Σάββατο 30 Ιουνίου 2018

και πάντα κάτω χαίνει το αιδοίον της Θεάς


-Α! Μην ανησυχείτε κύριε
έχομεν ώραν Ελλάδος στο νησί *

[...]

κι αύριο είμαστε όλοι απογευματινοί
και πρωινοί να ήμασταν τί πείραζε
ξενέρωτοι τραβάμε στο Λυσία
πέπαυμαι τρέφων τρίτον έτος τουτί
γι' αυτούς που φύγαν ανεπιστρεπτί
έχω νταλκά βαρύ για τις βαρείες

*

Και πάντα κάτω χαίνει το αιδοίον της Θεάς
στην ώα του ανθίζει ρούσα φαγεντιανή
αμέθυστος γρανάτης πορφυρίτης και πιο μέσα
ο σκοτεινός ναυτίλος του που μάς τραβά
στα έσχατα της ωδικής [από το ποίημα Θεά των Όφεων]

Γιάννης Πατίλης, Ακτή Καλλιμασιώτη και άλλα ποιήματα, (έκδ. Ύψιλον / Βιβλία, Αθήνα 2009, σσ. 20, 53, 39). Στο motto στίχος του ιδίου (ό.π., σ. 47).

Τρίτη 26 Ιουνίου 2018

ένα μωρό που κάναμε μαζί


Στίχοι λίγοι
για μια σελιδοποιό

Έτσι όπως σκύβεις πάνω απ' το μοντάζ
ταιριάζοντας με προσοχή
της φωτοσύνθεσης τις άσπρες πάνες
μοιάζεις σαν να περιποιείσαι
ένα μωρό
που κάναμε μαζί

*

Πρωινή άσκηση

Την τύχη αυτή
το πρωινό να επιμελούμαι
Ένα κομμάτι φώς το έχω φέρει δεξιά
το στρώνει απαλά λευκή κουρτίνα
Έστησα το ψυγείο δίπλα στην παλιά
κουζίνα, έναν γίγαντα ψηλό ψυχρό ασημένιο
στα κρύα σπλάγχνα του να συντηρεί
τροφές για μάς τους τρείς στις μέρες
τις κλειστές
Το λίγο φώς του απορροφητήρα
τό' χω αφήσει από χτες
τη θέση τους να βρίσκουν
όπως πάντα
το μπρίκι
και μια χύτρα

Γιάννης Πατίλης, Ακτή Καλλιμασιώτη και άλλα ποιήματα (έκδ. Ύψιλον / Βιβλία, Αθήνα 2009, σσ. 53, 33). Το πρώτο από τα Εφτά απαράγραπτα δικαιώματα, το δεύτερο από την Ακτή Καλλιμασιώτη.

Παρασκευή 22 Ιουνίου 2018

είπε αυτός καθώς έβλεπε εκείνη στον καθρέφτη


ει κατά άνθρωπον εθηριομάχησα εν Εφέσω,
τί μοι το όφελος; ει νεκροί ουκ εγείρονται...
Κορ. 1, 15.32.1

Είπε αυτός καθώς έβλεπε εκείνη στον καθρέφτη

Είναι ωραία τα μαλλιά σου Ελενάκι
και εδόθη αυτώ δούναι πνεύμα τη εικόνι του θηρίου
το στόμα μου για σένα τραγουδά χωρίς να με ρωτήσει
ίνα και λαλήση η εικών του θηρίου και ποιήση
η μέση σκύβει το στόμα τα σφυρά σου να φιλήσει
ίνα όσοι εάν μη προσκυνήσωσιν τη εικόνι του θηρίου αποκτανθώσιν

Τ' όμορφο στήθος σου στα κύτταρά μου σάλους
και ποιεί πάντας, τους μικρούς και τους μεγάλους
σηκώνει και με πάει με τους σαλούς
και τους πλουσίους και τους πτωχούς, και τους
Γλυκούς παλμούς που μ' έχουν παλαβώσει
ελευθέρους και τους δούλους, ίνω δώσιν

μού στέλνει της ραδινής σου της κορμοστασιάς
αυτοίς χάραγμα επί της χειρός αυτών της δεξιάς
και μοναξιάς μου ο πυρωμένος δυναμίτης
ή επί το μέτωπον αυτών, και ίνα μή τις
Ο τρομοκράτης της λύπης μου εσύ 'σαι
δύνηται αγοράσαι ή πωλήσαι

Το όνομά σου μ' ονομάζει Ελενάκι
ει μη ο έχων το χάραγμα, το όνομα του θηρίου
αυτό με κάνει να κοιμάμαι με το χάραμα
ή τον αριθμόν του ονόματος αυτού
κι ο νους ναυάγιο χωρίς το όνομά σου
ώδε η σοφία εστίν· ο έχων νουν ψηφισάτω

Εσύ της ύπαρξής μου Αφροδίτη
τον αριθμόν του θηρίου, αριθμός γαρ ανθρώπου
νους τη δύναμή σου ν' αψηφήσει δεν υπάρχει
εστίν· και ο αριθμός αυτού
αριθμός ικανός την ομορφιά σου ν' αριθμήσει
εξακόσιοι εξήκοντα έξ

Είπε αυτός κοιτώντας στον καθρέφτη

Γιάννης Πατίλης, Ακτή Καλλιμασιώτη και άλλα ποιήματα (έκδ. Ύψιλον / Βιβλία, Αθήνα 2009, σσ. 40-41).

