Τρίτη, 19 Απριλίου 2016

γονάτισε! θα προσευχηθώ στον Κύριο!


«Απαιτώ να μού υποσχεθείς πως δε θα δημιουργήσεις ιδιαίτερες σχέσεις με τον Αλβεάρ». Θα πρέπει να άστραψε το βλέμμα μου. Βρήκα όμως τη δύναμη να τού αποκριθώ ψυχρά-ψυχρά: «Θα μιλήσω σήμερα κιόλας στον εξομολόγο μου και θα ακολουθήσω επακριβώς τις συμβουλές του. Για τα υπόλοιπα θ' αποφασίσει ο Αλβεάρ. Δεν μπορώ να δώσω μια υπόσχεση για λογαριασμό του». Ο πάτερ Νορντέλ είχε σηκωθεί και με κοίταγε με περιφρόνηση. «Γονάτισε!» είπε κι επειδή δίσταζα βροντοφώναξε: «Γονάτισε!». Υπάκουσα. Ακούμπησε το χέρι του στο κεφάλι μου και μουρμούρισε: «Θα προσευχηθώ στον Κύριο να σε βγάλει από την άβυσσο όπου βυθίζεσαι». «Αμήν» ψιθύρισα κι έφυγα απ' το γραφείο του.
*
Οι περισσότεροι εξάλλου συμμαθητές μου, δε δίνουν την εντύπωση ότι υποφέρουν από έλλειψη αγάπης. Είναι αλήθεια ότι μιλάω για κάτι που αγνοώ. Γιατί, τί είναι αλήθεια η αγάπη; Αγαπώ τον Αλβεάρ. Αυτό το κατάλαβα τη στιγμή που κράτησα στα χέρια μου την απάντησή του στο γράμμα μου. Κι ωστόσο μου είναι δύσκολο να εξηγήσω τι ακριβώς εννοώ. Νιώθω την ανάγκη να τον βλέπω, να τον ακούω. Αποζητώ την παρουσία του: είναι άραγε αυτό αγάπη; Όταν είναι κοντά μου, αντί ν' απολαύσω αυτή την ευτυχία, νιώθω έντονη ανησυχία, απροσδιόριστη οργή. Θέλω να τον διώξω μακριά μου αλλά ταυτόχρονα λαχταρώ να τον φέρω ακόμα πιο κοντά μου. Τον αγαπώ και φοβάμαι πως θα τον χάσω, κι αυτός ο φόβος γίνεται μέρος της αγάπης μου. Πρέπει να πονέσω από την απουσία του για να νιώσω πόσο πολύ τον χρειάζομαι. Συγκρίνοντας το τίποτα που είμαι χωρίς αυτόν συνειδητοποιώ το σύμπαν που ενσαρκώνει.
*
Τού εξήγησα ότι μού φάνηκε πως ο Θεός μού ζητούσε ν' απαρνηθώ το μοναδικό φίλο μου και τού εξήγησα τι είχα κάνει. Πρόσθεσα, μάλιστα, πως είχα την εντύπωση ότι αγαπούσα τον Αλβεάρ περισσότερο από το Θεό. Επειδή τον Αλβεάρ τον έβλεπα ενώ ο Θεός παρέμενε αόρατος. Ο πάτερ Σάντος πέρασε το δεξί χέρι του στο λαιμό μου και με αγκάλιασε. Το χέρι του χάιδευε το σβέρκο μου καθώς μού δήλωνε πως οι ενδοιασμοί μου με τιμούσαν, μαρτυρούσαν την ευθύτητα της συνείδησής μου. Κι ακόμη πως όλοι οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν τέτοιες αμφιβολίες. Θέλησε μόνο να μάθει αν ο Αλβεάρ μού γεννούσε πονηρές σκέψεις κι η ερώτησή του με ξάφνιασε επειδή θύμιζε τις ερωτήσεις του πάτερ Αλμά. Σκέφτηκα αμέσως ότι δε ρωτούσαν το ίδιο πράγμα. Δεν ήμουν όμως κι εντελώς σίγουρος γι' αυτό. Απάντησα λοιπόν πως είχα νιώσει κάποια φορά την επιθυμία να φιλήσω το λαιμό του, αλλά είχα ντραπεί γι' αυτή την αντίδραση του κορμιού μου κι ο πειρασμός δεν είχε επαναληφθεί. Ο πάτερ Σάντος φάνηκε ικανοποιημένος. Χάιδεψε το σβέρκο μου, χτύπησε ανάλαφρα το μάγουλό μου και με ρώτησε μήπως είχα αθετήσει και την έκτη εντολή. Η απάντησή μου, ήταν αρνητική κι ένιωσα το πρόσωπό μου να κοκκινίζει. Θύμωσα με τον εαυτό μου επειδή αντέδρασα έτσι, αλλά η επιμονή του με εξόργιζε. Είχα τρέξει κοντά του επειδή είχα την εντύπωση πως κινδύνευα κι εκείνος μ' είχε απογοητεύσει με τη λίγη σημασία που έδινε στις ομολογίες μου. Με ενοχλούσαν ακόμη τα χάδια του [...]. Μού ξανάπε πως έπρεπε να κάνω κάθε δυνατή προσπάθεια να ηρεμίσω, πως με αναστάτωνε ο Διάβολος και πως έπρεπε να βασίζομαι στη φιλευσπλαχνία του Θεού και να μην αμφιβάλλω για την αγάπη του. Λίγο έλειψε να κλάψω από αγανάκτηση. Υποβάθμιζε τις δυσκολίες μου επειδή δεν μπορούσε να τις κατανοήσει. Έμοιαζε σίγουρος πως τις σκέψεις αυτές μού τίς υπαγόρευε ο Διάβολος ενώ εγώ ήμουν βέβαιος πως εκείνος που τίς γεννούσε ήταν ο ίδιος μου ο εαυτός.

Μισέλ ντε Καστίγιο, Ερωτευμένα αγόρια [Gerardo Laïn] (μτφρ. Τασσώ Καββαδία, έκδ. Σ.Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1994, σσ. 53-54, 62, 68-69).

Δεν υπάρχουν σχόλια: