόν, δεν προσφέρονται για ερμηνεία και δεν λειτουργούν ως ο πρώτος όρος στο σύστημα της αναλογίας μεταξύ του ονειρικού κόσμου και της μέλλουσας εν εγρηγόρσει ζωής.

Η δεύτερη κατηγορία (όνειροι) περιλαμβάνει τα όνειρα εκείνα τα οποία προβλέπουν το μέλλον και ως εκ τούτου αποτελούν το αντικείμενο της πραγματείας: «Ταύτη γαρ όνειρος ενύπνιον διαφέρει, ή συμβέβηκε τω μεν είναι σημαντικώ των μελλόντων, τω δε των όντων» (Ι, 1/3 = το όνειρο λοιπόν διαφέρει από το ενύπνιο στο εξής, ότι το πρώτο συμβαίνει να είναι δηλωτικό του μέλλοντος, ενώ το δεύτερο του παρόντος).

Ιδιαίτερη μεθοδολογική αξία έχει ο τρόπος που διατυπώνει τη διάκριση σε εξ ορισμού μη ερμηνεύσιμα ενύπνια και ερμηνεύσιμους ονείρους:

το ενύπνιον προσδιορίζεται ως κάτι που δεν έχει νόημα και δεν προλέγει τίποτε, έχει δε ισχύ μόνο κατά τη διάρκεια του ύπνου («ασήμαντον και ουδενός προαγορευτικόν αλλ' εν μόνω τω ύπνω την δύναμιν έχον») (IV, Προοίμιο/238-239). Επομένως, για να είναι σε θέση να ερμηνεύσει ένα φαινόμενο, ο ονειροκρίτης πρέπει να μετέχει και των δύο κόσμων, του εν ύπνω και του εν εγρηγόρσει· εάν το «όναρ» δεν διαπλέκεται με το «ύπαρ» λειτουργεί μόνο στο σημειωτικό σύστημα.

Ο Αρτεμίδωρος επισημαίνει τη φύση και τη λειτουργία της λέξης όνειρος με τις ετυμολογίες που προτείνει. «Ο δ' όνειρος [...] εγείρειν τε και ορείνειν την ψυχήν πέφυκεν», επενεργεί δηλαδή στην ψυχή, την ξυπνά και την διεγείρει, παρακινώντας την σε δραστήρια εγχειρήματα. Κατά συνέπεια «το όν είρει», πράγμα που σημαίνει «το όν λέγει», είναι το συμβάν που υφίσταται ήδη μέσα στη ροή του χρόνου και θα εμφανιστεί ως γεγονός στο εγγύς μέλλον.

Επιπλέον, στη λέξη όνειρο αναγνωρίζει το όνομα του Ιθακήσιου ζητιάνου Ίρου, ο οποίος μετέφερε τα προφορικά μηνύματα που τού εμπιστεύονταν (Ι, 1/4).

Οι όνειροι δεν έχουν σχέση με την κατάσταση της ψυχής ή του σώματος στην παρούσα στιγμή. Προκαλούν την προσοχή του ονειρευόμενου στην πρόγνωση των μελλοντικών γεγονότων, δηλαδή φανερώνουν το μέλλον.

Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, Αρτεμίδωρος & Φρόυντ. Ερμηνευτικές θεωρίες & λογοτεχνικά όνειρα (έκδ. Εξάντας, Αθήνας 2005, σσ. 42-44). - Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 218).

Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2025

εκείνα τα οποία προβλέπουν το μέλλον


«Το όνειρο λοιπόν διαφέρει από το ενύπνιο στο εξής,
ότι το πρώτο συμβαίνει να είναι δηλωτικό του μέλλοντος,
ενώ το δεύτερο του παρόντος».
Αρτεμίδωρος *

Δύο είναι τα καίρια ερωτήματα για το όνειρο στην αρχαιότητα: πώς παράγεται, ποιά δηλαδή είναι τα σωματικά αίτιά του, και πώς ερμηνεύεται, τί σημαίνει το όνειρο, αφού αποκρυπτογραφηθεί, για το μέλλον αυτού που το ονειρεύτηκε.