Δευτέρα 18 Ιουνίου 2018

εκδοχές της μοναξιάς


( [...] Νά κι αυτός τα μαζεύει.
Έτσι κάνουν όσοι τρώνε χυλόπιτα
Τους σκληρούς για να σώζουν
Προσχήματα.
Τό 'στριψε κιόλας.
Των σανδαλιών του έσβησ' ο ήχος
Πόσο γρήγορα.
Πώς ερήμωσαν έτσι οι δρόμοι
Κι όλα γύρω κλειστά.
Κι εσύ μόνη ξανά Ουρανία μου
Στο μονό σου κρεβάτι
Μονάχη.)

*

εικόνες από μία νέα. σαν χάϊκου

β΄
Πήγαν τα μάτια
Εκδρομή στο κορμί σου
Κοίτα βραδιάζει


ε΄
Μικρό βυζάκι
Χόρτασε το φιλί μου
Να μεγαλώσεις

στ΄
Καινούργιο θαύμα
Η ρόγα σου αυγαταίνει
Στα δάχτυλά μου

η΄
Μαύρα ασφοδίλια
Του κορμιού σου φιλάνε
Τα Δερβενάκια

θ΄
Άσπρο φεγγάρι
Στην κοιλιά σου φωλιάζει
Πάρε με μέσα

κβ΄
Σαν φύλλο χαρτί
Ο Έρως σε τύπωσε
Σε δύο όψεις

κγ΄
Τριαντάφυλλο
Μπρος πίσω γαρούφαλο
Από πού νά 'μπω;

κστ΄
Από τα πάνω
Γλυκά με κηδεύουνε
Τα δυό σου στήθη

Γιάννης Πατίλης, Γραφέως κάτοπτρον (έκδ. Ύψιλον / Βιβλία, Αθήνα 1989, σσ. 53, 69, 70, 71, 76, 77). Σμικρός καλός Πατίλης. Το εκτενές απόσπασμα απ' αφορμή ολίγον Φιλόδημο (βλ. ό.π., σ. 52).

Πέμπτη 14 Ιουνίου 2018

το πρωινό ψωμί


Σ' ένα παιδικό τόπο που ξαναβρήκαμε στα δάκρυα *

Το πνεύμα εξαγνισμένο από τους αριθμούς του ναού,
Η σκέψη μόλις κερδισμένη πάλι από τη σάρκα, ήδη,
Ήδη αυτός ο παλιός υπόκωφος θόρυβος, ο χειμερινός της ζωής
Από την κρύα καρδιά της γής ανεβαίνει, ανεβαίνει προς της δική μου.

[...]

Νά σε λοιπόν, παιδικέ φίλε! Πρώτο χρεμέτισμα τόσο αγνό
Τόσο καθαρό! Άχ, φτωχή και άγια φωνή του πρώτου αλόγου
κάτω από τη βροχή!
Ακούω επίσης το θαυμαστό βήμα του αδελφού μου·
Τα εργαλεία πάνω στον ώμο και το ψωμί κάτω απ' τη μασχάλη,

Είναι αυτό! Είναι ο άνθρωπος! Σηκώθηκε! Και το αιώνιο χρέος
Που το πήρε από το ροζιασμένο χέρι, πάει μπροστά από την ημέρα
του. Εμένα
Οι μέρες μου είναι σαν τα ξεχασμένα ποιήματα στα ντουλάπια
Που μυρίζουν τάφο· κι η καρδιά ξεσχίζεται,

Όταν πάνω στο στενό τραπέζι που τ' άφωνα ταξίδια
Έχουν κάτι από τις αγρύπνιες του άλλοτε, όπως και του Οδυσσέα,
Κι έχουν προσκρούσει σ΄ όλα τα νησιά απ' τα παλιά αρχιπέλαγα της μελάνης,
Ανάμεσα στη Βίβλο και στον Φάουστ παρουσιάζεται το πρωινό ψωμί.

