Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2005

τα πειστήρια


για το θείο τραγί ...'κεί μέσα στον πύργο:


'Ωστε μιά νύχτα δε βάσταξα. έριξα γοργό βλέμμα στις λεύκες. το παράθυρο ήταν του μεσαίου πατώματος. τα δέντρα είχαν κλαδευτεί προς το μέρος του σε τρόπο που να μήν τού σφαλνάνε τη θέα. τα κομμένα μπράτσα τους όμως ακουμπούσαν απάνω του. Σαλτάρισα λοιπόν προς το ύψος καθώς μιά φορά στη Σουμάτρα όταν κυνηγούσα μαϊμούδες, και σε λιγάκι ήμουν δυό δυόμισυ μέτρα αλάργα της. Κάθονταν μπρός στο πιάνο της κ' έβλεπα το προφίλ της να λάμπει. έπαιζε μια σερενάτα του Σούμπερτ: λάιζε φλέχεν μάϊνε λίϊντερ ντούρχ ντί νάχτ τσού ντίρ ιν ντέν στίλλεν χάϊν χερνίϊντερ... "Τί σού είναι ο έρωτας - μούχε ειπωμένο ο επιστάτης. ξέρεις από τί την αγάπησε; απ' τα δάχτυλα. απ' τα δάχτυλά της τα ωραία. Καθώς το πιάνο της βούιζε, αυτά φτερακάγαν στα κόκκαλα. οι βούλες των κόμπων τους, των νυχιών η στιλπνότη, εκείνο τους το πικάντικο πέταγμα πάνω στα πλήχτρα του πιάνου τον ξετρελλάναν τον Κύριο".


Δρασκέλισα το ζωνάρι του τοίχου και πιάστηκα στην αχτινοσιδεροστιά του παράθυρου. Αυτή σιγοτραγουδούσε και τόπαιζε. σ' αυτό το δύσκολο έργο μου με σιγοντάριζε φίνα. το γλυκοκελαδητάκι του πιάνου της με κείνο το μουρμουρητό των χειλιών της, μούδιναν ένα τέμπο στις σκέψεις μου. σαν να μού διηγόσαν τα τρίστρατα -το γυρί-γυρί των κόσμων- τα ντίγκι ντίγκ της διάβαιναν. Κ' εγώ δεν είχα παρά να δρασκελίσω και νάμπω!


...Μόλις μέ είδε αναστέναξε. έκαμε σαν πεταλούδα πιασμένη. 'Αχ! και μού δείχνει το στήθος της. εκεί την πονούσε! 'Αχ, ξανάκαμε κ' έτρεμε. έλεγες πως μόνο τα άχ της κατοικούσαν στο σώμα της. Το βλέμμα της είχε τη λάμψη τής τρέλλας. Είχε στριφογυρίσει το κάθισμα με τις πλάτες στο πιάνο κ' ήταν έτσι -όπως έφρισσε- σάν 'να όμορφο ζώο στριμωγμένο στην κοίτη του.


-Μά τί διάολο της κάνω, δεν υπάρχουν μπαλτάδες δώ μέσα; Αυτή έχασκε σαν πετρωμένη στη θέση της. ήταν το βλέμμα της χαύνο. Σχεδόν άκουα της συνείδησής της τούς χτύπους!


-Δεν ακούς, της ξανακάνω εγώ. χάθκε μιά καραμπινιά με λυκόσκαγα; κοιταζόμαστε μόνο. σάς λέω, τίποτ' άλλο...


-'Αμποτες τής λέω να φώναζες. μα έλα που μ' έχει απαρνηθεί μένα ο διάολος και με διεκδικούν οι αγγέλοι; νάχα ριχτεί καμιάς δούλας σου, τώρα θάταν ο πύργος στο πόδι και δε σού λέω πολύ, το λιγότερο θα με κάνανε σάπιο. ενώ εδώ πάλι η τύχη μου σκάλωσε, με το να φοβάσαι το σκάνταλο, το κοτσομπολιό, τον αφέντη.


Της έριξα ένα βλέμμα τράγου και τα ρουθούνια μου μίληγαν. βαρβατίλας εβρώμαγα. ήμουν το θείο τραγί! μέεεε... Δέ μέ βρίζεις τουλάχιστο; Και μ' ένα τής μύτης μου φύσημα σβένω τη λάμπα. Τότε τήν έπιασα. Είχε κατιτίς το μοιραίο η σμίξη μας. ένιωθα να σπαράζει το σώμα της κ' εγώ στάθκα γοργός και χτηνώδης. Πέρασε μέσαθέ της ο πόθος μου σα σφοδρός άνεμος μές' σε θεοσκότεινη νύχτα. μόνο κάτι λυγμοί την ετίναζαν. όταν την άφησα -χάμω εκεί πά στο πάτωμα- ήταν βαριά σάν 'να πτώμα...




