το έργο τού Αρτεμίδωρου κατατασσόταν στους λαϊκούς ονειροκρίτες,
αλλά και στον καταστατικό «αντικλασικισμό» των υπερρεαλιστών,
μια και θεωρούσαν ότι ο ελληνορωμαϊκός πολιτισμός
καταδυνάστευε την τέχνη με το παράδειγμά του.*
αλλά και στον καταστατικό «αντικλασικισμό» των υπερρεαλιστών,
μια και θεωρούσαν ότι ο ελληνορωμαϊκός πολιτισμός
καταδυνάστευε την τέχνη με το παράδειγμά του.*
Έλλεψη χρονολογικής ταξινόμησης, μη περιορισμένος χώρος, αυτονομία των εικόνων, ενώ το σημείο αναφοράς ορίζεται ως το όνειρο, το οποίο αποτελεί τη σύνδεση τόσο με τον Breton όσο και με τον Φρόυντ· αυτά είναι τα χαρακτηριστικά τής θεωρητικής θέσης τού Εμπειρίκου, όπως διατυπώνονται στο «Αμούρ-Αμούρ».
Επιπλέον, το κείμενο αυτό προσπαθεί να καταστεί το ίδιο αυτές οι θεωρητικές αρχές: κατά συνέπεια, ενώ ξεκινάει ως αυτοβιογραφία ενός ποιητή που αναζητεί τα κατάλληλα εκφραστικά μέσα διά τής αναλογίας τής εικόνας τού καταρράκτη, μετατρέπεται σε εγκώμιο για τον «Ανδρέα Μπρετόν και τους άλλους υπερρεαλιστάς» και «τον Σίγκμουντ Φρόϋντ και τους ψυχαναλυτάς»,
ώστε με μια διπλή μεταφορά, «και ιδού που μία φράσις γίνεται κορβέττα και με ούριον άνεμο αρμενίζει, καθώς νεφέλη που την προωθεί μαϊστράλι ή τραμουντάνα»,
να εξελιχθεί σε απολογισμό τής πορείας τού υπερρεαλισμού στην Ελλάδα, αλλά και σε ένα προσωπικό οδοιπορικό τής παιδικής ηλικίας τού Εμπειρίκου στη Ρωσία, με συνεχείς αναδρομές και προδρομές, που συνδέουν τον καταρράκτη με την επιθυμία για συγγραφή, τον Αμούρ, τον ποταμό, με τον Αμούρ, τον έρωτα.
*
Πρόκειται για ένα ιδιαίτερης θεωρητικής και μεθοδολογικής σημασίας κείμενο, το οποίο πραγματεύεται ακριβώς τα ζητήματα που θέτει ο André Breton στο Les Vases communicants, δηλαδή τον χρόνο, τον χώρο και την αρχή τής αιτιότητας στο όνειρο.
*
Τονίζει λοιπόν ότι οι εικόνες μπορεί να έχουν ένα λογικό ή μη λογικό ειρμό που να αποτελεί ένα θέμα, αλλά μπορεί να παρεισφρύσει κάποιος άλλος ειρμός. [...]
Το όνειρο καθίσταται κατά συνέπεια το πρότυπο τής λογοτεχνικής γραφής του, μια και επιτρέπει τη σύζευξη και την ταυτόχρονη ανάγνωση πολλαπλών νοημάτων.
Επιτρέπει δηλαδή και θεωρητικοποιεί τόσο τη θεματική σύζευξη [...] όσο και τη μορφική σύζευξη
(μίξη ειδών, όπως το ίδιο το «Αμούρ-Αμούρ» που συνιστά μανιφέστο, δοκίμιο και αυτοβιογραφικό αφήγημα, ή το κείμενο «Αργώ ή Πλους αεροστάτου» που αποτελεί λαϊκό και λόγιο, περιπετειώδες και ερωτογραφικό αφήγημα, ένα μίγμα, κατά το πρότυπο τής γοητευτικής δεκαπενταετούς ινδομιγούς κόρης που απάγει ο Ρώσος ναύαρχος Βλαδίμηρος Βιερχόυ και τού επίσης ινδομιγούς ζωέμπορου Πάμπλο Γκονζάλεθ, εραστή τής Καρλόττας, κόρης, αντικειμένου τού πόθου και θύματος τού Ντον Πέντρο Ραμίρεθ, ή, τέλος Ο Μέγας Ανατολικός, που αποτελεί ιδιότυπο ταξιδιωτικό αφήγημα, επικαλύπτεται θεματικά με τα ψυχαναλυτικά κείμενά του και αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στο ρομαντικό και το νατουραλιστικό παράδειγμα).