Οι δύο τάσεις, η ιατρική, σύμφωνα με την οποία το όνειρο είναι δείκτης της κατάστασης του σώματος, επειδή κατά τον ύπνο η απουσία εξωτερικών ερεθισμάτων επιτρέπει στην ψυχή να ακούει καλύτερα το σώμα, και, κατά συνέπεια, το όνειρο οδηγεί στη διάγνωση και στην πρόγνωση σωματικών ασθενειών, και η ερμηνευτική, σύμφωνα με την οποία το όνειρο είναι δείκτης των μελλούμενων και άρα προφητικό (μαντικόν), έχουν με κοινά σημεία, αλλά οπωσδήποτε διαφοροποιούνται. (Σημ.: Παρουσιάζονται και συζητούνται σε δύο πραγματείες του Αριστοτέλη: στο Περί ενυπνίων και στο Περί της καθ' ύπνον μαντικής.)

*

[...] αντικείμενο των Ονειροκριτικών είναι αφενός το σύστημα των ονείρων, που αποτελείται, όπως θα δούμε, από τις ονειρικές εικόνες και από τις ονειρικές αφηγήσεις, και αφετέρου η σχέση του συστήματος των ονείρων με το σύστημα της εν εγρηγόρσει ζωής.

Το σύστημα των ονείρων είναι ένα σημειωτικό σύστημα, το οποίο διέπουν διαφορετικοί κανόνες από αυτούς του γλωσσικού συστήματος. Η βασική διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι η ονειρική εικόνα είναι ένα σημείο ενός εικονικού συστήματος, το οποίο επέχει ταυτόχρονα θέση σημαίνοντος στο σύστημα των σημείων που αποκαλούμε όνειρο.

Το όνειρο συνίσταται τόσο από το σημαίνον της ονειρικής εικόνας -από την ονειρική εικόνα αφορμάται και αυτήν βιώνει ο ονειρευόμενος- όσο και από το σημαινόμενο της ονειρικής αφήγησης -η ονειρική αφήγηση, εκτός από σημαινόμενο της εικόνας, αποτελεί ταυτόχρονα ένα γλωσσικό σημειωτικό σύστημα. Η ονειρική αφήγηση επέχει με τη σειρά της θέση σημαίνοντος [...].

Η σχέση μεταξύ ονείρων και εν εγρηγόρσει ζωής (η οποία ζωή επίσης νοείται ως ένα γλωσσικό σημειωτικό σύστημα) συνιστά το αντικείμενο μιας ερμηνευτικής στρατηγικής που βασίζεται στην «ομοίου παράθεσιν».

*

[...] θεματοποιείται από τον Αρτεμίδωρο ο ρόλος του ονειροκρίτη ως αυτού που έχει μια θέση ανάμεσα στο όνειρο και την πραγμάτωσή του, ανάμεσα στο όναρ και το ύπαρ. Ο ονειροκρίτης είναι ο απαραίτητος «άλλος», διά του οποίου η προσωπική εμπειρία του ονειρευόμενου θα συνδεθεί με τον δημόσιο βίο του και τη θέση του σε μια κοινότητα.

Πηγή των ονείρων είναι η ψυχή, η οποία στην περίπτωση των αλληγορικών [ενν. ονείρων] αφηγείται διά του σώματος· επειδή η σημασιοδότηση γίνεται με τον τρόπο του αινίγματος, είναι απαραίτητη η ερμηνεία των ονειρικών εικόνων με την ονειρική αφήγηση.

Τα αλληγορικά όνειρα είναι αυτά που αποτελούν το αντικείμενο των Ονειροκριτικών.

Έχει σημασία να παρατηρήσει κανείς ότι μόνο εν των υστέρων, δηλαδή μετά την εκπλήρωσή του στην ενεργό ζωή, μπορεί να αποφανθεί κανείς αν ένα όνειρο είναι θεωρηματικό ή αλληγορικό.

Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, Αρτεμίδωρος & Φρόυντ. Ερμηνευτικές θεωρίες & λογοτεχνικά όνειρα (έκδ. Εξάντας, Αθήνας 2005, σσ. 31 και σημ. 1, 39-40, 41, 47-48). - Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 43, σημ. 18).

Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2025

ονειρικές εικόνες και ονειρική αφήγηση


Η αφετηρία της προσέγγισής μου [ενν. ο Χρυσανθόπουλος] είναι λοιπόν θεωρητική και συνίσταται στην εκ παραλλήλου ανάγνωση δύο χρονικά απομακρυσμένων αλλά διαλεγμένων κειμένων: πρόκειται για τα Ονειροκριτικά του Αρτεμίδωρου του Δαλδιανού, που ανήκουν στον 2ο αιώνα μ.Χ., και το Die Traumdeutung - στα ελληνικά Η ερμηνεία των ονείρων, που δημοσιεύθηκε το 1900.

Η συνανάγνωση αυτή αναζητεί τα κοινά σημεία των δύο θεωρήσεων και προσπαθεί να συγκρίνει τα μεθοδολογικά τους εργαλεία. Κινείται με βάση τρεις έννοιες:

πρώτον, την ψυχαναλυτική έννοια της απώλειας σε συνδυασμό με την ψυχαναλυτική έννοια του αντικειμένου,

δεύτερον, την έννοια του χρόνου· και

τρίτον, την έννοια της αναλογίας μεταξύ της αφήγησης του ονείρου και της αφήγησης της εν εγρηγόρσει ζωής, αλλά και την αναλογική σχέση που χαρακτηρίζει τις ονειρικές εικόνες και την ονειρική αφήγηση.

Εξετάζει, παράλληλα, τον τρόπο με τον οποίο τα δύο κείμενα δομούν σημειωτικά συστήματα για την αναγωγή της αφήγησης του ονείρου στην αφήγηση της εν εγρηγόρσει ζωής και σχολιάζει τη διαδικασία ένταξής τους στην ερμηνευτική και τη σημειωτική παράδοση.

*

Δεν ασπάζομαι απόψεις που υιοθετούν σταθερές αντιστοιχίες μεταξύ ονειρικών εικόνων και καθημερινής ζωής, γιατί πιστεύω ότι ένα σύμβολο σημαίνει μόνο εντός ενός συστήματος, σε συνδυασμό με τα συμφραζόμενα, και απαιτεί την εφευρετική συμμετοχή του δέκτη για να λειτουργήσει ως σύμβολο.

Ταυτόχρονα, και σε αυτό διαφοροποιούμαι από την κυρίαρχη ψυχαναλυτική άποψη, πιστεύω ότι ο ψυχαναλυτικός λόγος είναι ιστορικά προσδιορισμένος και εκφράζει την ιουδαϊκή και χριστιανική παράδοση της Δύσης· δεν έχει δηλαδή καθολική ισχύ.

Στην προσπάθεια της παράλληλης ανάγνωσης των κειμένων του Αρτεμίδωρου και του Φρόυντ θα κινηθώ με βάση τρεις έννοιες: πρώτον, την ψυχαναλυτική έννοια της απώλειας και το πώς συνδέεται με την ψυχαναλυτική έννοια του αντικειμένου, μέσω της οποίας μπορούμε να οδηγηθούμε στη διάκριση εξωτερικής και εσωτερικής πραγματικότητας·

δεύτερον, την έννοια του χρόνου, διότι και οι δύο θεωρίες θεματοποιούν τη χρονική διαφορά ανάμεσα στην εμπειρία του εικονικού περιεχομένου του ονείρου και την αφήγησή του και προβάλλουν το όνειρο σε διαφορετικές χρονικότητες, ο Φρόυντ στο παρελθόν και ο Αρτεμίδωρος στο μέλλον· και

τρίτον, την έννοια της αναλογίας μεταξύ του ονειρικού κόσμου, προϊόντος του ύπνου (απραξία), και του κόσμου της εν εγρηγόρσει ζωής (πράξη) και, κατά συνέπεια, την αναλογική σχέση που χαρακτηρίζει τις ονειρικές εικόνες και την ονειρική αφήγηση.

Και με τις τρεις αυτές έννοιες πετυχαίνουμε εξάλλου τη σύνδεση του ονειρικού με το λογοτεχνικό, σύνδεση με ιδιαίτερη σημασία και στην ψυχαναλυτική θεωρία και στη θεωρία και κριτική της λογοτεχνίας.