Το καταθέτω πλήρως ορθογραφημένο στου μαΐστορος τη δόξα, για να χωρέσει στις αράδες ετούτες όλη η μουσικότητα του κειμένου όπως ακριβώς τό έγραψε. ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ είναι. Κι εγώ κοντά του. Σκύλος.

(ο γερμανός στίχος λέει: Σιγανή ικεσία τα τραγούδια μου μέσ' από τη νύχτα φτάνουν στο σιωπηλό άλσος κάτω).


5 σχόλια:

Γεώργιος Χοιροβοσκός είπε...

Άψογο,λέξη και ποίημα...αλλά είπαμε
τα φτυχία...δεν επιτρέπουν να διαβάσουμε όλους αυτούς.

το θείο τραγί είπε...

Σ' αγαπώ. Μέσα από τα βάθη της ψυχής μου σ' αγαπώ. Κι εγώ δε ξέρω τι έχω πάθει και κάθομαι και γράφω τέτοια πράματα... Σ' αγαπώ και ντρέπομαι που τόσο ξεδιάντροπα με την πρώτη ευκαιρία το ξαναγράφω εδωδά. Δεν ξέρω τί λίγωμα είναι αυτό. Πώς μπορεί κανείς να την πατήσει έτσι. Μπροστά στα μάτια του πλήθους. Είναι τα ου φωνητά, που δέ λέγονται κι εύχομαι από καρδίας να γίνουν ποτέ πράξη. Οπως ακριβώς ο λαός με κείνο το τετραγράμματον εκφράζεται: Είθε!

Καλήν ανάγνωση. Καλές αναγνώσεις νά 'χουμε/ετε. Ολοι εδώ μέσα. Κι είμαστε τόσοι λίγοι... Και τόσο λίγοι μπροστά σε τούτα τα κείμενα.

elpinor είπε...

"μα έλα που μ' έχει απαρνηθεί μένα ο διάολος και με διεκδικούν οι αγγέλοι;"
Τοποθετησου πανω σ'αυτο θειο τραγι,αν θελεις.
Και ποτε σ'αφηνει ο διαβολος ,μηπως καπου μετα τα σαραντα πεντε?
Παραμονευουν στις γωνίες αγγελοι?

το θείο τραγί είπε...

Πραγματικά, υπάρχει μία παράδοση που λέει πως τα πάθη καταλαγιάζουν μόνα τους σε προχωρημένη ηλικία, εκτός κι αν έχουμε να κάνουμε με την γνωστή περίπτωση του γεροξεμωραμένου.

'Αλλη, πάλι, πως καταλαγιάζουν όταν έχουν στομώσει. Είναι, όμως, επικίνδυνο να μιλάει κανείς, με βεβαιότητα γι' αυτά τα θέματα, ιδίως όταν πόρρω απέχει των πνευματικών, κι αυτό γιατί παίζει κάθε φορά το ιδιαίτερο στοιχείο της ετερότητας εκάστου προσώπου.

Πάντως ο Γιάννης, το και θείον τραγί, το χρησιμοποιεί για να πείσει, την κυρά κι εμάς, για το θεάρεστον της άνομης πράξης του. Να γκαστρώσει την άτεκνη πρώην του γκόμενα, η οποία σαφώς ακόμη τονε γκάβλωνε. Λειτούργησε λοιπόν, ως άγγελος, κρυμμένος στη γωνία. 'Ω, του θαύματος!

Κυκλοδίωκτον είπε...

Πήρα να διαβάζω τα ποστ σου, για να πάρω λίγο κουράγιο μέσα στη νύχτα και έπεσα σε αυτό...
Ανακάλυψα το μπλογκ σου ψάχνοντας λεπτομέρειες για το θείο τραγί, πολύ πριν μάθω τι είναι μπλογκ. Τι παράξενο σαιτ σκεφτόμουνα, πώς πετάγεται από το ένα θέμα στο άλλο και έχει και φόρουμ...
Όταν έκανα δικό μου μπλογκ, το θυμήθηκα, κατάλαβα τι ήταν αυτό που είχα δει και σε ξαναβρήκα!
Δεν θα χρησιμοποιούσα τέτοια λόγια όπως στο σχόλιό σου, γι αυτή τη σκηνή που περιέγραψες.
Όχι, για να χαιδέψω τ' αυτιά μου με εξωραϊσμούς "ανόμων πράξεων", αλλά γιατί το είδα τελείως διαφορετικά. Σαν καθαρό έρωτα. Πέρα από κάθε υλικό χαρακτηρισμό.
Ευχαριστώ για την φιλοξενία και για την ανοχή να περιφέρομαι "υστεροπρόθως" και να σχολιάζω εδώ κι εκεί.

Leise flehen meine Lieder durch die Nacht zu dir in den stillen Hain hernieder…

(Ευ-τυχείς οι αγαπώντες τόσο βαθιά)