*
Χρόνος και αιτιότητα: «Η Μανταλένια» επί τής Αφροδίτης τής Μήλου. [...] Η Αφροδίτη, υπό το φώς τής οποίας θα διακόρευε την παιδίσκη και τη νεάνιδα στην αμμουδιά, ο πόθος για τη γυναίκα που γίνεται πόθος για το θηλυκό καράβι, το κλίππερ τής γραμμής των Ινδιών τού 19ου αιώνα, το «νάνι Μανταλένια» και οι νάνοι τού 17ου και τού 18ου αιώνα με τα αστραφτερά μαχαίρια, ο σουγιάς που χαράζει το όνομα στο βάθρο τού αγάλματος, η κόπια τής Αφροδίτης τής Μήλου και η ξύλινη κόπια τής παραδοσιακής γοργόνας που γίνεται γυναίκα:
σε αυτές τις εικόνες συνοψίζονται μια σειρά από ερωτήματα που θέτει συστηματικά το κείμενο για το πρότερο, το ύστερο και το ομόχρονο (το πλοίο και το πλήρωμά του καλύπτουν τον 17ο, τον 18ο και τον 19ο αιώνα, ο δε νέος καπετάνιος του και τον 20ο), για το πρωτότυπο και το αντίγραφο, για το αίτιο και το αποτέλεσμα.
Πρέπει να το διαβάσουμε από την αρχή προς το τέλος, να ξεκινήσουμε δηλαδή από το νανούρισμα που περιέχει την πρώτη ύλη τής αφήγησης (ύπνος, όνειρο, Μανταλένια, νάνοι), ή από το τέλος προς την αρχή, να ξεκινήσουμε δηλαδή από την εγχάραξη τού ονόματος τής Μανταλένιας στο βάθρο τού αγάλματος τής Αφροδίτης τής Μήλου;
Αν ακολουθήσει κανείς την προτροπή του Φρόυντ, τότε θα επιλέξει τη σύζευξη και όχι τη διάζευξη, έτσι ώστε να δημιουργήσει μια ξεχωριστή σειρά συνειρμών από την κάθε αφετηρία.
*
Το ίδιο άλλωστε προτείνει και ο Εμπειρίκος, ο οποίος υποστηρίζει ότι «οι εικόνες αυτές κινούνται, επικοινωνούν αναμεταξύ των και συναγελάζονται [...] έχουν μια αυτονομία, τής οποίας η διάρθρωσις [...] ξεφεύγει από τον έλεγχο τής συνειδητής πλευράς τής προσωπικότητας, όπως συμβαίνει εις τα όνειρα».
Παρατηρεί κανείς στο κείμενο αυτό ότι δεν αποτελεί ζητούμενο η χρονική σειρά ή η σχέση αιτιότητας, αλλά η δυναμική που δημιουργείται από τις παράλληλες συνειρμικές αλυσίδες που κατασκευάζονται.
Με την έννοια αυτή ιδιαίτερα σημαντικός είναι ο ρόλος τού αναγνώστη, στον οποίο ουσιαστικά επαφίεται να επιλέξει τα σημεία εισόδου και εξόδου, να κατασκευάσει τις συνειρμικές αλυσίδες, να ερμηνεύσει τους υπαινιγμούς τού κειμένου.
Θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς ότι το κείμενο θεματοποιεί με εξαντλητικό τρόπο τη διαδικασία τού ονειρεύεσθαι και τής αφήγησης τού ονείρου, έτσι ώστε να βάζει τον αναγνώστη σε μια θέση ανάλογη με αυτήν τού ανθρώπου που βλέπει ένα όνειρο και το υποβάλλει στη δευτερογενή επεξεργασία για να μπορέσει να το διηγηθεί.
το υπερρεαλιστικό πρότυπο του ονείρου [...]
συνιστά την κινητήρια δύναμη τού λόγου του.**
συνιστά την κινητήρια δύναμη τού λόγου του.**
Μιχάλης Χρυσανθόπουλος, Αρτεμίδωρος & Φρόυντ. Ερμηνευτικές θεωρίες & λογοτεχνικά όνειρα (έκδ. Εξάντας, Αθήνας 2005, σσ. 223-224, 222-223, 225, 225, 225-226, 229, 233-234, 234-235). - Το motto εκ του ιδίου (ό.π., σ. 218). Και η κατακλείδα ομοίως (ό.π., σ. 235).