*

[...] θέσεις του Φρόυντ:
• προειδοποίησή του προς τους ψυχαναλυτές να μη δείχνουν υπερβολικό σεβασμό προς το «μυστηριώδες ασυνείδητο»·
• θέση του ότι «τόσο καιρό το όνειρο ταυτιζόταν με το έκδηλο περιεχόμενό του· τώρα πρέπει αντίστοιχα να προσέξουμε ώστε να μην το συγχέουμε με το λανθάνον περιεχόμενό του»·
• [...]
• άποψή του ότι «η εργασία τού ονείρου δεν είναι δημιουργική, δεν αναπτύσσει κανενός είδους φαντασία, δεν εκφέρει κρίσεις, δεν βγάζει συμπεράσματα· το μόνο που κάνει είναι να συμπυκνώνει, να μεταθέτει και να διασκευάζει το υλικό της, ώστε να είναι παραστατικό».

*

[...] Dodds το 1951, στο [...] Οι Έλληνες και το παράλογο [...] υιοθετεί μια κριτική μεν, αλλά θετική προς την ψυχανάλυση, στάση στη σύντομη και εντυπωσιακά περιεκτική παρουσίαση τού περί ονείρου λόγου στην αρχαιότητα, από τον Όμηρο έως τον Αρτεμίδωρο.

Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, Αρτεμίδωρος & Φρόυντ. Ερμηνευτικές θεωρίες & λογοτεχνικά όνειρα (έκδ. Εξάντας, Αθήνας 2005, σσ. 9-10, 25-27, 168-169, 169, 162).

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2025

να γιατί σ' αγαπώ


Τα μάτια τα γλαρά σου τα παθιάρικα,
τα χείλη τα γλυκά σου τα μελένια,
τα χέρια τα βελούδινα σαν χάρηκα,
μού διώξαν απ' το νού μου κάθε έννοια.

Το γελαστό σου πρόσωπο -πανσέληνος-
τ' αστραφτερό σου βλέμμα αστραποβόλο.
Προσεχτικός ο λόγος πάντα κι έντεχνος,
καθάριο στήθος πλέρια φλογοβόλο.

Το λυγερό κορμί σου το ορθόστητο,
Άνοιξης πνέει ευωδιά και χάρη.
Στο πρώτο λίκνισμά σου -το ναζιάρικο-
τρελλαίνεις νιους και γέρο κάνεις παλληκάρι!

Ο ψυχικός σου κόσμος, τόσο πλούσιος,
παράδεισος φαντάζει και λιμάνι
απάνεμο. Ο λόγος μου λιτός, ανούσιος.
Στη χάρη σου, στα θέλγητρα δε φτάνει.

Γιώργος Σπυρόπουλος «Αποκουρήτης», Σιωπηρές κραυγές (αυτοέκδοση, Αθήνα 2009, σ. 51).

Τρίτη 28 Οκτωβρίου 2025

αντικείμενα πόθου


Ο τίτλος του έργου, Kitab mufakharati al-jawari wa al-ghilman (Έπαινοι των σκλάβων-εταίρων και των εφήβων), είναι ενδεικτικός του ερωτικού περιεχομένου. Η λέξη mufakharati («έπαινοι») μαρτυρεί την εκτίμηση, τον σεβασμό και την καλήν εντύπωση για τις εταίρες και τους εφήβους που ζούσαν στο περιβάλλον του παλατιού.

Όσον αφορά τους τελευταίους, αναφέρονται με την ονομασία ghilman (πληθυντικός της λέξης ghulam), που σημαίνει «αγοράκι», «νεαρός», «έφηβος». Ορισμένοι συγγραφείς τον ταυτίζουν με τον ευνούχο, που προκαλεί ανομολόγητα πάθη.

Στα χρόνια της οθωμανικής αυτοκρατορίας, με τον όρο ghulam χαρακτήριζαν τους νεαρούς στρατιώτες, οι οποίοι αποκαλούνταν και με άλλες ονομασίες (όπως oghlan, djuwan ή cheleb). Σε κάθε περίπτωση, όμως, πάντα ταυτίζονταν με το ghulam και συγκεκριμένα με το ghulam amrad («άτριχο αγόρι»), που συνειρμικά παρέπεμπε στο ερωτικό πάθος.

Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ετυμολογικά προέρχεται από τη λέξη ghalima, που αποδίδει την ενστικτώδη σεξουαλική επιθυμία. Αναπόφευκτα λοιπόν δημιουργείται η εικόνα του ghulam, μέσα στο σεράι ή στην αυλή των χαλίφηδων, να υπηρετεί τον αφέντη του και να ικανοποιεί κάθε ερωτική του επιθυμία.

Αυτός ο ίδιος όρος απαντάται συχνά στη βακχική ποίηση του Abu Nuwas, όπου γίνεται λόγος για τους νεαρούς άνδρες που παρασυρμένοι από τα πάθη τους διάγουν έκλυτη ζωή και περνούν τις νύχτες τους πίνοντας και γλεντώντας με τις σκλάβες του σεραγιού.

Λαμβάνοντας υπόψη τη συγκεκριμένη περιγραφή, ο al-Jahiz χρησιμοποιεί τη λέξη ghilman, εννοώντας προφανώς τους εφήβους που ζούν στην αυλή των χαλίφηδων όχι ως απλοί υπηρέτες, αλλά ως αντικείμενα πόθου του αφέντη τους.

Ομοίως, ο al-Jahiz χρησιμοποιεί και τη λέξη jawari («σκλάβες», «παλλακίδες»· πληθυντικός της λέξης jariya), με την οποία γινόταν αναφορά στο γυναικείο υπηρετικό προσωπικό του παλατιού και πιο συγκεκριμένα στις γυναίκες που ζούσαν στο χαρέμι.

Και αυτή η λέξη παραπέμπει σε σκηνές απόλυτα αισθησιακές και ερωτικές από τη ζωή του χαρεμιού. Εσκεμμένα ο al-Jahiz αποφεύγει να χρησιμοποιήσει κάποιες άλλες λέξεις, όπως wassifa («σκλάβα»), qayina («σκλάβα-τραγουδίστρια»), baghiya («πόρνη»), θέλοντας να είναι απόλυτα ακριβής και συγκεκριμένος.

Αλ. Φωτοπούλου, «Ο al-Jahiz, ή Ο πλούτος της αραβικής ερωτολογίας», πρόλογος στο al-Jahiz, Έφηβοι και εταίρες (μτφρ. Αλ. Φωτοπούλου, έκδ. Ηρόδοτος, Αθήνα 2009, σσ. 25-27).
Τα λίγα αποσπάσματα αφήνουν την εντύπωση μιας μάλλον εν πολλοίς αδόκιμης μτφρ. παρά την περί του αντιθέτου διαβεβαίωση.

Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2025

εραστής εταιρών


[...] Αυτό που υποδεικνύει η λογική πέρα από προκαταλήψεις και συναισθήματα είναι το εξής: ότι η ευχαρίστηση που προέρχεται από την εταίρα είναι πιο έντονη και πιο μεγάλης διάρκειας, δεδομένου ότι η ελάχιστη διάρκεια της απόλαυσης μαζί της είναι σαράντα χρόνια. Και ό,τι θεωρείς προτέρημα στο αγόρι, η υπηρέτρια το κατέχει δυό φορές περισσότερο. Αν επιθυμείς να γλιστρήσεις ανάμεσα στους μηρούς της, θα συναντήσεις ευκίνητα οπίσθια και καπούλια πεταχτά, κάτι που δεν θα βρείς στο αγόρι. Αν επιθυμείς αγκαλιές, έχει πλούσια στρογγυλεμένα στήθη, κάτι το οποίο και πάλι υστερεί το αγόρι. Αν επιθυμείς τη γλυκύτητα της διείσδυσης, δεν τίθεται πλέον λόγος! Όταν διεισδύουμε στον έφηβο, ερχόμαστε σε επαφή με τόσες ακαθαρσίες και βρομιά, ικανές να ντροπιάσουν τη ζωή και να δηλητηριάσουν κάθε ευχαρίστηση. Αντίθετα, η υπηρέτρια διαθέτει βελούδινο δέρμα, ευκινησία στις κινήσεις, γοητεία στα χέρια και στα πόδια, ευκαμψία στα πλευρά και στο στήθος, είναι ανάλαφρη και ο ιδρώτας της μοσχομυρίζει. Όλα αυτά, καθώς και πλήθος άλλων προτερημάτων, λείπουν από τον έφηβο. [...]