Δε θα το διακόψω για την επίγεια σύζυγο,
Και, όμως, ζωή μου, ξέρεις πόσο την έχω αναζητήσει
Αυτή τη μάνα της καρδιάς! Αυτή τη σκιά που φανταζόμουνα
Μικρή κι αδύνατη, με τα ωραία άγια χέρια

Απαλά χαμηλωμένα στο κατευναστικό ψωμί
Στην αιώνια παιδική στιγμή της Ευλογίας
Του όρθρου· οι ώμοι της ήταν ώμοι ορφανής
Λίγο πεσμένοι, στενοί, παιδιού που έχει υποφέρει, και τα γόνατα

Της ευσεβούς τραβούσαν το ύφασμα του φορέματος
Και μες στην κίνηση από τα μάγουλα και το λαιμό
Την ώρα που έτρωγε, μια φωτεινή αθωότητα,
Μια ευγνωμοσύνη, μια καθαρότητα που προξενούσε πόνο – Ώ

Ζωή! Ώ απρόσωπε έρωτα! Όλη αυτή η άργιλος
Αναταράχτηκε, σβαρνίστηκε, έγινε λεπτή
ώς τους ιστούς όπου κι αυτός ο πόνος βρίσκει έναν ύπνο
μέσα στην πληγή
Και δε μπορώ πια, όχι, δε μπορώ πια, δε μπορώ πια.

Milosz, αποσπάσματα από το εκτενές ποίημα «Το κάρο», περιεχόμενο στα Ποιήματα (μτφρ. Τάσος Κόρφης, έκδ. Πρόσπερος Αθήνα 1992, σσ. 40, 41-42). - Στο motto στίχος από το ποίημα «Σ' ένα παιδικό τόπο», του ιδίου (ό.π., σ. 36).

Κυριακή 10 Ιουνίου 2018

ξέχασα στο Βεζούβιο να κάνω μια βουτιά


Αλλοτινή βραδιά, γλυκιά σαν κάποιος που, πιωμένος
παλιό κρασί των είκοσι χρονώ, κοιμάται δίπλα στη φωτιά.
-«Κι έπειτα, ξέρετε, είμαι τόσο αφηρημένος.
Ξέχασα στο Βεζούβιο να κάνω μια βουτιά».*

[...]

Του κήπου σου! Ζούσα στην πιο πικρή
Σπατάλη· όμως η καρδιά της γής με τραβούσε
Ήδη· κι ήξερα πως χτυπούσε όχι κάτω από τους περιποιημένους
Ροδώνες, αλλά εκεί που μεγαλώνει η αδελφή μου η τσουκνίδα,
σκοτεινή, εγκαταλειμμένη.

Έτσι λοιπόν, εάν θέλεις να μού δώσεις χαρά - ύστερα! μακριά
από εδώ! εσύ
Γεμάτε από ψιθύρους και ροές αναγεννημένων λουλουδιών, εσύ κήπε
Όπου κάθε μοναξιά θα έχει ένα πρόσωπο κι ένα όνομα
Και θα είναι μια σύζυγος,

Διαφύλαξε στη βάση του τοίχου, του σκεπασμένου με βρύα,
που οι ρωγμές
Φανερώνουν την πόλη Αριέλ μες στους αγνούς ατμούς,
Για την πικρή μου αγάπη μια φιλική γωνιά από το κρύο και τη μούχλα
Και τη σιωπή· κι όταν η παρθένα στο στήθος του Θουμίμ
και του Ουρίμ

Θα με πάρουν από το χέρι και θα με οδηγήσουν εκεί, που οι γήινες
θλίψεις
Θα επανέρχονται στη μνήμη, θα με αναγνωρίσουν πάλι και θα με
χαιρετίσουν: η αγκινάρα, η ψηλή
τσουκνίδα και ο εχθρός των παιδικών χρόνων η μπελαντόνα.
Αυτά ξέρουν, ξέρουν.


Μα κάτω από το βάρος του Βουνού των σκοταδιών
σαν έναν ήλιο μέσα μου ένιωσα την αγάπη
να βγαίνει πάνω απ’ τις παλιές χώρες της μνήμης, και πώς πέταγα
πολύ μακριά, πολύ μακριά, όπως άλλοτε, μες στα ταξίδια του ύπνου.*


Milosz, απόσπασμα από το ποίημα «Τα χέρσα οικόπεδα», περιεχόμενο στα Ποιήματα (μτφρ. Μήτσος Παπανικολάου, Τάσος Κόρφης, έκδ. Πρόσπερος Αθήνα 1992, σ. 53). - Στο πρώτο motto απόσπασμα από το ποίημα «Τρίζει γλυκά...», του ιδίου (ό.π., σ. 10). Στο δεύτερο και καταληκτικό απόσπασμα από το ποίημα «Ημιτελής συμφωνία» ΙΙΙ, του ιδίου (ό.π., σ. 23).