*

Τα λόγια των ποιητών για τις χάρες των γυναικών είναι τόσο πολλά και ανεξάντλητα. Η γοητεία ενός αγοριού και η καθαρότητα του προσώπου του δεν διαρκούν πάνω από δέκα χρόνια. Μέχρις ότου αρχίζουν και σχηματίζονται τα γένια του και περάσει το στάδιο της εφηβείας παραμένει ελευθεριάζον, που άλλοτε αποτριχώνει και άλλοτε ξυρίζει τα γένια του, προκείμενου να προκαλέσει το πάθος σε άλλους άνδρες. Ο Θεός απάλλαξε τη γυναίκα από όλα αυτά και τής χάρισε ανώτερη ομορφιά και καθαρή γοητεία. Ίσως πεις ότι ανάμεσα στις γυναίκες υπάρχουν κάποιες που στολίζονται και καλύπτουν την ασχήμια τους, κάνοντας περίτεχνα χτενίσματα ή χρησιμοποιώντας άλλα μέσα [...]. Αν λοιπόν προβάλεις αυτό το επιχείρημα, θα σού απαντήσουμε: είναι πιθανόν κάποιες γυναίκες να καταφεύγουν σε τέτοιου είδους πρακτικές, όταν τα μαλλιά τους αρχίζουν να γκριζάρουν· αυτό δεν συγκρίνεται με την αποτρίχωση του προσώπου των εφήβων.

al-Jahiz, Έφηβοι και εταίρες (μτφρ. Αλ. Φωτοπούλου, έκδ. Ηρόδοτος, Αθήνα 2009, σσ. 71,73, ήτοι επιχειρήματα εκ του τελευταίου απόλογου μεταξύ των εραστών από το «Βιβλίο εγκωμίων των εταιρών και των εφήβων» γραμμένο στη Βασόρα ή τη Βαγδάτη τον 9ο αιώνα).

Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2025

πήρες ανάσα


Παλεύει ο νούς
τρικλοποδιά να βάλει·
καρδιά μου, κράτα

Κοιτώ το βράχο:
ίδιος με κόκκο άμμου·
το όλον ένα

*

Θολός χείμαρρος
μνήμες στα βράχια λένε:
ψυχή μου, μην κλαις

Το ρόδο ανθεί·
δεν γνωρίζω το λόγο
που ζωγραφίζει

*

Γλάροι φιλιούνται·
στη βάρκα ολόγυμνη
αγόρι κοιτάς

Πήρες ανάσα:
έστυψες το σύννεφο,
νερό δεν ήπιες

*

Κόκκινα χείλη:
καρπούζι και σταφύλι,
τί να δοκιμάσω;

*

Δύο οι όχθες
σαν χέρια σμίγουν βαθιά:
ποτάμι κρατούν

Στα μάτια κοιτώ·
την ψυχή σου γυρεύω
αλλού κατοικεί

*

Καρφώνω βαθιά
στο κορμί σου τη γλύκα·
θάνατο διώχνω

Να πλησιάσει
ο ένας τον άλλον· πώς·
φόβος, καρδιά μου

Στήθος ο τρούλος·
ξωκλήσι ερημικό:
σταυρός και ρώγα

*

Η ζωή φεύγει,
μεγαλώνουν οι σκιές
των κυπαρισσιών

*

Το χώμα πατώ
τους προγόνους θυμάμαι·
τα πόδια γυμνά

*

Μέσω του φωτός
η σκιά της αλήθειας:
άγρυπνη φύση

Γιάννης Δ. Στεφανάκις, βάθος ουρανού (έκδ. ΑΩ, Καλύβια Αττικής 2020, σσ. 12, 22, 46, 56, 58, 66, 67, 72, 76).